ك
إصحاح
G4150
G4151. pneuma
G4152
المعنى المختصر للكلمة
pneuma: a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
اللفظ الأصلي πνεῦμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pneuma (pnyoo-mah)
تكرار الورود في الكتاب 357 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
2 by analogy or figuratively, a spirit, i.e. (human) the rational soul, (by implication) vital principle, mental disposition, etc., or (superhuman) an angel, demon, or (divine) God, Christ's spirit, the Holy Spirit
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ghost life spirit(-ual, -ually) mind

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; πνεῦμα (68×) πνεῦμα (47×) πνεύματος (31×) πνεύματι (27×) τοῦ ; πνεύματος (25×) ἐν ; πνεύματι (21×) τῷ ; πνεύματι (16×) πνεύματα (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (357 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
وَأَمَّا الْكَنَائِسُ فِي جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَالْجَلِيلِ وَالسَّامِرَةِ فَكَانَ لَهَا سَلاَمٌ، وَكَانَتْ تُبْنَى وَتَسِيرُ فِي خَوْفِ الرَّبِّ، وَبِتَعْزِيَةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ كَانَتْ تَتَكَاثَرُ.
μὲν ; οὖν Αἱ; ἐκκλησίαι καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Γαλιλαίας καὶ ; Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην, οἰκοδομούμεναι καὶ ; πορευόμεναι τῷ ; φόβῳ τοῦ ; κυρίου, καὶ ; τῇ ; παρακλήσει τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐπληθύνοντο
وَبَيْنَمَا بُطْرُسُ مُتَفَكِّرٌ فِي الرُّؤْيَا، قَالَ لَهُ الرُّوحُ: هُوَذَا ثَلاَثَةُ رِجَال يَطْلُبُونَكَ.
δὲ Τοῦ ; Πέτρου ἐνθυμουμένου περὶ τοῦ ; ὁράματος εἶπεν αὐτῷ τὸ ; πνεῦμα· ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ζητοῦσίν; σε·
يَسُوعُ الَّذِي مِنَ النَّاصِرَةِ كَيْفَ مَسَحَهُ اللهُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَالْقُوَّةِ، الَّذِي جَالَ يَصْنَعُ خَيْرًا وَيَشْفِي جَمِيعَ الْمُتَسَلِّطِ عَلَيْهِمْ إِبْلِيسُ، لأَنَّ اللهَ كَانَ مَعَهُ.
Ἰησοῦν τὸν ; ἀπὸ Ναζαρέθ, ὡς ἔχρισεν ; αὐτὸν ὁ ; θεὸς πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; δυνάμει, ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν ἰώμενος ; καὶ πάντας καταδυναστευομένους ; τοὺς ὑπὸ ; τοῦ ; διαβόλου, ὅτι ὁ ; θεὸς ἦν μετ᾽ ; αὐτοῦ·
فَبَيْنَمَا بُطْرُسُ يَتَكَلَّمُ بِهذِهِ الأُمُورِ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ.
Ἔτι τοῦ ; Πέτρου λαλοῦντος ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν ; λόγον.
فَانْدَهَشَ الْمُؤْمِنُونَ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ، كُلُّ مَنْ جَاءَ مَعَ بُطْرُسَ، لأَنَّ مَوْهِبَةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ قَدِ انْسَكَبَتْ عَلَى الأُمَمِ أَيْضًا.
καὶ ; ἐξέστησαν οἱ ; πιστοὶ ἐκ περιτομῆς ὅσοι συνῆλθαν τῷ ; Πέτρῳ, ὅτι ἡ ; δωρεὰ τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐκκέχυται· ἐπὶ τὰ ; ἔθνη καὶ
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
لأَنَّهُ كَانَ رَجُلاً صَالِحًا وَمُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَالإِيمَانِ. فَانْضَمَّ إِلَى الرَّبِّ جَمْعٌ غَفِيرٌ.
ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; πίστεως. καὶ ; προσετέθη τῷ κυρίῳ. ὄχλος ἱκανὸς
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
وَبَيْنَمَا هُمْ يَخْدِمُونَ الرَّبَّ وَيَصُومُونَ، قَالَ الرُّوحُ الْقُدُسُ: أَفْرِزُوا لِي بَرْنَابَا وَشَاوُلَ لِلْعَمَلِ الَّذِي دَعَوْتُهُمَا إِلَيْهِ.
δὲ αὐτῶν λειτουργούντων τῷ ; κυρίῳ καὶ ; νηστευόντων εἶπεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον· ἀφορίσατε μοι τὸν ; Βαρναβᾶν καὶ ; τὸν ; Σαῦλον εἰς ; τὸ ; ἔργον ὃ προσκέκλημαι ; αὐτούς.
فَهذَانِ إِذْ أُرْسِلاَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ انْحَدَرَا إِلَى سَلُوكِيَةَ، وَمِنْ هُنَاكَ سَافَرَا فِي الْبَحْرِ إِلَى قُبْرُسَ.
Οὗτοι; μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου κατῆλθον εἰς τὴν ; Σελεύκειαν, ἐκεῖθέν ; τε ἀπέπλευσαν εἰς τὴν ; Κύπρον.
وَأَمَّا شَاوُلُ، الَّذِي هُوَ بُولُسُ أَيْضًا، فَامْتَلأَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَشَخَصَ إِلَيْهِ
δὲ Σαῦλος ὁ Παῦλος καὶ πλησθεὶς πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἀτενίσας εἰς ; αὐτὸν
وَأَمَّا التَّلاَمِيذُ فَكَانُوا يَمْتَلِئُونَ مِنَ الْفَرَحِ وَالرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ οἵ ; μαθηταὶ ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ ; πνεύματος ἁγίου.¶
وَاللهُ الْعَارِفُ الْقُلُوبَ، شَهِدَ لَهُمْ مُعْطِيًا لَهُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا لَنَا أَيْضًا.
καὶ ; ὁ ; θεὸς καρδιογνώστης ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμῖν· καὶ
لأَنَّهُ قَدْ رَأَى الرُّوحُ الْقُدُسُ وَنَحْنُ، أَنْ لاَ نَضَعَ عَلَيْكُمْ ثِقْلاً أَكْثَرَ، غَيْرَ هذِهِ الأَشْيَاءِ الْوَاجِبَةِ:
γὰρ ἔδοξεν τῷ ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; ἡμῖν μηδὲν ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλέον πλὴν τούτων τῶν ; ἐπάναγκες
وَبَعْدَ مَا اجْتَازُوا فِي فِرِيجِيَّةَ وَكُورَةِ غَلاَطِيَّةَ، مَنَعَهُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِالْكَلِمَةِ فِي أَسِيَّا.
δὲ Διελθόντες τὴν ; Φρυγίαν καὶ ; τὴν ; χώραν Γαλατικὴν κωλυθέντες ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος ἁγίου λαλῆσαι τὸν ; λόγον ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ,
فَلَمَّا أَتَوْا إِلَى مِيسِيَّا حَاوَلُوا أَنْ يَذْهَبُوا إِلَى بِثِينِيَّةَ، فَلَمْ يَدَعْهُمُ الرُّوحُ.
δὲ ἐλθόντες κατὰ τὴν ; Μυσίαν ἐπείραζον πορεύεσθαι κατὰ τὴν ; Βιθυνίαν καὶ ; οὐκ εἴασεν ; αὐτοὺς τὸ ; πνεῦμα
وَحَدَثَ بَيْنَمَا كُنَّا ذَاهِبِينَ إِلَى الصَّلاَةِ، أَنَّ جَارِيَةً بِهَا رُوحُ عِرَافَةٍ اسْتَقْبَلَتْنَا. وَكَانَتْ تُكْسِبُ مَوَالِيَهَا مَكْسَبًا كَثِيرًا بِعِرَافَتِهَا.
Ἐγένετο ; δὲ πορευομένων ; ἡμῶν εἰς τὴν ; προσευχήν, παιδίσκην ; τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα Πύθωνος ἀπαντῆσαι; ἡμῖν, ἥτις παρεῖχεν τοῖς ; κυρίοις ; αὐτῆς ἐργασίαν πολλὴν μαντευομένη.
وَكَانَتْ تَفْعَلُ هذَا أَيَّامًا كَثِيرَةً. فَضَجِرَ بُولُسُ وَالْتَفَتَ إِلَى الرُّوحِ وَقَالَ: أَنَا آمُرُكَ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَنْ تَخْرُجَ مِنْهَا.. فَخَرَجَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ.
δὲ ἐποίει τοῦτο ἐπὶ ; ἡμέρας. πολλὰς διαπονηθεὶς ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπεν· παραγγέλλω ; σοι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῆς. καὶ ; ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ.
وَلَمَّا انْحَدَرَ سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسُ مِنْ مَكِدُونِيَّةَ، كَانَ بُولُسُ مُنْحَصِرًا بِالرُّوحِ وَهُوَ يَشْهَدُ لِلْيَهُودِ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Ὡς ; δὲ κατῆλθον ὅ ; τε ; Σιλᾶς καὶ ; ὁ ; Τιμόθεος, ἀπὸ τῆς ; Μακεδονίας ὁ ; Παῦλος συνείχετο τῷ ; πνεύματι διαμαρτυρόμενος τοῖς ; Ἰουδαίοις τὸν ; χριστὸν ; εἶναι Ἰησοῦν.¶
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
وَلَمَّا وَضَعَ بُولُسُ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ، فَطَفِقُوا يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَاتٍ وَيَتَنَبَّأُونَ.
καὶ ἐπιθέντος τοῦ ; Παύλου τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἦλθεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ἐλάλουν ; τε γλώσσαις καὶ ; ἐπροφήτευον.
حَتَّى كَانَ يُؤْتَى عَنْ جَسَدِهِ بِمَنَادِيلَ أَوْ مَآزِرَ إِلَى الْمَرْضَى، فَتَزُولُ عَنْهُمُ الأَمْرَاضُ، وَتَخْرُجُ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ مِنْهُمْ.
ὥστε ; καὶ ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ ; χρωτὸς ; αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια ἐπὶ τοὺς ; ἀσθενοῦντας καὶ ; ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν τὰς ; νόσους τε ; ἐξέρχεσθαι τά ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος