المعنى المختصر للكلمة
pneuma:
a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
اللفظ الأصلي
πνεῦμα
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
pneuma
(pnyoo-mah)
تكرار الورود في الكتاب
357
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
2
by
analogy or figuratively, a spirit, i.e. (human) the rational soul, (by
implication) vital principle, mental disposition, etc., or
(superhuman) an angel, demon, or (divine) God, Christ's spirit, the
Holy Spirit
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ghost
life
spirit(-ual, -ually)
mind
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τὸ ; πνεῦμα (68×)
πνεῦμα (47×)
πνεύματος (31×)
πνεύματι (27×)
τοῦ ; πνεύματος (25×)
ἐν ; πνεύματι (21×)
τῷ ; πνεύματι (16×)
πνεύματα (8×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (357 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مرقس 7: 25
Mrk.7.25
لأَنَّ امْرَأَةً كَانَ بِابْنَتِهَا رُوحٌ نَجِسٌ سَمِعَتْ بِهِ، فَأَتَتْ وَخَرَّتْ عِنْدَ قَدَمَيْهِ.
γὰρ γυνὴ αὐτοῦ ; ἧς τὸ ; θυγάτριον ; αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἀκούσασα περὶ ; αὐτοῦ ἐλθοῦσα προσέπεσεν πρὸς τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ·
مرقس 9: 17
Mrk.9.17
فَأَجَابَ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ قَدَّمْتُ إِلَيْكَ ابْنِي بِهِ رُوحٌ أَخْرَسُ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν· διδάσκαλε, ἤνεγκα πρὸς ; σὲ τὸν ; υἱόν ; μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.
مرقس 9: 20
Mrk.9.20
فَقَدَّمُوهُ إِلَيْهِ. فَلَمَّا رَآهُ لِلْوَقْتِ صَرَعَهُ الرُّوحُ، فَوَقَعَ عَلَى الأَرْضِ يَتَمَرَّغُ وَيُزْبِدُ.
καὶ ; ἤνεγκαν ; αὐτὸν πρὸς ; αὐτόν. καὶ ἰδὼν ; αὐτὸν εὐθὺς ἐσπάραξεν; αὐτόν, τὸ ; πνεῦμα καὶ ; πεσὼν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.
مرقس 9: 25
Mrk.9.25
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ الْجَمْعَ يَتَرَاكَضُونَ، انْتَهَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ قَائِلاً لَهُ: الرُّوحُ الأَخْرَسُ الأَصَمُّ، أَنَا آمُرُكَ: اخْرُجْ مِنْهُ وَلاَ تَدْخُلْهُ أَيْضًا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ὄχλος, ἐπισυντρέχει ἐπετίμησεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· πνεῦμα, ; τὸ τὸ ; ἄλαλον καὶ ; κωφὸν ἐγὼ ἐπιτάσσω ; σοι· ἔξελθε ἐξ ; αὐτοῦ, καὶ εἰσέλθῃς ; εἰς ; αὐτόν. μηκέτι
مرقس 12: 36
Mrk.12.36
لأَنَّ دَاوُدَ نَفْسَهُ قَالَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي، حَتَّى أَضَعَ أَعْدَاءَكَ مَوْطِئًا لِقَدَمَيْكَ.
γὰρ Δαυὶδ αὐτὸς εἶπεν ἐν ; τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἁγίῳ· εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου ἕως ; ἂν θῶ ἐχθρούς ; σου ὑποπόδιον τῶν ; ποδῶν ; σου.
مرقس 13: 11
Mrk.13.11
فَمَتَى سَاقُوكُمْ لِيُسَلِّمُوكُمْ، فَلاَ تَعْتَنُوا مِنْ قَبْلُ بِمَا تَتَكَلَّمُونَ وَلاَ تَهْتَمُّوا، بَلْ مَهْمَا أُعْطِيتُمْ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ فَبِذلِكَ تَكَلَّمُوا. لأَنْ لَسْتُمْ أَنْتُمُ الْمُتَكَلِّمِينَ بَلِ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
ὅταν ; δὲ ἀγάγωσιν; ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε μηδὲ μελετᾶτε· ἀλλ᾽ ὃ ; ἐὰν δοθῇ ; ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· γάρ οὐ ἐστε ; ὑμεῖς λαλοῦντες ἀλλὰ τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον.
مرقس 14: 38
Mrk.14.38
اِسْهَرُوا وَصَلُّوا لِئَلاَّ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ. أَمَّا الرُّوحُ فَنَشِيطٌ، وَأَمَّا الْجَسَدُ فَضَعِيفٌ.
γρηγορεῖτε καὶ ; προσεύχεσθε ἵνα ; μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. μὲν τὸ ; πνεῦμα πρόθυμον, δὲ ἡ ; σὰρξ ἀσθενής.
لوقا 1: 15
Luk.1.15
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
لوقا 1: 17
Luk.1.17
وَيَتَقَدَّمُ أَمَامَهُ بِرُوحِ إِيلِيَّا وَقُوَّتِهِ، لِيَرُدَّ قُلُوبَ الآبَاءِ إِلَى الأَبْنَاءِ، وَالْعُصَاةَ إِلَى فِكْرِ الأَبْرَارِ، لِكَيْ يُهَيِّئَ لِلرَّبِّ شَعْبًا مُسْتَعِدًّا.
καὶ ; αὐτὸς ; προελεύσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ ἐν ; πνεύματι Ἠλίου καὶ ; δυνάμει ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ; ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.¶
لوقا 1: 35
Luk.1.35
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
لوقا 1: 41
Luk.1.41
فَلَمَّا سَمِعَتْ أَلِيصَابَاتُ سَلاَمَ مَرْيَمَ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ فِي بَطْنِهَا، وَامْتَلأَتْ أَلِيصَابَاتُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤκουσεν ἡ ; Ἐλισάβετ, τὸν ; ἀσπασμὸν τῆς ; Μαρίας ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; αὐτῆς, καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; Ἐλισάβετ πνεύματος ἁγίου
لوقا 1: 67
Luk.1.67
وَامْتَلأَ زَكَرِيَّا أَبُوهُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَتَنَبَّأَ قَائِلاً:
Καὶ ; ἐπλήσθη Ζαχαρίας ὁ ; πατὴρ ; αὐτοῦ πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἐπροφήτευσεν λέγων·
لوقا 1: 80
Luk.1.80
أَمَّا الصَّبِيُّ فَكَانَ يَنْمُو وَيَتَقَوَّى بِالرُّوحِ، وَكَانَ فِي الْبَرَارِي إِلَى يَوْمِ ظُهُورِهِ لإِسْرَائِيلَ.
δὲ Τὸ ; παιδίον ηὔξανεν καὶ ; ἐκραταιοῦτο πνεύματι καὶ ; ἦν ἐν ταῖς ; ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως ; αὐτοῦ πρὸς ; τὸν ; Ἰσραήλ.¶
لوقا 2: 25
Luk.2.25
وَكَانَ رَجُلٌ فِي أُورُشَلِيمَ اسْمُهُ سِمْعَانُ، وَهَذَا الرَّجُلُ كَانَ بَارًّا تَقِيًّا يَنْتَظِرُ تَعْزِيَةَ إِسْرَائِيلَ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ كَانَ عَلَيْهِ.
Καὶ ; ἰδοὺ ; ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσαλὴμ ᾧ ; ὄνομα Συμεὼν καὶ ; οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ; εὐλαβὴς προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ; Ἰσραήλ· καὶ ; πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
لوقا 2: 26
Luk.2.26
وَكَانَ قَدْ أُوحِيَ إِلَيْهِ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ أَنَّهُ لاَ يَرَى الْمَوْتَ قَبْلَ أَنْ يَرَى مَسِيحَ الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν κεχρηματισμένον αὐτῷ ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν ; χριστὸν κυρίου
لوقا 2: 27
Luk.2.27
فَأَتَى بِالرُّوحِ إِلَى الْهَيْكَلِ. وَعِنْدَمَا دَخَلَ بِالصَّبِيِّ يَسُوعَ أَبَوَاهُ، لِيَصْنَعَا لَهُ حَسَبَ عَادَةِ النَّامُوسِ،
καὶ ; ἦλθεν ἐν ; τῷ ; πνεύματι εἰς τὸ ; ἱερόν· καὶ ; ἐν ; τῷ εἰσαγαγεῖν τὸ ; παιδίον Ἰησοῦν τοὺς ; γονεῖς τοῦ ; ποιῆσαι ; αὐτοὺς περὶ ; αὐτοῦ, κατὰ τὸ ; εἰθισμένον τοῦ ; νόμου
لوقا 2: 40
Luk.2.40
وَكَانَ الصَّبِيُّ يَنْمُو وَيَتَقَوَّى بِالرُّوحِ، مُمْتَلِئًا حِكْمَةً، وَكَانَتْ نِعْمَةُ اللهِ عَلَيْهِ.
δὲ Τὸ ; παιδίον ηὔξανεν καὶ ; ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας καὶ ; ἦν χάρις θεοῦ ἐπ᾽ ; αὐτό.¶
لوقا 3: 16
Luk.3.16
أَجَابَ يُوحَنَّا الْجَمِيعَ قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ، وَلكِنْ يَأْتِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἀπεκρίνατο ὁ ; Ἰωάννης· ἅπασιν λέγων ἐγὼ μὲν ; βαπτίζω ; ὑμᾶς· ὕδατι δὲ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων ; αὐτοῦ. αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί,
لوقا 3: 22
Luk.3.22
وَنَزَلَ عَلَيْهِ الرُّوحُ الْقُدُسُ بِهَيْئَةٍ جِسْمِيَّةٍ مِثْلِ حَمَامَةٍ. وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ، بِكَ سُرِرْتُ.
καταβῆναι ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον εἴδει σωματικῷ ὡσεὶ περιστερὰν καὶ φωνὴν ἐξ ; γενέσθαι οὐρανοῦ λέγουσαν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν ; σοὶ εὐδόκησα.¶
لوقا 4: 1
Luk.4.1
أَمَّا يَسُوعُ فَرَجَعَ مِنَ الأُرْدُنِّ مُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، يُقْتَادُ بِالرُّوحِ فِي الْبَرِّيَّةِ
δὲ Ἰησοῦς ὑπέστρεψεν ἀπὸ τοῦ ; Ἰορδάνου πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤγετο ἐν ; τῷ ; πνεύματι εἰς τήν; ἔρημον
لوقا 4: 1
Luk.4.1
أَمَّا يَسُوعُ فَرَجَعَ مِنَ الأُرْدُنِّ مُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، يُقْتَادُ بِالرُّوحِ فِي الْبَرِّيَّةِ
δὲ Ἰησοῦς ὑπέστρεψεν ἀπὸ τοῦ ; Ἰορδάνου πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤγετο ἐν ; τῷ ; πνεύματι εἰς τήν; ἔρημον
لوقا 4: 14
Luk.4.14
وَرَجَعَ يَسُوعُ بِقُوَّةِ الرُّوحِ إِلَى الْجَلِيلِ، وَخَرَجَ خَبَرٌ عَنْهُ فِي جَمِيعِ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ.
Καὶ ; ὑπέστρεψεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν ; τῇ ; δυνάμει τοῦ ; πνεύματος εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, καὶ ; ἐξῆλθεν φήμη περὶ ; αὐτοῦ. καθ᾽ ὅλης τῆς ; περιχώρου
لوقا 4: 18
Luk.4.18
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
لوقا 4: 33
Luk.4.33
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
لوقا 4: 36
Luk.4.36
فَوَقَعَتْ دَهْشَةٌ عَلَى الْجَمِيعِ، وَكَانُوا يُخَاطِبُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: مَا هذِهِ الْكَلِمَةُ. لأَنَّهُ بِسُلْطَانٍ وَقُوَّةٍ يَأْمُرُ الأَرْوَاحَ النَّجِسَةَ فَتَخْرُجُ..
καὶ ; ἐγένετο θάμβος ἐπὶ πάντας, καὶ συνελάλουν πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες· τίς οὗτος ὁ ; λόγος ὅτι ἐν ; ἐξουσίᾳ καὶ ; δυνάμει ἐπιτάσσει τοῖς ; πνεύμασιν, ἀκαθάρτοις καὶ ; ἐξέρχονται;¶
لوقا 6: 18
Luk.6.18
وَالْمُعَذَّبُونَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ. وَكَانُوا يَبْرَأُونَ.
καὶ ; οἱ ; ὀχλούμενοι ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων καὶ ; ἐθεραπεύοντο.
لوقا 7: 21
Luk.7.21
وَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ شَفَى كَثِيرِينَ مِنْ أَمْرَاضٍ وَأَدْوَاءٍ وَأَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ، وَوَهَبَ الْبَصَرَ لِعُمْيَانٍ كَثِيرِينَ.
ἐν αὐτῇ; δὲ τῇ ; ὥρᾳ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἀπὸ νόσων καὶ ; μαστίγων καὶ ; πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἐχαρίσατο τὸ ; βλέπειν. τυφλοῖς πολλοῖς
لوقا 8: 2
Luk.8.2
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
لوقا 8: 29
Luk.8.29
لأَنَّهُ أَمَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ أَنْ يَخْرُجَ مِنَ الإِنْسَانِ. لأَنَّهُ مُنْذُ زَمَانٍ كَثِيرٍ كَانَ يَخْطَفُهُ، وَقَدْ رُبِطَ بِسَلاَسِل وَقُيُودٍ مَحْرُوسًا، وَكَانَ يَقْطَعُ الرُّبُطَ وَيُسَاقُ مِنَ الشَّيْطَانِ إِلَى الْبَرَارِي.
γὰρ παρήγγειλεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ χρόνοις πολλοῖς συνηρπάκει ; αὐτόν, καὶ ; ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσιν καὶ ; πέδαις φυλασσόμενος, καὶ ; διαρρήσσων τὰ ; δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ ; δαίμονος εἰς τὰς ; ἐρήμους.
لوقا 9: 39
Luk.9.39
وَهَا رُوحٌ يَأْخُذُهُ فَيَصْرُخُ بَغْتَةً، فَيَصْرَعُهُ مُزْبِدًا، وَبِالْجَهْدِ يُفَارِقُهُ مُرَضِّضًا إِيَّاهُ.
καὶ ; ἰδοὺ πνεῦμα λαμβάνει ; αὐτὸν καὶ ; κράζει ἐξαίφνης καὶ ; σπαράσσει ; αὐτὸν μετὰ ; ἀφροῦ καὶ ; μόγις ἀποχωρεῖ ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ συντρῖβον αὐτόν.