ك
إصحاح
G2397
G2398. ídios
G2399
المعنى المختصر للكلمة
ídios: pertaining to self, i.e. one's own
اللفظ الأصلي ἴδιος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ídios (id-ee-os)
تكرار الورود في الكتاب 57 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل
1 pertaining to self, i.e. one's own
2 by implication, private or separate
الإنجليزية — KJV Translation Tags
X his acquaintance when they were alone apart aside due his (own, proper, several) home (her, our, thine, your) own (business) private(-ly) proper severally their (own)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἰδίαν (8×) κατ᾽ ; ἰδίαν (6×) τῶν ; ἰδίων (3×) τὰ ; ἴδια (3×) κατ᾽ ; ἰδίαν. (3×) ἴδιον (2×) ἴδια (2×) ἰδίᾳ (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (57 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 14: 13 Mat.14.13
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ انْصَرَفَ مِنْ هُنَاكَ فِي سَفِينَةٍ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ مُنْفَرِدًا. فَسَمِعَ الْجُمُوعُ وَتَبِعُوهُ مُشَاةً مِنَ الْمُدُنِ.
Καὶ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς τόπον ἔρημον κατ᾽ ; ἰδίαν. καὶ ; ἀκούσαντες οἱ ; ὄχλοι ἠκολούθησαν ; αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν ; πόλεων.
متى 14: 23 Mat.14.23
وَبَعْدَمَا صَرَفَ الْجُمُوعَ صَعِدَ إِلَى الْجَبَلِ مُنْفَرِدًا لِيُصَلِّيَ. وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ كَانَ هُنَاكَ وَحْدَهُ.
Καὶ ; ἀπολύσας ὄχλους ; τοὺς ἀνέβη εἰς τὸ ; ὄρος κατ᾽ ; ἰδίαν προσεύξασθαι.¶ δὲ γενομένης Ὀψίας ἦν ἐκεῖ. μόνος
وَبَعْدَ سِتَّةِ أَيَّامٍ أَخَذَ يَسُوعُ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا أَخَاهُ وَصَعِدَ بِهِمْ إِلَى جَبَل عَال مُنْفَرِدِينَ.
Καὶ ; μεθ᾽ ἓξ ἡμέρας παραλαμβάνει Ἰησοῦς ; ὁ τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἀναφέρει ; καὶ αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾽ ; ἰδίαν.
متى 17: 19 Mat.17.19
ثُمَّ تَقَدَّمَ التَّلاَمِيذُ إِلَى يَسُوعَ عَلَى انْفِرَادٍ وَقَالُوا: لِمَاذَا لَمْ نَقْدِرْ نَحْنُ أَنْ نُخْرِجَهُ.
Τότε προσελθόντες οἱ ; μαθηταὶ τῷ ; Ἰησοῦ κατ᾽ ἰδίαν εἶπον· διὰ ; τί οὐκ ἠδυνήθημεν ἡμεῖς ἐκβαλεῖν ; αὐτό;¶
متى 20: 17 Mat.20.17
وَفِيمَا كَانَ يَسُوعُ صَاعِدًا إِلَى أُورُشَلِيمَ أَخَذَ الاثْنَيْ عَشَرَ تِلْمِيذًا عَلَى انْفِرَادٍ فِي الطَّرِيقِ وَقَالَ لَهُمْ:
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς ἀναβαίνων εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβεν τοὺς ; δώδεκα μαθητὰς κατ᾽ ; ἰδίαν καὶ ; ἐν τῇ ; ὁδῷ εἶπεν αὐτοῖς·
وَفِيمَا هُوَ جَالِسٌ عَلَى جَبَلِ الزَّيْتُونِ، تَقَدَّمَ إِلَيْهِ التَّلاَمِيذُ عَلَى انْفِرَادٍ قَائِلِينَ: قُلْ لَنَا مَتَى يَكُونُ هذَا. وَمَا هِيَ عَلاَمَةُ مَجِيئِكَ وَانْقِضَاءِ الدَّهْرِ.
Καθημένου ; δὲ ; αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ; ὄρους τῶν ; ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ κατ᾽ ἰδίαν λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν πότε ἔσται ταῦτα καὶ ; τί τὸ ; σημεῖον τῆς ; σῆς ; παρουσίας καὶ ; τῆς ; συντελείας αἰῶνος;¶ ; τοῦ
وَبِدُونِ مَثَل لَمْ يَكُنْ يُكَلِّمُهُمْ. وَأَمَّا عَلَى انْفِرَادٍ فَكَانَ يُفَسِّرُ لِتَلاَمِيذِهِ كُلَّ شَيْءٍ.
χωρὶς ; δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει ; αὐτοῖς· δὲ κατ᾽ ἰδίαν ἐπέλυεν τοῖς ; αὐτοῦ; μαθηταῖς πάντα.¶
فَقَالَ لَهُمْ: تَعَالَوْا أَنْتُمْ مُنْفَرِدِينَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ وَاسْتَرِيحُوا قَلِيلاً. لأَنَّ الْقَادِمِينَ وَالذَّاهِبِينَ كَانُوا كَثِيرِينَ، وَلَمْ تَتَيَسَّرْ لَهُمْ فُرْصَةٌ لِلأَكْلِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ; ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον καὶ ; ἀναπαύεσθε ὀλίγον· γὰρ οἱ ; ἐρχόμενοι καὶ ; οἱ ; ὑπάγοντες ἦσαν πολλοί, καὶ ; οὐδὲ εὐκαίρουν.¶ φαγεῖν
فَمَضَوْا فِي السَّفِينَةِ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ مُنْفَرِدِينَ.
Καὶ ; ἀπῆλθον ἐν τῷ ; πλοίῳ εἰς τόπον ἔρημον κατ᾽ ; ἰδίαν.
فَأَخَذَهُ مِنْ بَيْنِ الْجَمْعِ عَلَى نَاحِيَةٍ، وَوَضَعَ أَصَابِعَهُ فِي أُذُنَيْهِ وَتَفَلَ وَلَمَسَ لِسَانَهُ،
καὶ ; ἀπολαβόμενος ; αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου κατ᾽ ; ἰδίαν ἔβαλεν τοὺς ; δακτύλους ; αὐτοῦ εἰς τὰ ; ὦτα ; αὐτοῦ, καὶ ; πτύσας ἥψατο τῆς ; γλώσσης ; αὐτοῦ,
وَلَمَّا دَخَلَ بَيْتًا سَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ عَلَى انْفِرَادٍ: لِمَاذَا لَمْ نَقْدِرْ نَحْنُ أَنْ نُخْرِجَهُ.
Καὶ εἰσελθόντα; αὐτὸν εἰς ; οἶκον ἐπηρώτων ; αὐτόν· οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ κατ᾽ ἰδίαν ὅτι οὐκ ἠδυνήθημεν ἡμεῖς ἐκβαλεῖν ; αὐτό;
وَفِيمَا هُوَ جَالِسٌ عَلَى جَبَلِ الزَّيْتُونِ، تُجَاهَ الْهَيْكَلِ، سَأَلَهُ بُطْرُسُ وَيَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا وَأَنْدَرَاوُسُ عَلَى انْفِرَادٍ:
Καὶ αὐτοῦ καθημένου εἰς τὸ ; ὄρος τῶν ; ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ; ἱεροῦ ἐπηρώτων; αὐτὸν Πέτρος καὶ ; Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης καὶ ; Ἀνδρέας· κατ᾽ ἰδίαν
وَبَعْدَمَا اسْتَهْزَأُوا بِهِ، نَزَعُوا عَنْهُ الأُرْجُوانَ وَأَلْبَسُوهُ ثِيَابَهُ، ثُمَّ خَرَجُوا بِهِ لِيَصْلِبُوهُ.
καὶ ; ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν ; πορφύραν καὶ ; αὐτὸν ; ἐνέδυσαν ἱμάτια ; τὰ ; τὰ ἴδια καὶ ἐξάγουσιν αὐτὸν ἵνα ; σταυρώσωσιν ; αὐτόν.
وَلَمَّا رَجَعَ الرُّسُلُ أَخْبَرُوهُ بِجَمِيعِ مَا فَعَلُوا، فَأَخَذَهُمْ وَانْصَرَفَ مُنْفَرِدًا إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ لِمَدِينَةٍ تُسَمَّى بَيْتَ صَيْدَا.
Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ; ἀπόστολοι διηγήσαντο ; αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ ; παραλαβὼν ; αὐτοὺς ὑπεχώρησεν κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά.
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ عَلَى انْفِرَادٍ وَقَالَ: طُوبَى لِلْعُيُونِ الَّتِي تَنْظُرُ مَا تَنْظُرُونَهُ.
Καὶ ; στραφεὶς πρὸς τοὺς ; μαθητὰς κατ᾽ ἰδίαν εἶπεν· μακάριοι οἱ ; ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε·
إِلَى خَاصَّتِهِ جَاءَ، وَخَاصَّتُهُ لَمْ تَقْبَلْهُ.
εἰς τὰ ; ἴδια ἦλθεν, καὶ ; οἱ ; ἴδιοι οὐ αὐτὸν ; παρέλαβον.
إِلَى خَاصَّتِهِ جَاءَ، وَخَاصَّتُهُ لَمْ تَقْبَلْهُ.
εἰς τὰ ; ἴδια ἦλθεν, καὶ ; οἱ ; ἴδιοι οὐ αὐτὸν ; παρέλαβον.
هذَا وَجَدَ أَوَّلاً أَخَاهُ سِمْعَانَ، فَقَالَ لَهُ: قَدْ وَجَدْنَا مَسِيَّا الَّذِي تَفْسِيرُهُ: الْمَسِيحُ.
οὗτος Εὑρίσκει πρῶτος τὸν ; ἀδελφὸν ; τὸν ; ἴδιον Σίμωνα καὶ ; λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν ; Μεσσίαν, ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον ὅ ; χριστός.
فَمِنْ أَجْلِ هذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَكْثَرَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ لَمْ يَنْقُضِ السَّبْتَ فَقَطْ، بَلْ قَالَ أَيْضًا إِنَّ اللهَ أَبُوهُ، مُعَادِلاً نَفْسَهُ بِاللهِ.
οὖν διὰ τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν μᾶλλον αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ ἔλυεν τὸ ; σάββατον, μόνον ἀλλὰ ἔλεγεν καὶ τὸν ; θεὸν πατέρα ; ἴδιον ἴσον ; ποιῶν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ.
أَنَا قَدْ أَتَيْتُ بِاسْمِ أَبِي وَلَسْتُمْ تَقْبَلُونَنِي. إِنْ أَتَى آخَرُ بِاسْمِ نَفْسِهِ فَذلِكَ تَقْبَلُونَهُ.
Ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; πατρός καὶ ; οὐ λαμβάνετέ ; με· ἐὰν ἔλθῃ ἄλλος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τῷ ; ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήμψεσθε.¶
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
أَنْتُمْ مِنْ أَبٍ هُوَ إِبْلِيسُ، وَشَهَوَاتِ أَبِيكُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَعْمَلُوا. ذَاكَ كَانَ قَتَّالاً لِلنَّاسِ مِنَ الْبَدْءِ، وَلَمْ يَثْبُتْ فِي الْحَقِّ لأَنَّهُ لَيْسَ فِيهِ حَقٌّ. مَتَى تَكَلَّمَ بِالْكَذِبِ فَإِنَّمَا يَتَكَلَّمُ مِمَّا لَهُ، لأَنَّهُ كَذَّابٌ وَأَبُو الْكَذَّابِ.
ὑμεῖς ; ἐστὲ ἐκ τοῦ ; πατρὸς τοῦ διαβόλου καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἦν ἀνθρωποκτόνος ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ ; οὐκ ἔστηκεν, ἐν τῇ ; ἀληθείᾳ ὅτι οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ. ἀλήθεια ὅταν λαλῇ τὸ ; ψεῦδος, λαλεῖ, ἐκ τῶν ; ἰδίων ὅτι ; ἐστὶν ψεύστης καὶ ; ὁ ; πατὴρ αὐτοῦ.
لِهذَا يَفْتَحُ الْبَوَّابُ، وَالْخِرَافُ تَسْمَعُ صَوْتَهُ، فَيَدْعُو خِرَافَهُ الْخَاصَّةَ بِأَسْمَاءٍ وَيُخْرِجُهَا.
τούτῳ ἀνοίγει, ὁ ; θυρωρὸς καὶ ; τὰ ; πρόβατα ἀκούει, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ ἴδια ; καλεῖ τὰ ; πρόβατα ἴδια κατ᾽ ; ὄνομα καὶ ; ἐξάγει ; αὐτά.
وَمَتَى أَخْرَجَ خِرَافَهُ الْخَاصَّةَ يَذْهَبُ أَمَامَهَا، وَالْخِرَافُ تَتْبَعُهُ، لأَنَّهَا تَعْرِفُ صَوْتَهُ.
καὶ ; ὅταν ἐκβάλῃ, τὰ ; πρόβατα ἴδια πορεύεται, ἔμπροσθεν ; αὐτῶν καὶ ; τὰ ; πρόβατα αὐτῷ ; ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασιν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا الَّذِي هُوَ أَجِيرٌ، وَلَيْسَ رَاعِيًا، الَّذِي لَيْسَتِ الْخِرَافُ لَهُ، فَيَرَى الذِّئْبَ مُقْبِلاً وَيَتْرُكُ الْخِرَافَ وَيَهْرُبُ، فَيَخْطَفُ الذِّئْبُ الْخِرَافَ وَيُبَدِّدُهَا.
δέ ; καὶ ὁ ; μισθωτὸς οὐκ ὢν ; ποιμήν, οὗ οὐκ ; εἰσιν τὰ ; πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν ; λύκον ἐρχόμενον καὶ ; ἀφίησιν τὰ ; πρόβατα καὶ ; φεύγει, καὶ ; ἁρπάζει ὁ ; λύκος τὰ ; πρόβατα αὐτὰ ; καὶ ; σκορπίζει.
أَمَّا يَسُوعُ قَبْلَ عِيدِ الْفِصْحِ، وَهُوَ عَالِمٌ أَنَّ سَاعَتَهُ قَدْ جَاءَتْ لِيَنْتَقِلَ مِنْ هذَا الْعَالَمِ إِلَى الآبِ، إِذْ كَانَ قَدْ أَحَبَّ خَاصَّتَهُ الَّذِينَ فِي الْعَالَمِ، أَحَبَّهُمْ إِلَى الْمُنْتَهَى.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Πρὸ τῆς ; ἑορτῆς τοῦ ; πάσχα εἰδὼς ὅτι αὐτοῦ ; ἡ ; ὥρα ἐλήλυθεν ἵνα ; μεταβῇ ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου πρὸς τὸν ; πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ; ἰδίους τοὺς ἐν τῷ ; κόσμῳ ἠγάπησεν ; αὐτούς. εἰς τέλος
لَوْ كُنْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ لَكَانَ الْعَالَمُ يُحِبُّ خَاصَّتَهُ. وَلكِنْ لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ، بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ مِنَ الْعَالَمِ، لِذلِكَ يُبْغِضُكُمُ الْعَالَمُ.
εἰ ἦτε, ἐκ τοῦ ; κόσμου ἂν ὁ ; κόσμος ἐφίλει· τὸ ; ἴδιον δὲ ὅτι ; ἐστέ, οὐκ ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς ἐκ τοῦ ; κόσμου, διὰ ; τοῦτο μισεῖ ; ὑμᾶς ὁ ; κόσμος.¶
هُوَذَا تَأْتِي سَاعَةٌ، وَقَدْ أَتَتِ الآنَ، تَتَفَرَّقُونَ فِيهَا كُلُّ وَاحِدٍ إِلَى خَاصَّتِهِ، وَتَتْرُكُونَنِي وَحْدِي. وَأَنَا لَسْتُ وَحْدِي لأَنَّ الآبَ مَعِي.
ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐλήλυθεν νῦν ἵνα ; σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ; ἴδια κἀμὲ ; ἀφῆτε· μόνον καὶ ; εἰμὶ οὐκ μόνος, ὅτι ὁ ; πατὴρ μετ᾽ ; ἐμοῦ ; ἐστιν.
ثُمَّ قَالَ لِلتِّلْمِيذِ: هُوَذَا أُمُّكَ. وَمِنْ تِلْكَ السَّاعَةِ أَخَذَهَا التِّلْمِيذُ إِلَى خَاصَّتِهِ.
εἶτα λέγει τῷ ; μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ ; μήτηρ ; σου. καὶ ; ἀπ᾽ ἐκείνης τῆς ; ὥρας ἔλαβεν ; αὐτὴν ὁ ; μαθητὴς εἰς τὰ ; ἴδια.¶
وَصَارَ ذلِكَ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ سُكَّانِ أُورُشَلِيمَ، حَتَّى دُعِيَ ذلِكَ الْحَقْلُ فِي لُغَتِهِمْ حَقَلْ دَمَا أَيْ: حَقْلَ دَمٍ.
καὶ ; ἐγένετο γνωστὸν πᾶσιν τοῖς ; κατοικοῦσιν Ἰερουσαλήμ, ὥστε κληθῆναι ἐκεῖνο τὸ ; χωρίον ἰδίᾳ διαλέκτῳ ; αὐτῶν τῇ ; Ἁκελδαμάχ τοῦτ᾽ ; ἔστιν χωρίον αἵματος.