المعنى المختصر للكلمة
pneuma:
a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
اللفظ الأصلي
πνεῦμα
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
pneuma
(pnyoo-mah)
تكرار الورود في الكتاب
357
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
2
by
analogy or figuratively, a spirit, i.e. (human) the rational soul, (by
implication) vital principle, mental disposition, etc., or
(superhuman) an angel, demon, or (divine) God, Christ's spirit, the
Holy Spirit
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ghost
life
spirit(-ual, -ually)
mind
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τὸ ; πνεῦμα (68×)
πνεῦμα (47×)
πνεύματος (31×)
πνεύματι (27×)
τοῦ ; πνεύματος (25×)
ἐν ; πνεύματι (21×)
τῷ ; πνεύματι (16×)
πνεύματα (8×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (357 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 8: 39
Act.8.39
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
أعمال الرسل 9: 17
Act.9.17
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
أعمال الرسل 9: 31
Act.9.31
وَأَمَّا الْكَنَائِسُ فِي جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَالْجَلِيلِ وَالسَّامِرَةِ فَكَانَ لَهَا سَلاَمٌ، وَكَانَتْ تُبْنَى وَتَسِيرُ فِي خَوْفِ الرَّبِّ، وَبِتَعْزِيَةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ كَانَتْ تَتَكَاثَرُ.
μὲν ; οὖν Αἱ; ἐκκλησίαι καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Γαλιλαίας καὶ ; Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην, οἰκοδομούμεναι καὶ ; πορευόμεναι τῷ ; φόβῳ τοῦ ; κυρίου, καὶ ; τῇ ; παρακλήσει τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐπληθύνοντο
أعمال الرسل 10: 19
Act.10.19
وَبَيْنَمَا بُطْرُسُ مُتَفَكِّرٌ فِي الرُّؤْيَا، قَالَ لَهُ الرُّوحُ: هُوَذَا ثَلاَثَةُ رِجَال يَطْلُبُونَكَ.
δὲ Τοῦ ; Πέτρου ἐνθυμουμένου περὶ τοῦ ; ὁράματος εἶπεν αὐτῷ τὸ ; πνεῦμα· ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ζητοῦσίν; σε·
أعمال الرسل 10: 38
Act.10.38
يَسُوعُ الَّذِي مِنَ النَّاصِرَةِ كَيْفَ مَسَحَهُ اللهُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَالْقُوَّةِ، الَّذِي جَالَ يَصْنَعُ خَيْرًا وَيَشْفِي جَمِيعَ الْمُتَسَلِّطِ عَلَيْهِمْ إِبْلِيسُ، لأَنَّ اللهَ كَانَ مَعَهُ.
Ἰησοῦν τὸν ; ἀπὸ Ναζαρέθ, ὡς ἔχρισεν ; αὐτὸν ὁ ; θεὸς πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; δυνάμει, ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν ἰώμενος ; καὶ πάντας καταδυναστευομένους ; τοὺς ὑπὸ ; τοῦ ; διαβόλου, ὅτι ὁ ; θεὸς ἦν μετ᾽ ; αὐτοῦ·
أعمال الرسل 10: 44
Act.10.44
فَبَيْنَمَا بُطْرُسُ يَتَكَلَّمُ بِهذِهِ الأُمُورِ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ.
Ἔτι τοῦ ; Πέτρου λαλοῦντος ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν ; λόγον.
أعمال الرسل 10: 45
Act.10.45
فَانْدَهَشَ الْمُؤْمِنُونَ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ، كُلُّ مَنْ جَاءَ مَعَ بُطْرُسَ، لأَنَّ مَوْهِبَةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ قَدِ انْسَكَبَتْ عَلَى الأُمَمِ أَيْضًا.
καὶ ; ἐξέστησαν οἱ ; πιστοὶ ἐκ περιτομῆς ὅσοι συνῆλθαν τῷ ; Πέτρῳ, ὅτι ἡ ; δωρεὰ τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐκκέχυται· ἐπὶ τὰ ; ἔθνη καὶ
أعمال الرسل 10: 47
Act.10.47
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
أعمال الرسل 11: 12
Act.11.12
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
أعمال الرسل 11: 15
Act.11.15
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
أعمال الرسل 11: 16
Act.11.16
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
أعمال الرسل 11: 24
Act.11.24
لأَنَّهُ كَانَ رَجُلاً صَالِحًا وَمُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَالإِيمَانِ. فَانْضَمَّ إِلَى الرَّبِّ جَمْعٌ غَفِيرٌ.
ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; πίστεως. καὶ ; προσετέθη τῷ κυρίῳ. ὄχλος ἱκανὸς
أعمال الرسل 11: 28
Act.11.28
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
أعمال الرسل 13: 2
Act.13.2
وَبَيْنَمَا هُمْ يَخْدِمُونَ الرَّبَّ وَيَصُومُونَ، قَالَ الرُّوحُ الْقُدُسُ: أَفْرِزُوا لِي بَرْنَابَا وَشَاوُلَ لِلْعَمَلِ الَّذِي دَعَوْتُهُمَا إِلَيْهِ.
δὲ αὐτῶν λειτουργούντων τῷ ; κυρίῳ καὶ ; νηστευόντων εἶπεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον· ἀφορίσατε μοι τὸν ; Βαρναβᾶν καὶ ; τὸν ; Σαῦλον εἰς ; τὸ ; ἔργον ὃ προσκέκλημαι ; αὐτούς.
أعمال الرسل 13: 4
Act.13.4
فَهذَانِ إِذْ أُرْسِلاَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ انْحَدَرَا إِلَى سَلُوكِيَةَ، وَمِنْ هُنَاكَ سَافَرَا فِي الْبَحْرِ إِلَى قُبْرُسَ.
Οὗτοι; μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου κατῆλθον εἰς τὴν ; Σελεύκειαν, ἐκεῖθέν ; τε ἀπέπλευσαν εἰς τὴν ; Κύπρον.
أعمال الرسل 13: 9
Act.13.9
وَأَمَّا شَاوُلُ، الَّذِي هُوَ بُولُسُ أَيْضًا، فَامْتَلأَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَشَخَصَ إِلَيْهِ
δὲ Σαῦλος ὁ Παῦλος καὶ πλησθεὶς πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἀτενίσας εἰς ; αὐτὸν
أعمال الرسل 13: 52
Act.13.52
وَأَمَّا التَّلاَمِيذُ فَكَانُوا يَمْتَلِئُونَ مِنَ الْفَرَحِ وَالرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ οἵ ; μαθηταὶ ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ ; πνεύματος ἁγίου.¶
أعمال الرسل 15: 8
Act.15.8
وَاللهُ الْعَارِفُ الْقُلُوبَ، شَهِدَ لَهُمْ مُعْطِيًا لَهُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا لَنَا أَيْضًا.
καὶ ; ὁ ; θεὸς καρδιογνώστης ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμῖν· καὶ
أعمال الرسل 15: 28
Act.15.28
لأَنَّهُ قَدْ رَأَى الرُّوحُ الْقُدُسُ وَنَحْنُ، أَنْ لاَ نَضَعَ عَلَيْكُمْ ثِقْلاً أَكْثَرَ، غَيْرَ هذِهِ الأَشْيَاءِ الْوَاجِبَةِ:
γὰρ ἔδοξεν τῷ ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; ἡμῖν μηδὲν ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλέον πλὴν τούτων τῶν ; ἐπάναγκες
أعمال الرسل 16: 6
Act.16.6
وَبَعْدَ مَا اجْتَازُوا فِي فِرِيجِيَّةَ وَكُورَةِ غَلاَطِيَّةَ، مَنَعَهُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِالْكَلِمَةِ فِي أَسِيَّا.
δὲ Διελθόντες τὴν ; Φρυγίαν καὶ ; τὴν ; χώραν Γαλατικὴν κωλυθέντες ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος ἁγίου λαλῆσαι τὸν ; λόγον ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ,
أعمال الرسل 16: 7
Act.16.7
فَلَمَّا أَتَوْا إِلَى مِيسِيَّا حَاوَلُوا أَنْ يَذْهَبُوا إِلَى بِثِينِيَّةَ، فَلَمْ يَدَعْهُمُ الرُّوحُ.
δὲ ἐλθόντες κατὰ τὴν ; Μυσίαν ἐπείραζον πορεύεσθαι κατὰ τὴν ; Βιθυνίαν καὶ ; οὐκ εἴασεν ; αὐτοὺς τὸ ; πνεῦμα
أعمال الرسل 16: 16
Act.16.16
وَحَدَثَ بَيْنَمَا كُنَّا ذَاهِبِينَ إِلَى الصَّلاَةِ، أَنَّ جَارِيَةً بِهَا رُوحُ عِرَافَةٍ اسْتَقْبَلَتْنَا. وَكَانَتْ تُكْسِبُ مَوَالِيَهَا مَكْسَبًا كَثِيرًا بِعِرَافَتِهَا.
Ἐγένετο ; δὲ πορευομένων ; ἡμῶν εἰς τὴν ; προσευχήν, παιδίσκην ; τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα Πύθωνος ἀπαντῆσαι; ἡμῖν, ἥτις παρεῖχεν τοῖς ; κυρίοις ; αὐτῆς ἐργασίαν πολλὴν μαντευομένη.
أعمال الرسل 16: 18
Act.16.18
وَكَانَتْ تَفْعَلُ هذَا أَيَّامًا كَثِيرَةً. فَضَجِرَ بُولُسُ وَالْتَفَتَ إِلَى الرُّوحِ وَقَالَ: أَنَا آمُرُكَ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنْ تَخْرُجَ مِنْهَا.. فَخَرَجَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ.
δὲ ἐποίει τοῦτο ἐπὶ ; ἡμέρας. πολλὰς διαπονηθεὶς ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπεν· παραγγέλλω ; σοι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῆς. καὶ ; ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ.
أعمال الرسل 18: 5
Act.18.5
وَلَمَّا انْحَدَرَ سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسُ مِنْ مَكِدُونِيَّةَ، كَانَ بُولُسُ مُنْحَصِرًا بِالرُّوحِ وَهُوَ يَشْهَدُ لِلْيَهُودِ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Ὡς ; δὲ κατῆλθον ὅ ; τε ; Σιλᾶς καὶ ; ὁ ; Τιμόθεος, ἀπὸ τῆς ; Μακεδονίας ὁ ; Παῦλος συνείχετο τῷ ; πνεύματι διαμαρτυρόμενος τοῖς ; Ἰουδαίοις τὸν ; χριστὸν ; εἶναι Ἰησοῦν.¶
أعمال الرسل 18: 25
Act.18.25
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
أعمال الرسل 19: 2
Act.19.2
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
أعمال الرسل 19: 2
Act.19.2
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
أعمال الرسل 19: 6
Act.19.6
وَلَمَّا وَضَعَ بُولُسُ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ، فَطَفِقُوا يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَاتٍ وَيَتَنَبَّأُونَ.
καὶ ἐπιθέντος τοῦ ; Παύλου τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἦλθεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ἐλάλουν ; τε γλώσσαις καὶ ; ἐπροφήτευον.
أعمال الرسل 19: 12
Act.19.12
حَتَّى كَانَ يُؤْتَى عَنْ جَسَدِهِ بِمَنَادِيلَ أَوْ مَآزِرَ إِلَى الْمَرْضَى، فَتَزُولُ عَنْهُمُ الأَمْرَاضُ، وَتَخْرُجُ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ مِنْهُمْ.
ὥστε ; καὶ ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ ; χρωτὸς ; αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια ἐπὶ τοὺς ; ἀσθενοῦντας καὶ ; ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν τὰς ; νόσους τε ; ἐξέρχεσθαι τά ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
أعمال الرسل 19: 13
Act.19.13
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος