ك
إصحاح
G4150
G4151. pneuma
G4152
المعنى المختصر للكلمة
pneuma: a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
اللفظ الأصلي πνεῦμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pneuma (pnyoo-mah)
تكرار الورود في الكتاب 357 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a current of air, i.e. breath (blast) or a breeze
2 by analogy or figuratively, a spirit, i.e. (human) the rational soul, (by implication) vital principle, mental disposition, etc., or (superhuman) an angel, demon, or (divine) God, Christ's spirit, the Holy Spirit
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ghost life spirit(-ual, -ually) mind

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; πνεῦμα (68×) πνεῦμα (47×) πνεύματος (31×) πνεύματι (27×) τοῦ ; πνεύματος (25×) ἐν ; πνεύματι (21×) τῷ ; πνεύματι (16×) πνεύματα (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (357 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
رُوحُ الْحَقِّ الَّذِي لاَ يَسْتَطِيعُ الْعَالَمُ أَنْ يَقْبَلَهُ، لأَنَّهُ لاَ يَرَاهُ وَلاَ يَعْرِفُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَعْرِفُونَهُ لأَنَّهُ مَاكِثٌ مَعَكُمْ وَيَكُونُ فِيكُمْ.
τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὃ οὐ δύναται ὁ ; κόσμος λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ ; αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει ; αὐτό· ὑμεῖς γινώσκετε ; αὐτό, ὅτι μένει παρ᾽ ; ὑμῖν καὶ ; ἔσται. ἐν ; ὑμῖν
وَأَمَّا الْمُعَزِّي، الرُّوحُ الْقُدُسُ، الَّذِي سَيُرْسِلُهُ الآبُ بِاسْمِي، فَهُوَ يُعَلِّمُكُمْ كُلَّ شَيْءٍ، وَيُذَكِّرُكُمْ بِكُلِّ مَا قُلْتُهُ لَكُمْ.
δὲ ὁ ; παράκλητος, τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ὃ πέμψει ὁ ; πατὴρ ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐκεῖνος διδάξει ; ὑμᾶς πάντα καὶ ; ὑπομνήσει ; ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν
وَمَتَى جَاءَ الْمُعَزِّي الَّذِي سَأُرْسِلُهُ أَنَا إِلَيْكُمْ مِنَ الآبِ، رُوحُ الْحَقِّ، الَّذِي مِنْ عِنْدِ الآبِ يَنْبَثِقُ، فَهُوَ يَشْهَدُ لِي.
Ὅταν ; δὲ ἔλθῃ ὁ ; παράκλητος ὃν πέμψω ἐγὼ ὑμῖν παρὰ τοῦ ; πατρός, τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ ; πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ; ἐμοῦ·
وَأَمَّا مَتَى جَاءَ ذَاكَ، رُوحُ الْحَقِّ، فَهُوَ يُرْشِدُكُمْ إِلَى جَمِيعِ الْحَقِّ، لأَنَّهُ لاَ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ كُلُّ مَا يَسْمَعُ يَتَكَلَّمُ بِهِ، وَيُخْبِرُكُمْ بِأُمُورٍ آتِيَةٍ.
δὲ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὁδηγήσει ; ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν; ἀλήθειαν γὰρ οὐ λαλήσει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾽ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν. τὰ ἐρχόμενα
فَلَمَّا أَخَذَ يَسُوعُ الْخَلَّ قَالَ: قَدْ أُكْمِلَ. وَنَكَّسَ رَأْسَهُ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
ὅτε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸ ; ὄξος εἶπεν· τετέλεσται. καὶ ; κλίνας τὴν ; κεφαλὴν παρέδωκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
وَلَمَّا قَالَ هذَا نَفَخَ وَقَالَ لَهُمُ: اقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
καὶ εἰπὼν τοῦτο ἐνεφύσησεν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· λάβετε πνεῦμα ἅγιον.
إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي ارْتَفَعَ فِيهِ، بَعْدَ مَا أَوْصَى بِالرُّوحِ الْقُدُسِ الرُّسُلَ الَّذِينَ اخْتَارَهُمْ.
ἄχρι ἧς ; ἡμέρας ἀνελήμφθη. ἐντειλάμενος διὰ ; πνεύματος ἁγίου τοῖς ; ἀποστόλοις οὓς ἐξελέξατο
لأَنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِالْمَاءِ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتَتَعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ، لَيْسَ بَعْدَ هذِهِ الأَيَّامِ بِكَثِيرٍ.
ὅτι Ἰωάννης μὲν ; ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετὰ ταύτας ἡμέρας.¶ πολλὰς
لكِنَّكُمْ سَتَنَالُونَ قُوَّةً مَتَى حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْكُمْ، وَتَكُونُونَ لِي شُهُودًا فِي أُورُشَلِيمَ وَفِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ وَإِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; ἔσεσθέ μοι; μάρτυρες ἔν τε ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἐν πάσῃ τῇ ; Ἰουδαίᾳ καὶ ; Σαμαρείᾳ καὶ ; ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَابْتَدَأُوا يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ أُخْرَى كَمَا أَعْطَاهُمُ الرُّوحُ أَنْ يَنْطِقُوا.
καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤρξαντο λαλεῖν γλώσσαις ἑτέραις καθὼς ἐδίδου τὸ ; πνεῦμα αὐτοῖς.¶ ἀποφθέγγεσθαι
وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَابْتَدَأُوا يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ أُخْرَى كَمَا أَعْطَاهُمُ الرُّوحُ أَنْ يَنْطِقُوا.
καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤρξαντο λαλεῖν γλώσσαις ἑτέραις καθὼς ἐδίδου τὸ ; πνεῦμα αὐτοῖς.¶ ἀποφθέγγεσθαι
وَإِذِ ارْتَفَعَ بِيَمِينِ اللهِ، وَأَخَذَ مَوْعِدَ الرُّوحِ الْقُدُسِ مِنَ الآبِ، سَكَبَ هذَا الَّذِي أَنْتُمُ الآنَ تُبْصِرُونَهُ وَتَسْمَعُونَهُ.
οὖν ὑψωθεὶς τῇ ; δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ τε ; λαβὼν ἐπαγγελίαν τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου παρὰ τοῦ ; πατρὸς ἐξέχεεν τοῦτο ὃ ὑμεῖς νὺν βλέπετε καὶ ; ἀκούετε.
فَقَالَ لَهُمْ بُطْرُسُ: تُوبُوا وَلْيَعْتَمِدْ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ عَلَى اسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِغُفْرَانِ الْخَطَايَا، فَتَقْبَلُوا عَطِيَّةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; ἔφη αὐτούς· ; πρὸς Πέτρος μετανοήσατε καὶ ; βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; λήμψεσθε τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; πνεύματος· ἁγίου
حِينَئِذٍ امْتَلأَ بُطْرُسُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَقَالَ لَهُمْ: يَا رُؤَسَاءَ الشَّعْبِ وَشُيُوخَ إِسْرَائِيلَ،
Τότε πλησθεὶς Πέτρος πνεύματος ἁγίου εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄρχοντες τοῦ ; λαοῦ καὶ ; πρεσβύτεροι τοῦ ; Ἰσραήλ,
وَلَمَّا صَلَّوْا تَزَعْزَعَ الْمَكَانُ الَّذِي كَانُوا مُجْتَمِعِينَ فِيهِ، وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَكَانُوا يَتَكَلَّمُونَ بِكَلاَمِ اللهِ بِمُجَاهَرَةٍ.
καὶ αὐτῶν ; δεηθέντων ἐσαλεύθη ὁ ; τόπος ᾧ ἦσαν συνηγμένοι, ἐν καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες τοῦ πνεύματος ἁγίου καὶ ἐλάλουν τὸν ; λόγον θεοῦ μετὰ ; παρρησίας.¶
فَقَالَ بُطْرُسُ: يَا حَنَانِيَّا، لِمَاذَا مَلأَ الشَّيْطَانُ قَلْبَكَ لِتَكْذِبَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ وَتَخْتَلِسَ مِنْ ثَمَنِ الْحَقْلِ.
Εἶπεν ; δὲ Πέτρος· Ἁνανία, τί ἐπλήρωσεν ὁ ; σατανᾶς τὴν ; καρδίαν ; σου ψεύσασθαί τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καὶ ; νοσφίσασθαι ἀπὸ τιμῆς ; τῆς τοῦ ; χωρίου;
فَقَالَ لَهَا بُطْرُسُ: مَا بَالُكُمَا اتَّفَقْتُمَا عَلَى تَجْرِبَةِ رُوحِ الرَّبِّ. هُوَذَا أَرْجُلُ الَّذِينَ دَفَنُوا رَجُلَكِ عَلَى الْبَابِ، وَسَيَحْمِلُونَكِ خَارِجًا.
δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτήν· ὁ ; Πέτρος τί ; ὅτι συνεφωνήθη ; ὑμῖν πειράσαι τὸ ; πνεῦμα κυρίου; ἰδοὺ οἱ ; πόδες τῶν θαψάντων τὸν ; ἄνδρα ; σου ἐπὶ τῇ ; θύρᾳ σε. ; ἐξοίσουσίν ; καὶ
وَاجْتَمَعَ جُمْهُورُ الْمُدُنِ الْمُحِيطَةِ إِلَى أُورُشَلِيمَ حَامِلِينَ مَرْضَى وَمُعَذَّبِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ، وَكَانُوا يُبْرَأُونَ جَمِيعُهُمْ.
συνήρχετο ; δὲ τὸ ; πλῆθος τῶν ; πόλεων πέριξ εἰς Ἰερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ; ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ; ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.¶
وَنَحْنُ شُهُودٌ لَهُ بِهذِهِ الأُمُورِ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ أَيْضًا، الَّذِي أَعْطَاهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُطِيعُونَهُ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐσμεν ; μάρτυρες αὐτοῦ τῶν ; τούτων ῥημάτων τὸ ; πνεῦμα ἅγιον ; τὸ καὶ ὃ ἔδωκεν ὁ ; θεὸς τοῖς πειθαρχοῦσιν ; αὐτῷ.
فَانْتَخِبُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ سَبْعَةَ رِجَال مِنْكُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ وَمَمْلُوِّينَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَحِكْمَةٍ، فَنُقِيمَهُمْ عَلَى هذِهِ الْحَاجَةِ.
οὖν; ἐπισκέψασθε ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρας ἐξ ; ὑμῶν μαρτυρουμένους πλήρεις πνεύματος ἁγίου σοφίας οὓς ; καταστήσομεν ἐπὶ ταύτης· τῆς ; χρείας
وَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُقَاوِمُوا الْحِكْمَةَ وَالرُّوحَ الَّذِي كَانَ يَتَكَلَّمُ بِهِ.
καὶ ; οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ ; σοφίᾳ καὶ ; τῷ ; πνεύματι ᾧ ; ἐλάλει.¶
يَا قُسَاةَ الرِّقَابِ، وَغَيْرَ الْمَخْتُونِينَ بِالْقُلُوبِ وَالآذَانِ. أَنْتُمْ دَائِمًا تُقَاوِمُونَ الرُّوحَ الْقُدُسَ. كَمَا كَانَ آبَاؤُكُمْ كَذلِكَ أَنْتُمْ.
σκληροτράχηλοι καὶ ; ἀπερίτμητοι τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; τοῖς ; ὠσίν, ὑμῶν ἀεὶ ἀντιπίπτετε, τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἁγίῳ ὡς οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν καὶ ὑμεῖς·
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
لأَنَّ كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ بِهِمْ أَرْوَاحٌ نَجِسَةٌ كَانَتْ تَخْرُجُ صَارِخَةً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ. وَكَثِيرُونَ مِنَ الْمَفْلُوجِينَ وَالْعُرْجِ شُفُوا.
γὰρ Πολλῶν τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα ἐξήρχετο βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ πολλοὶ ; δὲ παραλελυμένοι καὶ ; χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν·
اللَّذَيْنِ لَمَّا نَزَلاَ صَلَّيَا لأَجْلِهِمْ لِكَيْ يَقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ،
οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ ; αὐτῶν ὅπως λάβωσιν πνεῦμα ἅγιον.
حِينَئِذٍ وَضَعَا الأَيَادِيَ عَلَيْهِمْ فَقَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
τότε ἐπετίθεσαν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτούς, καὶ ; ἐλάμβανον πνεῦμα ἅγιον.¶
وَلَمَّا رَأَى سِيمُونُ أَنَّهُ بِوَضْعِ أَيْدِي الرُّسُلِ يُعْطَى الرُّوحُ الْقُدُسُ قَدَّمَ لَهُمَا دَرَاهِمَ
δὲ Θεασάμενος ὁ ; Σίμων ὅτι διὰ ; τῆς ; ἐπιθέσεως τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων δίδοται τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα
قَائِلاً: أَعْطِيَانِي أَنَا أَيْضًا هذَا السُّلْطَانَ، حَتَّى أَيُّ مَنْ وَضَعْتُ عَلَيْهِ يَدَيَّ يَقْبَلُ الرُّوحَ الْقُدُسَ.
λέγων· δότε κἀμοὶ ταύτην, ἐξουσίαν ἵνα ἂν ἐπιθῶ ᾧ τὰς ; χεῖρας λαμβάνῃ πνεῦμα ἅγιον.
فَقَالَ الرُّوحُ لِفِيلُبُّسَ: تَقَدَّمْ وَرَافِقْ هذِهِ الْمَرْكَبَةَ.
εἶπεν ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τῷ ; Φιλίππῳ· πρόσελθε καὶ ; κολλήθητι τούτῳ. τῷ ; ἅρματι