ك
إصحاح
G1908
G1909. epí
G1910
المعنى المختصر للكلمة
epí: properly, meaning superimposition (of time, place, order, etc.), as a relation of distribution (with the genitive case), i.e. over, upon, etc.
اللفظ الأصلي ἐπί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epí (ep-ee)
تكرار الورود في الكتاب 635 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary preposition;

المعنى والشرح المفصل
1 properly, meaning superimposition (of time, place, order, etc.), as a relation of distribution (with the genitive case), i.e. over, upon, etc.
2 of rest (with the dative case) at, on, etc.
3 of direction (with the accusative case) towards, upon, etc.
الإنجليزية — KJV Translation Tags
about (the times) above after against among as long as (touching) at beside X have charge of (be-, (where-))fore in (a place, as much as, the time of, -to) (because) of (up-)on (behalf of) over (by, for) the space of through(-out) (un-)to(-ward) with

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπὶ (540×) καὶ ; ἐπὶ (34×) ἐφ᾽ (24×) ἐπ᾽ (20×) ἐπί (4×) αὐτόν, ; ἐπ᾽ (2×) ὃς ; ὤφθη ; ἐπὶ (1×) ἢ ; ἐπὶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (635 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَوَقَعَتْ دَهْشَةٌ عَلَى الْجَمِيعِ، وَكَانُوا يُخَاطِبُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: مَا هذِهِ الْكَلِمَةُ. لأَنَّهُ بِسُلْطَانٍ وَقُوَّةٍ يَأْمُرُ الأَرْوَاحَ النَّجِسَةَ فَتَخْرُجُ..
καὶ ; ἐγένετο θάμβος ἐπὶ πάντας, καὶ συνελάλουν πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες· τίς οὗτος ὁ ; λόγος ὅτι ἐν ; ἐξουσίᾳ καὶ ; δυνάμει ἐπιτάσσει τοῖς ; πνεύμασιν, ἀκαθάρτοις καὶ ; ἐξέρχονται;¶
فَأَجَابَ سِمْعَانُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ تَعِبْنَا اللَّيْلَ كُلَّهُ وَلَمْ نَأْخُذْ شَيْئًا. وَلكِنْ عَلَى كَلِمَتِكَ أُلْقِي الشَّبَكَةَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, κοπιάσαντες δι᾽ ; τῆς ; νυκτὸς ὅλης οὐδὲν ; ἐλάβομεν, δὲ ἐπὶ τῷ ; ῥήματί ; σου χαλάσω τὸ; δίκτυον
إِذِ اعْتَرَتْهُ وَجمِيعَ الَّذِينَ مَعَهُ دَهْشَةٌ عَلَى صَيْدِ السَّمَكِ الَّذِي أَخَذُوهُ.
γὰρ περιέσχεν ; αὐτὸν καὶ ; πάντας τοὺς σὺν ; αὐτῷ θάμβος ἐπὶ τῇ ; ἄγρᾳ τῶν ; ἰχθύων ᾗ συνέλαβον,
وَلَمَّا جَاءُوا بِالسَّفِينَتَيْنِ إِلَى الْبَرِّ تَرَكُوا كُلَّ شَيْءٍ وَتَبِعُوهُ.
καὶ καταγαγόντες τὰ ; πλοῖα ἐπὶ τὴν ; γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν ; αὐτῷ.¶
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
وَإِذَا بِرِجَال يَحْمِلُونَ عَلَى فِرَاشٍ إِنْسَانًا مَفْلُوجًا، وَكَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا بِهِ وَيَضَعُوهُ أَمَامَهُ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ; ἦν ; παραλελυμένος, καὶ ; ἐζήτουν εἰσενεγκεῖν αὐτὸν καὶ ; θεῖναι ; αὐτὸν ἐνώπιον ; αὐτοῦ.
وَلَمَّا لَمْ يَجِدُوا مِنْ أَيْنَ يَدْخُلُونَ بِهِ لِسَبَبِ الْجَمْعِ، صَعِدُوا عَلَى السَّطْحِ وَدَلَّوْهُ مَعَ الْفِرَاشِ مِنْ بَيْنِ الأَجُرِّ إِلَى الْوَسْطِ قُدَّامَ يَسُوعَ.
καὶ μὴ εὑρόντες διὰ ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ; ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ ; δῶμα καθῆκαν ; αὐτὸν σὺν τῷ ; κλινιδίῳ διὰ τῶν ; κεράμων εἰς τὸ ; μέσον ἔμπροσθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لابْنِ الإِنْسَانِ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَغْفِرَ الْخَطَايَا، قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ فِرَاشَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
δὲ ἵνα εἰδῆτε ὅτι ὁ ; υἱὸς ; ἔχει τοῦ ; ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας, εἶπεν τῷ ; παραλελυμένῳ· σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ; ἄρας τὸ ; κλινίδιόν ; σου, πορεύου εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.
فَفِي الْحَالِ قَامَ أَمَامَهُمْ، وَحَمَلَ مَا كَانَ مُضْطَجِعًا عَلَيْهِ، وَمَضَى إِلَى بَيْتِهِ وَهُوَ يُمَجِّدُ اللهَ.
καὶ ; παραχρῆμα ἀναστὰς ἐνώπιον ; αὐτῶν, ἄρας ἐφ᾽ ὃ κατέκειτο, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δοξάζων τὸν ; θεόν.
وَبَعْدَ هذَا خَرَجَ فَنَظَرَ عَشَّارًا اسْمُهُ لاَوِي جَالِسًا عِنْدَ مَكَانِ الْجِبَايَةِ، فَقَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي.
Καὶ ; μετὰ ταῦτα ἐξῆλθεν καὶ ; ἐθεάσατο τελώνην ὀνόματι Λευὶν καθήμενον ἐπὶ τὸ ; τελώνιον εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει ; μοι.
وَقَالَ لَهُمْ أَيْضًا مَثَلاً: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ رُقْعَةً مِنْ ثَوْبٍ جَدِيدٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْجَدِيدُ يَشُقُّهُ، وَالْعَتِيقُ لاَ تُوافِقُهُ الرُّقْعَةُ الَّتِي مِنَ الْجَدِيدِ.
ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς καὶ παραβολὴν ὅτι ; οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ἀπὸ ἱματίου καινοῦ ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; καὶ ; τὸ ; καινὸν σχίσας καὶ ; τῷ ; παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ; ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ ; καινοῦ.
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
مَنْ ضَرَبَكَ عَلَى خَدِّكَ فَاعْرِضْ لَهُ الآخَرَ أَيْضًا، وَمَنْ أَخَذَ رِدَاءَكَ فَلاَ تَمْنَعْهُ ثَوْبَكَ أَيْضًا.
τῷ τύπτοντί ; σε ἐπὶ τὴν ; σιαγόνα, πάρεχε τὴν ; ἄλλην· καὶ καὶ ; ἀπὸ ; τοῦ αἴροντός σου ; τὸ ; ἱμάτιον μὴ κωλύσῃς.¶ τὸν ; χιτῶνα καὶ
بَلْ أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، وَأَحْسِنُوا وَأَقْرِضُوا وَأَنْتُمْ لاَ تَرْجُونَ شَيْئًا، فَيَكُونَ أَجْرُكُمْ عَظِيمًا وَتَكُونُوا بَنِي الْعَلِيِّ، فَإِنَّهُ مُنْعِمٌ عَلَى غَيْرِ الشَّاكِرِينَ وَالأَشْرَارِ.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν καὶ ; ἀγαθοποιεῖτε καὶ ; δανίζετε μηδὲν ; ἀπελπίζοντες· καὶ ; ἔσται ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς πολύς, καὶ ; ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ; ὑψίστου, ὅτι ; αὐτὸς χρηστός ; ἐστιν ἐπὶ τοὺς ; ἀχαρίστους καὶ ; πονηρούς.¶
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
وَسَقَطَ آخَرُ عَلَى الصَّخْرِ، فَلَمَّا نَبَتَ جَفَّ لأَنَّهُ لَمْ تَكُنْ لَهُ رُطُوبَةٌ.
καὶ ; κατέπεσεν ἕτερον ἐπὶ τὴν ; πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ μὴ ἔχειν τὸ ; ἰκμάδα.
وَسَقَطَ آخَرُ فِي الأَرْضِ الصَّالِحَةِ، فَلَمَّا نَبَتَ صَنَعَ ثَمَرًا مِئَةَ ضِعْفٍ. قَالَ هذَا وَنَادَى: مَنْ لَهُ أُذْنَانِ لِلسَّمْعِ فَلْيَسْمَعْ..
καὶ ; ἔπεσεν ἕτερον ἐπὶ τὴν ; γῆν τὴν ; ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησεν καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. λέγων ταῦτα ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
وَالَّذِينَ عَلَى الصَّخْرِ هُمُ الَّذِينَ مَتَى سَمِعُوا يَقْبَلُونَ الْكَلِمَةَ بِفَرَحٍ، وَهؤُلاَءِ لَيْسَ لَهُمْ أَصْلٌ، فَيُؤْمِنُونَ إِلَى حِينٍ، وَفِي وَقْتِ التَّجْرِبَةِ يَرْتَدُّونَ.
οἱ ; δὲ ἐπὶ τῆς ; πέτρας, οἳ ὅταν ἀκούσωσιν δέχονται τὸν ; λόγον· μετὰ ; χαρᾶς καὶ ; οὗτοι οὐκ ἔχουσιν, ῥίζαν οἳ ; πιστεύουσιν πρὸς καιρὸν καὶ ; ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
وَدَعَا تَلاَمِيذَهُ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَأَعْطَاهُمْ قُوَّةً وَسُلْطَانًا عَلَى جَمِيعِ الشَّيَاطِينِ وَشِفَاءِ أَمْرَاضٍ،
δὲ ; Συγκαλεσάμενος τοὺς ; μαθητὰς ; αὑτοῦ, δώδεκα ἔδωκεν ; αὐτοῖς δύναμιν καὶ ; ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ ; δαιμόνια καὶ ; θεραπεύειν νόσους
وَإِذَا رَجُلٌ مِنَ الْجَمْعِ صَرَخَ قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، أَطْلُبُ إِلَيْكَ. اُنْظُرْ إِلَى ابْنِي، فَإِنَّهُ وَحِيدٌ لِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου ἀνεβόησεν λέγων· διδάσκαλε, δέομαί σου ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν ; υἱόν ; μου ὅτι ; ἐστιν· μονογενής μοί
فَبُهِتَ الْجَمِيعُ مِنْ عَظَمَةِ اللهِ. وَإِذْ كَانَ الْجَمِيعُ يَتَعَجَّبُونَ مِنْ كُلِّ مَا فَعَلَ يَسُوعُ، قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
ἐξεπλήσσοντο ; δὲ πάντες ἐπὶ τῇ ; μεγαλειότητι τοῦ ; θεοῦ. δὲ πάντων θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν Ἰησοῦς, εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ·
فَبُهِتَ الْجَمِيعُ مِنْ عَظَمَةِ اللهِ. وَإِذْ كَانَ الْجَمِيعُ يَتَعَجَّبُونَ مِنْ كُلِّ مَا فَعَلَ يَسُوعُ، قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
ἐξεπλήσσοντο ; δὲ πάντες ἐπὶ τῇ ; μεγαλειότητι τοῦ ; θεοῦ. δὲ πάντων θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν Ἰησοῦς, εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ·
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ يَدَهُ عَلَى الْمِحْرَاثِ وَيَنْظُرُ إِلَى الْوَرَاءِ يَصْلُحُ لِمَلَكُوتِ اللهِ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἐπ᾽ ἄροτρον καὶ ; βλέπων εἰς τὰ ; ὀπίσω εὔθετός ; ἐστιν εἰς ; τὴν; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَتَقَدَّمَ وَضَمَدَ جِرَاحَاتِهِ، وَصَبَّ عَلَيْهَا زَيْتًا وَخَمْرًا، وَأَرْكَبَهُ عَلَى دَابَّتِهِ، وَأَتَى بِهِ إِلَى فُنْدُق وَاعْتَنَى بِهِ.
καὶ ; προσελθὼν κατέδησεν τὰ ; τραύματα ; αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ ; οἶνον. ἐπιβιβάσας ; δὲ ; αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; ἴδιον ; κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ; ἐπεμελήθη αὐτοῦ.
وَفِي الْغَدِ لَمَّا مَضَى أَخْرَجَ دِينَارَيْنِ وَأَعْطَاهُمَا لِصَاحِبِ الْفُنْدُقِ، وَقَالَ لَهُ: اعْتَنِ بِهِ، وَمَهْمَا أَنْفَقْتَ أَكْثَرَ فَعِنْدَ رُجُوعِي أُوفِيكَ.
καὶ ; ἐπὶ τὴν ; αὔριον ἐξελθών ἐκβαλὼν δύο ; δηνάρια ἔδωκεν τῷ ; πανδοχεῖ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ; ὅ ; ἂν προσδαπανήσῃς, τι ἐν τῷ ; ἐπανέρχεσθαί ; με ἀποδώσω ; σοι.