ك
إصحاح
G3194
G3195. méllō
G3196
المعنى المختصر للكلمة
méllō: to intend, i.e. be about to be, do, or suffer something (of persons or things, especially events
اللفظ الأصلي μέλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق méllō (mel-lo)
تكرار الورود في الكتاب 100 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to intend, i.e. be about to be, do, or suffer something (of persons or things, especially events
2 in the sense of purpose, duty, necessity, probability, possibility, or hesitation)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
about after that be (almost) (that which is, things, + which was for) to come intend was to (be) mean mind be at the point (be) ready + return shall (begin) (which, that) should (after, afterwards, hereafter) tarry which was for will would be yet

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μέλλει (11×) ἤμελλεν (9×) μελλόντων (6×) μέλλων (4×) μέλλοντες (4×) μέλλειν (4×) ὁ ; μέλλων (3×) ἔμελλεν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (100 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَالَ لَهُ يَهُوذَا لَيْسَ الإِسْخَرْيُوطِيَّ: يَا سَيِّدُ، مَاذَا حَدَثَ حَتَّى إِنَّكَ مُزْمِعٌ أَنْ تُظْهِرَ ذَاتَكَ لَنَا وَلَيْسَ لِلْعَالَمِ.
Λέγει αὐτῷ Ἰούδας οὐχ ὁ ; Ἰσκαριώτης· κύριε, τί γέγονεν ὅτι μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν ἡμῖν καὶ ; οὐχὶ τῷ ; κόσμῳ;¶
لِيَتِمَّ قَوْلُ يَسُوعَ الَّذِي قَالَهُ مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος τοῦ ; Ἰησοῦ ὃν εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶
فَهذَا لَمَّا رَأَى بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا مُزْمِعَيْنِ أَنْ يَدْخُلاَ الْهَيْكَلَ، سَأَلَ لِيَأْخُذَ صَدَقَةً.
ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἠρώτα λαβεῖν. ἐλεημοσύνην
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، احْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ مِنْ جِهَةِ هؤُلاَءِ النَّاسِ فِي مَا أَنْتُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْعَلُوا.
τε εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τούτοις τοῖς ; ἀνθρώποις τί μέλλετε πράσσειν.
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
إِنَّهُ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، غَيْرَ عَتِيدٍ أَنْ يَعُودَ إِلَى فَسَادٍ، فَهكَذَا قَالَ: إِنِّي سَأُعْطِيكُمْ مَرَاحِمَ دَاوُدَ الصَّادِقَةَ.
ὅτι ; δὲ ἀνέστησεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν μηκέτι μέλλοντα ὑποστρέφειν εἰς διαφθοράν, οὕτως εἴρηκεν ὅτι ; δώσω ; ὑμῖν τὰ ; ὅσια Δαυὶδ τὰ ; πιστά.
وَلَمَّا اسْتَيْقَظَ حَافِظُ السِّجْنِ، وَرَأَى أَبْوَابَ السِّجْنِ مَفْتُوحَةً، اسْتَلَّ سَيْفَهُ وَكَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَقْتُلَ نَفْسَهُ، ظَانًّا أَنَّ الْمَسْجُونِينَ قَدْ هَرَبُوا.
δὲ ἔξυπνος ; γενόμενος ὁ ; δεσμοφύλαξ καὶ ; ἰδὼν τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἀνεῳγμένας σπασάμενος τὴν ; μάχαιραν ἤμελλεν ἀναιρεῖν ἑαυτὸν νομίζων τοὺς ; δεσμίους.¶ ἐκπεφευγέναι
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
وَإِذْ كَانَ بُولُسُ مُزْمِعًا أَنْ يَفْتَحَ فَاهُ قَالَ غَالِيُونُ لِلْيَهُودِ: لَوْ كَانَ ظُلْمًا أَوْ خُبْثًا رَدِيًّا أَيُّهَا الْيَهُودُ، لَكُنْتُ بِالْحَقِّ قَدِ احْتَمَلْتُكُمْ.
δὲ τοῦ ; Παύλου Μέλλοντος ἀνοίγειν τὸ ; στόμα εἶπεν ὁ ; Γαλλίων πρὸς ; τοὺς ; Ἰουδαίους· εἰ ; μὲν ; οὖν ἦν ἀδίκημά ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρόν, ὦ Ἰουδαῖοι, ἂν κατὰ ; λόγον ἠνεσχόμην; ὑμῶν·
فَصَرَفَ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ. ثُمَّ إِذْ حَصَلَتْ مَكِيدَةٌ مِنَ الْيَهُودِ عَلَيْهِ، وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَصْعَدَ إِلَى سُورِيَّةَ، صَارَ رَأْيٌ أَنْ يَرْجعَ عَلَى طَرِيقِ مَكِدُونِيَّةَ.
ποιήσας ; τε τρεῖς, μῆνας γενομένης ἐπιβουλῆς ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων αὐτῷ μέλλοντι ἀνάγεσθαι εἰς τὴν ; Συρίαν, ἐγένετο γνώμη τοῦ ; ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας.
وَفِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ إِذْ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِيَكْسِرُوا خُبْزًا، خَاطَبَهُمْ بُولُسُ وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَمْضِيَ فِي الْغَدِ، وَأَطَالَ الْكَلاَمَ إِلَى نِصْفِ اللَّيْلِ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων τῶν; μαθητῶν συνηγμένων τοῦ ; κλάσαι ἄρτον διελέγετο ; αὐτοῖς ὁ ; Παῦλος μέλλων ἐξιέναι τῇ ἐπαύριον παρέτεινέν ; τε τὸν ; λόγον μέχρι μεσονυκτίου·
وَأَمَّا نَحْنُ فَسَبَقْنَا إِلَى السَّفِينَةِ وَأَقْلَعْنَا إِلَى أَسُّوسَ، مُزْمِعِينَ أَنْ نَأْخُذَ بُولُسَ لأَنَّهُ كَانَ قَدْ رَتَّبَ هكَذَا مُزْمِعًا أَنْ يَمْشِيَ.
δὲ ἡμεῖς προελθόντες ἐπὶ τὸ ; πλοῖον ἀνήχθημεν εἲς τὴν ; Ἆσσον, μέλλοντες ἀναλαμβάνειν τὸν ; Παῦλον· γὰρ διατεταγμένος οὕτως ἦν, ; μέλλων ; αὐτὸς πεζεύειν.
وَلَمَّا قَارَبَتِ الأَيَّامُ السَّبْعَةُ أَنْ تَتِمَّ، رَآهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ أَسِيَّا فِي الْهَيْكَلِ، فَأَهَاجُوا كُلَّ الْجَمْعِ وَأَلْقَوْا عَلَيْهِ الأَيَادِيَ
ὡς ; δὲ ἔμελλον αἱ ; ἡμέραι ἑπτὰ συντελεῖσθαι, οἱ ; θεασάμενοι ; αὐτὸν Ἰουδαῖοι ἀπὸ τῆς ; Ἀσίας ἐν τῷ ; ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ; ὄχλον καὶ ; ἐπέβαλον ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας
وَالآنَ لِمَاذَا تَتَوَانَى. قُمْ وَاعْتَمِدْ وَاغْسِلْ خَطَايَاكَ دَاعِيًا بِاسْمِ الرَّبِّ.
καὶ ; νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ; ἀπόλουσαι τὰς ; ἁμαρτίας ; σου ἐπικαλεσάμενος τὸ ; ὄνομα τοῦ κυρίου
فَإِذْ سَمِعَ قَائِدُ الْمِئَةِ ذَهَبَ إِلَى الأَمِيرِ، وَأَخْبَرَهُ قَائِلاً: انْظُرْ مَاذَا أَنْتَ مُزْمِعٌ أَنْ تَفْعَلَ. لأَنَّ هذَا الرَّجُلَ رُومَانِيٌّ.
ἀκούσας ; δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης προσελθὼν τῷ χιλιάρχῳ ἀπήγγειλεν λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν; γὰρ οὗτος ἄνθρωπος Ῥωμαῖός ; ἐστιν.
وَلِلْوَقْتِ تَنَحَّى عَنْهُ الَّذِينَ كَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَفْحَصُوهُ. وَاخْتَشَى الأَمِيرُ لَمَّا عَلِمَ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ، وَلأَنَّهُ قَدْ قَيَّدَهُ.
εὐθέως ; οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ οἱ μέλλοντες ἀνετάζειν. καὶ ; ἐφοβήθη ὁ ; χιλίαρχος ἐπιγνοὺς ὅτι ; ἐστιν Ῥωμαῖός καὶ ; ὅτι ἦν αὐτὸν ; δεδεκώς.¶
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُ بُولُسُ: سَيَضْرِبُكَ اللهُ أَيُّهَا الْحَائِطُ الْمُبَيَّضُ. أَفَأَنْتَ جَالِسٌ تَحْكُمُ عَلَيَّ حَسَبَ النَّامُوسِ، وَأَنْتَ تَأْمُرُ بِضَرْبِي مُخَالِفًا لِلنَّامُوسِ.
τότε εἶπεν· πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Παῦλος τύπτειν ; σε ; μέλλει ὁ ; θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ ; σὺ ; κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν ; νόμον, καὶ ; κελεύεις με ; τύπτεσθαι; παρανομῶν
وَالآنَ أَعْلِمُوا الأَمِيرَ أَنْتُمْ مَعَ الْمَجْمَعِ لِكَيْ يُنْزِلَهُ إِلَيْكُمْ غَدًا، كَأَنَّكُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْحَصُوا بِأَكْثَرِ تَدْقِيق عَمَّا لَهُ. وَنَحْنُ، قَبْلَ أَنْ يَقْتَرِبَ، مُسْتَعِدُّونَ لِقَتْلِهِ.
νῦν ; οὖν ἐμφανίσατε τῷ ; χιλιάρχῳ ὑμεῖς σὺν τῷ ; συνεδρίῳ, ὅπως καταγάγῃ ; αὐτὸν πρὸς; ὑμᾶς αὔριον ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ ; αὐτοῦ· ἡμεῖς ; δὲ πρὸ τοῦ ; ἐγγίσαι ; αὐτὸν ἕτοιμοί ; ἐσμεν τοῦ ; ἀνελεῖν ; αὐτόν.¶
فَقَالَ: إِنَّ الْيَهُودَ تَعَاهَدُوا أَنْ يَطْلُبُوا مِنْكَ أَنْ تُنْزِلَ بُولُسَ غَدًا إِلَى الْمَجْمَعِ، كَأَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَسْتَخْبِرُوا عَنْهُ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
εἶπεν ; δὲ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ; ἐρωτῆσαί σε καταγάγῃς τὸν ; Παῦλον αὔριον εἰς τὸ ; συνέδριον ὡς μέλλοντές πυνθάνεσθαι περὶ ; αὐτοῦ. τι ; ἀκριβέστερον
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
ثُمَّ لَمَّا أُعْلِمْتُ بِمَكِيدَةٍ عَتِيدَةٍ أَنْ تَصِيرَ عَلَى الرَّجُلِ مِنَ الْيَهُودِ، أَرْسَلْتُهُ لِلْوَقْتِ إِلَيْكَ، آمِرًا الْمُشْتَكِينَ أَيْضًا أَنْ يَقُولُوا لَدَيْكَ مَا عَلَيْهِ. كُنْ مُعَافىً.
δέ μηνυθείσης ; μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ; ἄνδρα ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων ἔπεμψα ἐξαυτῆς πρὸς ; σὲ παραγγείλας τοῖς ; κατηγόροις καὶ λέγειν ἐπὶ ; σοῦ. τὰ ; πρὸς ; αὐτὸν ἔρρωσο¶
وَبَيْنَمَا كَانَ يَتَكَلَّمُ عَنِ الْبِرِّ وَالتَّعَفُّفِ وَالدَّيْنُونَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَكُونَ، ارْتَعَبَ فِيلِكْسُ، وَأَجَابَ: أَمَّا الآنَ فَاذْهَبْ، وَمَتَى حَصَلْتُ عَلَى وَقْتٍ أَسْتَدْعِيكَ.
διαλεγομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ; ἐγκρατείας καὶ ; τοῦ ; κρίματος τοῦ ; μέλλοντος ἔσεσθαι ἔμφοβος ; γενόμενος ὁ ; Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν πορεύου· δὲ μεταλαβὼν καιρὸν μετακαλέσομαί ; σε·
فَأَجَابَ فَسْتُوسُ أَنْ يُحْرَسَ بُولُسُ فِي قَيْصَرِيَّةَ، وَأَنَّهُ هُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَنْطَلِقَ عَاجِلاً.
οὖν ; ἀπεκρίθη Ὁ ; Φῆστος τηρεῖσθαι τὸν ; Παῦλον ἐν Καισαρείᾳ ἑαυτὸν ; δὲ μέλλειν ἐκπορεύεσθαι· ἐν ; τάχει
إِنِّي أَحْسِبُ نَفْسِي سَعِيدًا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ، إِذْ أَنَا مُزْمِعٌ أَنْ أَحْتَجَّ الْيَوْمَ لَدَيْكَ عَنْ كُلِّ مَا يُحَاكِمُنِي بِهِ الْيَهُودُ.
ἥγημαι ἐμαυτὸν μακάριον βασιλεῦ Ἀγρίππα, μέλλων ἀπολογεῖσθαι· σήμερον ἐπὶ ; σοῦ περὶ πάντων ὧν ἐγκαλοῦμαι ὑπὸ Ἰουδαίων,
فَإِذْ حَصَلْتُ عَلَى مَعُونَةٍ مِنَ اللهِ، بَقِيتُ إِلَى هذَا الْيَوْمِ، شَاهِدًا لِلصَّغِيرِ وَالْكَبِيرِ. وَأَنَا لاَ أَقُولُ شَيْئًا غَيْرَ مَا تَكَلَّمَ الأَنْبِيَاءُ وَمُوسَى أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ:
οὖν ; τυχὼν ἐπικουρίας παρὰ τοῦ ; θεοῦ ἕστηκα ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας μαρτυρούμενος μικρῷ τε ; καὶ ; μεγάλῳ, οὐδὲν ; λέγων ἐκτὸς ὧν ἐλάλησαν τε ; οἱ ; προφῆται καὶ ; Μωϋσῆς, μελλόντων γίνεσθαι
إِنْ يُؤَلَّمِ الْمَسِيحُ، يَكُنْ هُوَ أَوَّلَ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، مُزْمِعًا أَنْ يُنَادِيَ بِنُورٍ لِلشَّعْبِ وَلِلأُمَمِ.
εἰ παθητὸς ὁ ; χριστός, εἰ ; πρῶτος ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν μέλλει καταγγέλλειν φῶς τῷ ; λαῷ καὶ ; τοῖς ; ἔθνεσιν.¶
فَصَعِدْنَا إِلَى سَفِينَةٍ أَدْرَامِيتِينِيَّةٍ، وَأَقْلَعْنَا مُزْمِعِينَ أَنْ نُسَافِرَ مَارِّينَ بِالْمَوَاضِعِ الَّتِي فِي أَسِيَّا. وَكَانَ مَعَنَا أَرِسْتَرْخُسُ، رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ مِنْ تَسَالُونِيكِي.
ἐπιβάντες ; δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ ἀνήχθημεν μέλλοντες πλεῖν τοὺς ; τόπους κατὰ τὴν ; Ἀσίαν ὄντος σὺν ; ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως.
قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنَا أَرَى أَنَّ هذَا السَّفَرَ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ بِضَرَرٍ وَخَسَارَةٍ كَثِيرَةٍ، لَيْسَ لِلشَّحْنِ وَالسَّفِينَةِ فَقَطْ، بَلْ لأَنْفُسِنَا أَيْضًا.
λέγων ; αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι τὸν ; πλοῦν. μέλλειν ἔσεσθαι μετὰ ; ὕβρεως καὶ ; ζημίας πολλῆς οὐ τοῦ ; φόρτου καὶ ; τοῦ ; πλοίου μόνον ἀλλὰ τῶν ; ψυχῶν ; ἡμῶν καὶ
وَلَمَّا كَانَ النُّوتِيَّةُ يَطْلُبُونَ أَنْ يَهْرُبُوا مِنَ السَّفِينَةِ، وَأَنْزَلُوا الْقَارِبَ إِلَى الْبَحْرِ بِعِلَّةِ أَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَمُدُّوا مَرَاسِيَ مِنَ الْمُقَدَّمِ،
δὲ τῶν ; ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ ; πλοίου καὶ ; χαλασάντων τὴν ; σκάφην εἰς τὴν ; θάλασσαν προφάσει ὡς μελλόντων ἐκτείνειν ἀγκύρας ἐκ πρῴρης