ك
إصحاح
G3194
G3195. méllō
G3196
المعنى المختصر للكلمة
méllō: to intend, i.e. be about to be, do, or suffer something (of persons or things, especially events
اللفظ الأصلي μέλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق méllō (mel-lo)
تكرار الورود في الكتاب 100 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to intend, i.e. be about to be, do, or suffer something (of persons or things, especially events
2 in the sense of purpose, duty, necessity, probability, possibility, or hesitation)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
about after that be (almost) (that which is, things, + which was for) to come intend was to (be) mean mind be at the point (be) ready + return shall (begin) (which, that) should (after, afterwards, hereafter) tarry which was for will would be yet

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μέλλει (11×) ἤμελλεν (9×) μελλόντων (6×) μέλλων (4×) μέλλοντες (4×) μέλλειν (4×) ὁ ; μέλλων (3×) ἔμελλεν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (100 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَعْدَمَا انْصَرَفُوا، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لِيُوسُفَ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: قُمْ وَخُذِ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَاهْرُبْ إِلَى مِصْرَ، وَكُنْ هُنَاكَ حَتَّى أَقُولَ لَكَ. لأَنَّ هِيرُودُسَ مُزْمِعٌ أَنْ يَطْلُبَ الصَّبِيَّ لِيُهْلِكَهُ.
δὲ Ἀναχωρησάντων ; αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται τῷ ; Ἰωσὴφ κατ᾽ ὄναρ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; φεῦγε εἰς Αἴγυπτον ἴσθι ἐκεῖ ἕως εἴπω σοι· γὰρ Ἡρῴδης μέλλει ζητεῖν τὸ ; παιδίον ἀπολέσαι ; αὐτό.
فَلَمَّا رَأَى كَثِيرِينَ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ وَالصَّدُّوقِيِّينَ يَأْتُونَ إِلَى مَعْمُودِيَّتِهِ، قَالَ لَهُمْ: يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي، مَنْ أَرَاكُمْ أَنْ تَهْرُبُوا مِنَ الْغَضَب الآتِي.
δὲ Ἰδὼν πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ ; Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ ; βάπτισμα ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ; ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς; μελλούσης
متى 11: 14 Mat.11.14
وَإِنْ أَرَدْتُمْ أَنْ تَقْبَلُوا، فَهذَا هُوَ إِيلِيَّا الْمُزْمِعُ أَنْ يَأْتِيَ.
καὶ ; εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστιν Ἠλίας ὁ ; μέλλων ἔρχεσθαι.
متى 12: 32 Mat.12.32
وَمَنْ قَالَ كَلِمَةً عَلَى ابْنِ الإِنْسَانِ يُغْفَرُ لَهُ، وَأَمَّا مَنْ قَالَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ فَلَنْ يُغْفَرَ لَهُ، لاَ فِي هذَا الْعَالَمِ وَلاَ فِي الآتِي.
καὶ ; ὃς ; ἂν εἴπῃ λόγον κατὰ υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· δ᾽ ὃς ; ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τούτῳ τῷ ; αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ ; μέλλοντι.¶
متى 16: 27 Mat.16.27
فَإِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يَأْتِي فِي مَجْدِ أَبِيهِ مَعَ مَلاَئِكَتِهِ، وَحِينَئِذٍ يُجَازِي كُلَّ وَاحِدٍ حَسَبَ عَمَلِهِ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει ἔρχεσθαι ἐν τῇ ; δόξῃ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀγγέλων ; αὐτοῦ καὶ ; τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν ; πρᾶξιν ; αὐτοῦ.¶
متى 17: 12 Mat.17.12
وَلكِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا قَدْ جَاءَ وَلَمْ يَعْرِفُوهُ، بَلْ عَمِلُوا بِهِ كُلَّ مَا أَرَادُوا. كَذلِكَ ابْنُ الإِنْسَانِ أَيْضًا سَوْفَ يَتَأَلَّمُ مِنْهُمْ.
δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθεν, καὶ ; οὐκ ἐπέγνωσαν ; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἐποίησαν ἐν ; αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτως ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ μέλλει πάσχειν ὑπ᾽ ; αὐτῶν.
متى 17: 22 Mat.17.22
وَفِيمَا هُمْ يَتَرَدَّدُونَ فِي الْجَلِيلِ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: ابْنُ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ
δὲ ; αὐτῶν Ἀναστρεφομένων ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων,
متى 20: 22 Mat.20.22
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي سَوْفَ أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا. قَالاَ لَهُ: نَسْتَطِيعُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ μέλλω πίνειν ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα.¶
وَكَانَ يَقُولُ لِلْجُمُوعِ الَّذِينَ خَرَجُوا لِيَعْتَمِدُوا مِنْهُ: يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي، مَنْ أَرَاكُمْ أَنْ تَهْرُبُوا مِنَ الْغَضَبِ الآتِي.
Ἔλεγεν ; οὖν τοῖς ; ὄχλοις ἐκπορευομένοις βαπτισθῆναι ὑπ᾽ ; αὐτοῦ· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ; ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς; μελλούσης
وَكَانَ عَبْدٌ لِقَائِدِ مِئَةٍ، مَرِيضًا مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ، وَكَانَ عَزِيزًا عِنْدَهُ.
δέ ; τινος ; δοῦλος ἑκατοντάρχου κακῶς ἔχων ; ἤμελλεν τελευτᾶν ὃς ; ἦν ἔντιμος. αὐτῷ
اَللَّذَانِ ظَهَرَا بِمَجْدٍ، وَتَكَلَّمَا عَنْ خُرُوجِهِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يُكَمِّلَهُ فِي أُورُشَلِيمَ.
οἳ ὀφθέντες ἐν ; δόξῃ ἔλεγον τὴν ; ἔξοδον ; αὐτοῦ ἣν ἤμελλεν πληροῦν ἐν Ἰερουσαλήμ.
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
وَبَعْدَ ذلِكَ عَيَّنَ الرَّبُّ سَبْعِينَ آخَرِينَ أَيْضًا، وَأَرْسَلَهُمُ اثْنَيْنِ اثْنَيْنِ أَمَامَ وَجْهِهِ إِلَى كُلِّ مَدِينَةٍ وَمَوْضِعٍ حَيْثُ كَانَ هُوَ مُزْمِعًا أَنْ يَأْتِيَ.
Μετὰ ; δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ ; κύριος ἑβδομήκοντα ἑτέρους καὶ καὶ ; ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς δύο δύο πρὸ αὐτοῦ ; προσώπου εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ ; τόπον οὗ αὐτὸς ἤμελλεν ἔρχεσθαι.
فَإِنْ صَنَعَتْ ثَمَرًا، وَإِلاَّ فَفِيمَا بَعْدُ تَقْطَعُهَا.
κἂν ; μὲν ποιήσῃ καρπὸν εἰ ; δὲ ; μή εἰς ; τὸ μέλλον. ἐκκόψεις ; αὐτήν.¶
فَرَكَضَ مُتَقَدِّمًا وَصَعِدَ إِلَى جُمَّيْزَةٍ لِكَيْ يَرَاهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُرَّ مِنْ هُنَاكَ.
καὶ ; προδραμὼν εἰς ; τὸ ; ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν ἵνα ἴδῃ ; αὐτόν, ὅτι ἤμελλεν διέρχεσθαι. δι᾽ ἐκείνης
وَإِذْ كَانُوا يَسْمَعُونَ هذَا عَادَ فَقَالَ مَثَلاً، لأَنَّهُ كَانَ قَرِيبًا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَكَانُوا يَظُنُّونَ أَنَّ مَلَكُوتَ اللهِ عَتِيدٌ أَنْ يَظْهَرَ فِي الْحَالِ.
δὲ αὐτῶν Ἀκουόντων ταῦτα προσθεὶς εἶπεν παραβολὴν τὸ ; αὐτὸν εἶναι ἐγγὺς Ἰερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν ; αὐτοὺς ὅτι ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μέλλει ἀναφαίνεσθαι.¶ παραχρῆμα
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَتَى يَكُونُ هذَا. ومَا هِيَ الْعَلاَمَةُ عِنْدَمَا يَصِيرُ هذَا.
Ἐπηρώτησαν ; δὲ λέγοντες· διδάσκαλε, πότε ; οὖν ἔσται ταῦτα καὶ ; τί τὸ ; σημεῖον ὅταν ; μέλλῃ γίνεσθαι;¶ ταῦτα
اِسْهَرُوا إِذًا وَتَضَرَّعُوا فِي كُلِّ حِينٍ، لِكَيْ تُحْسَبُوا أَهْلاً لِلنَّجَاةِ مِنْ جَمِيعِ هذَا الْمُزْمِعِ أَنْ يَكُونَ، وَتَقِفُوا قُدَّامَ ابْنِ الإِنْسَانِ.
ἀγρυπνεῖτε οὖν δεόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα ταῦτα τὰ ; μέλλοντα γίνεσθαι καὶ ; σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.¶
فَابْتَدَأُوا يَتَسَاءَلُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ: مَنْ تَرَى مِنْهُمْ هُوَ الْمُزْمِعُ أَنْ يَفْعَلَ هذَا..
καὶ ; αὐτοὶ ; ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τίς ἄρα ; εἴη ἐξ ; αὐτῶν ὁ μέλλων πράσσειν.¶ τοῦτο
وَنَحْنُ كُنَّا نَرْجُو أَنَّهُ هُوَ الْمُزْمِعُ أَنْ يَفْدِيَ إِسْرَائِيلَ. وَلكِنْ، مَعَ هذَا كُلِّهِ، الْيَوْمَ لَهُ ثَلاَثَةُ مُنْذُ حَدَثَ ذلِكَ.
ἡμεῖς ; δὲ ἠλπίζομεν ὅτι ; ἐστιν αὐτός ὁ ; μέλλων λυτροῦσθαι τὸν ; Ἰσραήλ. ἀλλά σὺν τούτοις πᾶσιν ταύτην ; ἡμέραν ἄγει ; ἀφ᾽ τρίτην οὗ ἐγένετο. ταῦτα
هذَا إِذْ سَمِعَ أَنَّ يَسُوعَ قَدْ جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ، انْطَلَقَ إِلَيْهِ وَسَأَلَهُ أَنْ يَنْزِلَ وَيَشْفِيَ ابْنَهُ لأَنَّهُ كَانَ مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ.
οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἀπῆλθεν πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ; ἰάσηται αὐτοῦ ; τὸν ; υἱόν· γὰρ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.
وَإِنَّمَا قَالَ هذَا لِيَمْتَحِنَهُ، لأَنَّهُ هُوَ عَلِمَ مَا هُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَفْعَلَ.
δὲ ἔλεγεν τοῦτο πειράζων ; αὐτόν· γὰρ αὐτὸς ᾔδει τί ἔμελλεν ποιεῖν.
وَأَمَّا يَسُوعُ فَإِذْ عَلِمَ أَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَأْتُوا وَيَخْتَطِفُوهُ لِيَجْعَلُوهُ مَلِكًا، انْصَرَفَ أَيْضًا إِلَى الْجَبَلِ وَحْدَهُ.
Ἰησοῦς ; οὖν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ; ἁρπάζειν ; αὐτὸν ἵνα ; ποιήσωσιν ; αὐτὸν βασιλέα ἀνεχώρησεν πάλιν εἰς τὸ ; ὄρος αὐτὸς ; μόνος.¶
قَالَ عَنْ يَهُوذَا سِمْعَانَ الإِسْخَرْيُوطِيِّ، لأَنَّ هذَا كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يُسَلِّمَهُ، وَهُوَ وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
ἔλεγεν ; δὲ τὸν ; Ἰούδαν Σίμωνος Ἰσκαριώτην γὰρ οὗτος ἔμελλεν παραδιδόναι ; αὐτὸν ὢν εἷς ἐκ τῶν ; δώδεκα.¶
فَقَالَ الْيَهُودُ فِيمَا بَيْنَهُمْ: إِلَى أَيْنَ هذَا مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ حَتَّى لاَ نَجِدَهُ نَحْنُ. أَلَعَلَّهُ مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى شَتَاتِ الْيُونَانِيِّينَ وَيُعَلِّمَ الْيُونَانِيِّينَ.
εἶπον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι ὅτι οὐχ εὑρήσομεν ; αὐτόν; ἡμεῖς μὴ ; μέλλει πορεύεσθαι εἰς τὴν ; διασπορὰν τῶν ; Ἑλλήνων διδάσκειν τοὺς ; Ἕλληνας;
فَقَالَ الْيَهُودُ فِيمَا بَيْنَهُمْ: إِلَى أَيْنَ هذَا مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ حَتَّى لاَ نَجِدَهُ نَحْنُ. أَلَعَلَّهُ مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى شَتَاتِ الْيُونَانِيِّينَ وَيُعَلِّمَ الْيُونَانِيِّينَ.
εἶπον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι ὅτι οὐχ εὑρήσομεν ; αὐτόν; ἡμεῖς μὴ ; μέλλει πορεύεσθαι εἰς τὴν ; διασπορὰν τῶν ; Ἑλλήνων διδάσκειν τοὺς ; Ἕλληνας;
قَالَ هذَا عَنِ الرُّوحِ الَّذِي كَانَ الْمُؤْمِنُونَ بِهِ مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْبَلُوهُ، لأَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ بَعْدُ، لأَنَّ يَسُوعَ لَمْ يَكُنْ قَدْ مُجِّدَ بَعْدُ.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο περὶ τοῦ ; πνεύματος οὗ οἱ ; πιστεύοντες εἰς ; αὐτόν· ἔμελλον λαμβάνειν γὰρ πνεῦμα ἅγιον οὔπω ; δεδομένον, ὅτι ὃ ; Ἰησοῦς οὐδέπω ; ἐδοξάσθη.¶
وَلَمْ يَقُلْ هذَا مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ إِذْ كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ، تَنَبَّأَ أَنَّ يَسُوعَ مُزْمِعٌ أَنْ يَمُوتَ عَنِ الأُمَّةِ،
δὲ ; οὐκ εἶπεν, τοῦτο ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀλλ᾽ ὢν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου ἐνιαυτοῦ ἐπροφήτευσεν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἔμελλεν ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τοῦ ; ἔθνους,
فَقَالَ وَاحِدٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَهُوَ يَهُوذَا سِمْعَانُ الإِسْخَرْيُوطِيُّ، الْمُزْمِعُ أَنْ يُسَلِّمَهُ:
λέγει ; οὖν εἷς ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος ὁ ; Ἰσκαριώτης ὁ ; μέλλων αὐτὸν ; παραδιδόναι·
قَالَ هذَا مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
δὲ ; ἔλεγεν τοῦτο σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶