ك
إصحاح
G3766
G3767. oun
G3768
المعنى المختصر للكلمة
oun: (adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly
اللفظ الأصلي οὖν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق oun (oon)
تكرار الورود في الكتاب 422 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

(adverbially) certainly, or (conjunctionally) accordingly

الإنجليزية — KJV Translation Tags
and (so, truly) but now (then) so (likewise then) then therefore verily wherefore

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὖν (91×) ἔλεγον ; οὖν (11×) Εἶπεν ; οὖν (11×) μὲν ; οὖν (10×) τί ; οὖν (9×) μὴ ; οὖν (9×) εἰ ; οὖν (9×) εἶπον ; οὖν (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (422 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
فَجَمَعُوا وَمَلأُوا اثْنَتَيْ عَشْرَةَ قُفَّةً مِنَ الْكِسَرِ، مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةِ الشَّعِيرِ، الَّتِي فَضَلَتْ عَنِ الآكِلِينَ.
συνήγαγον ; οὖν καὶ ; ἐγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων ἐκ τῶν ; πέντε ἄρτων τῶν ; κριθίνων ἃ ἐπερίσσευσεν τοῖς ; βεβρωκόσιν.¶
فَلَمَّا رَأَى النَّاسُ الآيَةَ الَّتِي صَنَعَهَا يَسُوعُ قَالُوا: إِنَّ هذَا هُوَ بِالْحَقِيقَةِ النَّبِيُّ الآتِي إِلَى الْعَالَمِ.
οὖν ἰδόντες Οἱ ; ἄνθρωποι σημεῖον ὃ ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ ; προφήτης ὁ ; ἐρχόμενος εἰς τὸν ; κόσμον.¶
وَأَمَّا يَسُوعُ فَإِذْ عَلِمَ أَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَأْتُوا وَيَخْتَطِفُوهُ لِيَجْعَلُوهُ مَلِكًا، انْصَرَفَ أَيْضًا إِلَى الْجَبَلِ وَحْدَهُ.
Ἰησοῦς ; οὖν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ; ἁρπάζειν ; αὐτὸν ἵνα ; ποιήσωσιν ; αὐτὸν βασιλέα ἀνεχώρησεν πάλιν εἰς τὸ ; ὄρος αὐτὸς ; μόνος.¶
فَلَمَّا كَانُوا قَدْ جَذَّفُوا نَحْوَ خَمْسٍ وَعِشْرِينَ أَوْ ثَلاَثِينَ غَلْوَةً، نَظَرُوا يَسُوعَ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ مُقْتَرِبًا مِنَ السَّفِينَةِ، فَخَافُوا.
οὖν ἐληλακότες ὡς πέντε εἴκοσι ἢ τριάκοντα, σταδίους θεωροῦσιν Ἰησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης καὶ ; ἐγγὺς ; γινόμενον, τοῦ ; πλοίου καὶ ; ἐφοβήθησαν.
فَقَالُوا لَهُ: مَاذَا نَفْعَلُ حَتَّى نَعْمَلَ أَعْمَالَ اللهِ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· τί ποιοῦμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ;¶
فَقَالُوا لَهُ: فَأَيَّةَ آيَةٍ تَصْنَعُ لِنَرَى وَنُؤْمِنَ بِكَ. مَاذَا تَعْمَلُ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ· τί ; οὖν σημεῖον ποιεῖς ; σὺ ἵνα ; ἴδωμεν καὶ ; πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ;
فَقَالُوا لَهُ: فَأَيَّةَ آيَةٍ تَصْنَعُ لِنَرَى وَنُؤْمِنَ بِكَ. مَاذَا تَعْمَلُ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ· τί ; οὖν σημεῖον ποιεῖς ; σὺ ἵνα ; ἴδωμεν καὶ ; πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ;
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ مُوسَى أَعْطَاكُمُ الْخُبْزَ مِنَ السَّمَاءِ، بَلْ أَبِي يُعْطِيكُمُ الْخُبْزَ الْحَقِيقِيَّ مِنَ السَّمَاءِ،
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου δίδωσιν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον τὸν ; ἀληθινόν. ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
فَقَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَعْطِنَا فِي كُلِّ حِينٍ هذَا الْخُبْزَ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· κύριε, δὸς ; ἡμῖν πάντοτε τοῦτον.¶ τὸν ; ἄρτον
فَكَانَ الْيَهُودُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَيْهِ لأَنَّهُ قَالَ: أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ.
οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι Ἐγόγγυζον περὶ ; αὐτοῦ ὅτι εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβὰς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ·
وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ يَسُوعَ بْنَ يُوسُفَ، الَّذِي نَحْنُ عَارِفُونَ بِأَبِيهِ وَأُمِّهِ. فَكَيْفَ يَقُولُ هذَا: إِنِّي نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ.
καὶ ; ἔλεγον· Οὐχὶ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα; πῶς ; οὖν λέγει οὗτος ὅτι ; καταβέβηκα;¶ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لاَ تَتَذَمَّرُوا فِيمَا بَيْنَكُمْ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· μὴ γογγύζετε καὶ ἀλλήλων.
إِنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي الأَنْبِيَاءِ: وَيَكُونُ الْجَمِيعُ مُتَعَلِّمِينَ مِنَ اللهِ. فَكُلُّ مَنْ سَمِعَ مِنَ الآبِ وَتَعَلَّمَ يُقْبِلُ إِلَيَّ.
ἔστιν γεγραμμένον ἐν τοῖς ; προφήταις· καὶ ; ἔσονται πάντες διδακτοὶ τοῦ ; θεοῦ. πᾶς ; οὖν ὁ ἀκούσας παρὰ τοῦ ; πατρὸς καὶ ; μαθὼν ἔρχεται πρὸς ; ἐμέ·
فَخَاصَمَ الْيَهُودُ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: كَيْفَ يَقْدِرُ هذَا أَنْ يُعْطِيَنَا جَسَدَهُ لِنَأْكُلَ.
Ἐμάχοντο ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν ; δοῦναι τὴν ; σάρκα ; αὐτοῦ φαγεῖν;¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَأْكُلُوا جَسَدَ ابْنِ الإِنْسَانِ وَتَشْرَبُوا دَمَهُ، فَلَيْسَ لَكُمْ حَيَاةٌ فِيكُمْ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ φάγητε τὴν ; σάρκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ ; πίητε αὐτοῦ ; τὸ ; αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ; ἑαυτοῖς.
فَإِنْ رَأَيْتُمُ ابْنَ الإِنْسَانِ صَاعِدًا إِلَى حَيْثُ كَانَ أَوَّلاً.
ἐὰν ; οὖν θεωρῆτε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ ; πρότερον;
فَقَالَ يَسُوعُ لِلاثْنَيْ عَشَرَ: أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا تُرِيدُونَ أَنْ تَمْضُوا.
Εἶπεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; δώδεκα· μὴ ; ὑμεῖς καὶ θέλετε ὑπάγειν;
فَقَالَ لَهُ إِخْوَتُهُ: انْتَقِلْ مِنْ هُنَا وَاذْهَبْ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، لِكَيْ يَرَى تَلاَمِيذُكَ أَيْضًا أَعْمَالَكَ الَّتِي تَعْمَلُ،
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ· μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ; ὕπαγε εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν ἵνα θεωρήσωσιν οἱ ; μαθηταί ; σου καὶ σοῦ ; τὰ ; ἔργα ἃ ποιεῖς·
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: إِنَّ وَقْتِي لَمْ يَحْضُرْ بَعْدُ، وَأَمَّا وَقْتُكُمْ فَفِي كُلِّ حِينٍ حَاضِرٌ.
Λέγει ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ ; καιρὸς ; ὁ ; ἐμὸς οὔπω ; πάρεστιν, δὲ ὁ ; καιρὸς ; ὁ ; ὑμέτερος πάντοτέ ἐστιν ; ἕτοιμος.
فَكَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَهُ فِي الْعِيدِ، وَيَقُولُونَ: أَيْنَ ذَاكَ.
οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἑορτῇ καὶ ; ἔλεγον· ποῦ ; ἐστιν ἐκεῖνος;
فَقَالَ قَوْمٌ مِنْ أَهْلِ أُورُشَلِيمَ: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
ἔλεγον ; οὖν τινες ἐκ τῶν ; Ἱεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι;
فَنَادَى يَسُوعُ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ قِائِلاً: تَعْرِفُونَنِي وَتَعْرِفُونَ مِنْ أَيْنَ أَنَا، وَمِنْ نَفْسِي لَمْ آتِ، بَلِ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ، الَّذِي أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
Ἔκραξεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; λέγων· κἀμὲ ; οἴδατε καὶ ; οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ; ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἔστιν ἀληθινὸς ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε·
فَطَلَبُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلَمْ يُلْقِ أَحَدٌ يَدًا عَلَيْهِ، لأَنَّ سَاعَتَهُ لَمْ تَكُنْ قَدْ جَاءَتْ بَعْدُ.
ἐζήτουν ; οὖν αὐτὸν ; πιάσαι, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν τὴν ; χεῖρα, ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτοῦ.¶ οὔπω ; ἐληλύθει
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا يَسِيرًا بَعْدُ، ثُمَّ أَمْضِي إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον μικρὸν ἔτι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με.
فَقَالَ الْيَهُودُ فِيمَا بَيْنَهُمْ: إِلَى أَيْنَ هذَا مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ حَتَّى لاَ نَجِدَهُ نَحْنُ. أَلَعَلَّهُ مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى شَتَاتِ الْيُونَانِيِّينَ وَيُعَلِّمَ الْيُونَانِيِّينَ.
εἶπον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι ὅτι οὐχ εὑρήσομεν ; αὐτόν; ἡμεῖς μὴ ; μέλλει πορεύεσθαι εἰς τὴν ; διασπορὰν τῶν ; Ἑλλήνων διδάσκειν τοὺς ; Ἕλληνας;
فَكَثِيرُونَ مِنَ الْجَمْعِ لَمَّا سَمِعُوا هذَا الْكَلاَمَ قَالُوا: هذَا بِالْحَقِيقَةِ هُوَ النَّبِيُّ.
Πολλοὶ ; οὖν ἐκ τοῦ ; ὄχλου ἀκούσαντες τούτων τὸν; λόγον ἔλεγον οὗτός ἐστιν ; ἀληθῶς ὁ ; προφήτης.
فَجَاءَ الْخُدَّامُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا لَمْ تَأْتُوا بِهِ.
Ἦλθον ; οὖν οἱ ; ὑπηρέται πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; Φαρισαίους, καὶ ; εἶπον αὐτοῖς διὰ ; τί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
ثُمَّ كَلَّمَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا قَائِلاً: أَنَا هُوَ نُورُ الْعَالَمِ. مَنْ يَتْبَعْنِي فَلاَ يَمْشِي فِي الظُّلْمَةِ بَلْ يَكُونُ لَهُ نُورُ الْحَيَاةِ.
οὖν αὐτοῖς ; ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς Πάλιν λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ ; φῶς τοῦ ; κόσμου. ὁ ἀκολουθῶν ; ἐμοὶ οὐ ; μὴ περιπατήσει ἐν τῇ ; σκοτίᾳ ἀλλ᾽ ἕξει τὸ ; φῶς τῆς ; ζωῆς.¶
فَقَالَ لَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ: أَنْتَ تَشْهَدُ لِنَفْسِكَ. شَهَادَتُكَ لَيْسَتْ حَقًّا.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Φαρισαῖοι· σὺ μαρτυρεῖς· περὶ ; σεαυτοῦ ἡ ; μαρτυρία ; σου οὐκ ; ἔστιν ἀληθής.¶