ك
إصحاح
G3766
G3767. oun
G3768
المعنى المختصر للكلمة
oun: (adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly
اللفظ الأصلي οὖν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oun (oon)
تكرار الورود في الكتاب 422 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

(adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly

الإنجليزية — KJV Translation Tags
and (so, truly) but now (then) so (likewise then) then therefore verily wherefore

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὖν (91×) ἔλεγον ; οὖν (11×) Εἶπεν ; οὖν (11×) μὲν ; οὖν (10×) τί ; οὖν (9×) μὴ ; οὖν (9×) εἰ ; οὖν (9×) εἶπον ; οὖν (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (422 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَتِ الْجَارِيَةُ الْبَوَّابَةُ لِبُطْرُسَ: أَلَسْتَ أَنْتَ أَيْضًا مِنْ تَلاَمِيذِ هذَا الإِنْسَانِ. قَالَ ذَاكَ: لَسْتُ أَنَا..
λέγει ; οὖν ἡ ; παιδίσκη ἡ ; θυρωρός· τῷ ; Πέτρῳ μὴ σὺ ; εἶ καὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν τούτου; τοῦ ; ἀνθρώπου λέγει ἐκεῖνος· οὐκ εἰμί.
وَكَانَ حَنَّانُ قَدْ أَرْسَلَهُ مُوثَقًا إِلَى قَيَافَا رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
οὖν ὁ ; Ἅννας Ἀπέστειλεν ; αὐτὸν δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ; ἀρχιερέα.
وَسِمْعَانُ بُطْرُسُ كَانَ وَاقِفًا يَصْطَلِي. فَقَالُوا لَهُ: أَلَسْتَ أَنْتَ أَيْضًا مِنْ تَلاَمِيذِهِ. فَأَنْكَرَ ذَاكَ وَقَالَ: لَسْتُ أَنَا..
δὲ ; Σίμων Πέτρος ἦν ἑστὼς καὶ ; θερμαινόμενος. εἶπον ; οὖν αὐτῷ· μὴ σὺ ; εἶ; καὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἠρνήσατο ; οὖν ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· οὐκ εἰμί.
وَسِمْعَانُ بُطْرُسُ كَانَ وَاقِفًا يَصْطَلِي. فَقَالُوا لَهُ: أَلَسْتَ أَنْتَ أَيْضًا مِنْ تَلاَمِيذِهِ. فَأَنْكَرَ ذَاكَ وَقَالَ: لَسْتُ أَنَا..
δὲ ; Σίμων Πέτρος ἦν ἑστὼς καὶ ; θερμαινόμενος. εἶπον ; οὖν αὐτῷ· μὴ σὺ ; εἶ; καὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἠρνήσατο ; οὖν ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· οὐκ εἰμί.
ثُمَّ جَاءُوا بِيَسُوعَ مِنْ عِنْدِ قَيَافَا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ، وَكَانَ صُبْحٌ. وَلَمْ يَدْخُلُوا هُمْ إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ لِكَيْ لاَ يَتَنَجَّسُوا، فَيَأْكُلُونَ الْفِصْحَ.
Ἄγουσιν ; οὖν τὸν ; Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ ; Καϊάφα εἰς τὸ ; πραιτώριον· ἦν ; δὲ πρωίᾳ καὶ ; οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ ; πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν ἀλλὰ ; φάγωσιν τὸ ; πάσχα.
فَخَرَجَ بِيلاَطُسُ إِلَيْهِمْ وَقَالَ: أَيَّةَ شِكَايَةٍ تُقَدِّمُونَ عَلَى هذَا الإِنْسَانِ.
ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Πιλᾶτος πρὸς ; αὐτοὺς καὶ ; εἶπεν τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τούτου;¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاحْكُمُوا عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِكُمْ. فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لاَ يَجُوزُ لَنَا أَنْ نَقْتُلَ أَحَدًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; κρίνατε αὐτόν. κατὰ τὸν ; νόμον ; ὑμῶν εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν ἀποκτεῖναι οὐδένα·
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاحْكُمُوا عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِكُمْ. فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لاَ يَجُوزُ لَنَا أَنْ نَقْتُلَ أَحَدًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; κρίνατε αὐτόν. κατὰ τὸν ; νόμον ; ὑμῶν εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν ἀποκτεῖναι οὐδένα·
ثُمَّ دَخَلَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَدَعَا يَسُوعَ، وَقَالَ لَهُ: أنْتَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
οὖν Εἰσῆλθεν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; ἐφώνησεν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων;
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
وَلَكُمْ عَادَةٌ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ وَاحِدًا فِي الْفِصْحِ. أَفَتُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ مَلِكَ الْيَهُودِ..
ἔστιν ; δὲ ; ὑμῖν συνήθεια ἵνα ἀπολύσω ὑμῖν ἕνα ἐν τῷ ; πάσχα· βούλεσθε ; οὖν ἀπολύσω ὑμῖν τὸν ; βασιλέα τῶν ; Ἰουδαίων;
فَصَرَخُوا أَيْضًا جَمِيعُهُمْ قَائِلِينَ: لَيْسَ هذَا بَلْ بَارَابَاسَ.. وَكَانَ بَارَابَاسُ لِصًّا.
ἐκραύγασαν ; οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον ἀλλὰ τὸν ; Βαραββᾶν· ἦν ; δὲ ὁ ; Βαραββᾶς λῃστής.¶
فَحِينَئِذٍ أَخَذَ بِيلاَطُسُ يَسُوعَ وَجَلَدَهُ.
Τότε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Πιλᾶτος τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐμαστίγωσεν.
فَخَرَجَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا خَارِجًا وَقَالَ لَهُمْ: هَا أَنَا أُخْرِجُهُ إِلَيْكُمْ لِتَعْلَمُوا أَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν ἔξω καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ; αὐτὸν ; ἔξω, ὑμῖν ἵνα ; γνῶτε ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ.¶ αἰτίαν
فَخَرَجَ يَسُوعُ خَارِجًا وَهُوَ حَامِلٌ إِكْلِيلَ الشَّوْكِ وَثَوْبَ الأُرْجُوانِ. فَقَالَ لَهُمْ هُوَذَا الإِنْسَانُ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ; στέφανον ἀκάνθινον καὶ ; τὸ ; ἱμάτιον. πορφυροῦν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ; ἄνθρωπος.
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ هذَا الْقَوْلَ ازْدَادَ خَوْفًا.
Ὅτε ; οὖν ἤκουσεν ὁ ; Πιλᾶτος τοῦτον τὸν ; λόγον μᾶλλον ἐφοβήθη
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَمَا تُكَلِّمُنِي. أَلَسْتَ تَعْلَمُ أَنَّ لِي سُلْطَانًا أَنْ أَصْلِبَكَ وَسُلْطَانًا أَنْ أُطْلِقَكَ.
λέγει ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· οὐ ἐμοὶ ; λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἔχω ἐξουσίαν σταυρῶσαί ; σε; ἐξουσίαν ; ἔχω ἀπολῦσαί ; σε
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ هذَا الْقَوْلَ أَخْرَجَ يَسُوعَ، وَجَلَسَ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ فِي مَوْضِعٍ يُقَالُ لَهُ الْبَلاَطُ وَبِالْعِبْرَانِيَّةِ جَبَّاثَا.
οὖν ἀκούσας Ὁ ; Πιλᾶτος τοῦτον τὸν; λόγον ἤγαγεν ; ἔξω τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ ; βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ ; δὲ Γαββαθα.
فَحِينَئِذٍ أَسْلَمَهُ إِلَيْهِمْ لِيُصْلَبَ. فَأَخَذُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ.
Τότε ; οὖν παρέδωκεν ; αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα ; σταυρωθῇ. παρέλαβον ; δὲ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀπήγαγον·
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أُمَّهُ، وَالتِّلْمِيذَ الَّذِي كَانَ يُحِبُّهُ وَاقِفًا، قَالَ لأُمِّهِ: يَا امْرَأَةُ، هُوَذَا ابْنُكِ.
οὖν ἰδὼν Ἰησοῦς τὴν ; μητέρα καὶ ; τὸν ; μαθητὴν ὃν ἠγάπα, παρεστῶτα λέγει τῇ ; μητρί ; αὐτοῦ· γύναι, ἰδοὺ ὁ ; υἱός ; σου.
وَكَانَ إِنَاءٌ مَوْضُوعًا مَمْلُوًّا خَّلاً، فَمَلأُوا إِسْفِنْجَةً مِنَ الْخَلِّ، وَوَضَعُوهَا عَلَى زُوفَا وَقَدَّمُوهَا إِلَى فَمِهِ.
οὖν σκεῦος ἔκειτο μεστόν. ὄξους δέ; πλήσαντες; οἱ σπόγγον ὄξους καὶ ; περιθέντες ὑσσώπῳ προσήνεγκαν ; αὐτοῦ τῷ στόματι.
فَلَمَّا أَخَذَ يَسُوعُ الْخَلَّ قَالَ: قَدْ أُكْمِلَ. وَنَكَّسَ رَأْسَهُ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
ὅτε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸ ; ὄξος εἶπεν· τετέλεσται. καὶ ; κλίνας τὴν ; κεφαλὴν παρέδωκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
فَأَتَى الْعَسْكَرُ وَكَسَرُوا سَاقَيِ الأَوَّلِ وَالآخَرِ الْمَصْلُوبِ مَعَهُ.
ἦλθον ; οὖν οἱ ; στρατιῶται καὶ ; κατέαξαν τὰ ; σκέλη τοῦ ; πρώτου καὶ ; τοῦ ; ἄλλου τοῦ ; συσταυρωθέντος αὐτῷ.
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
فَأَخَذَا جَسَدَ يَسُوعَ، وَلَفَّاهُ بِأَكْفَانٍ مَعَ الأَطْيَابِ، كَمَا لِلْيَهُودِ عَادَةٌ أَنْ يُكَفِّنُوا.
ἔλαβον ; οὖν τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἔδησαν ; αὐτὸ ὀθονίοις μετὰ τῶν ; ἀρωμάτων, καθὼς τοῖς ; Ἰουδαίοις ἔθος ἐστὶν ἐνταφιάζειν.¶