المعنى المختصر للكلمة
méllō:
to
intend, i.e. be about to be, do, or suffer something (of persons or
things, especially events
اللفظ الأصلي
μέλλω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
méllō
(mel-lo)
تكرار الورود في الكتاب
100
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to
intend, i.e. be about to be, do, or suffer something (of persons or
things, especially events
2
in the sense of purpose, duty, necessity,
probability, possibility, or hesitation)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
about
after that
be
(almost)
(that which is, things, + which was for) to come
intend
was to (be)
mean
mind
be at the point
(be) ready
+ return
shall
(begin)
(which, that) should (after, afterwards, hereafter) tarry
which was for
will
would
be yet
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
μέλλει (11×)
ἤμελλεν (9×)
μελλόντων (6×)
μέλλων (4×)
μέλλοντες (4×)
μέλλειν (4×)
ὁ ; μέλλων (3×)
ἔμελλεν (3×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (100 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 14: 22
Jhn.14.22
قَالَ لَهُ يَهُوذَا لَيْسَ الإِسْخَرْيُوطِيَّ: يَا سَيِّدُ، مَاذَا حَدَثَ حَتَّى إِنَّكَ مُزْمِعٌ أَنْ تُظْهِرَ ذَاتَكَ لَنَا وَلَيْسَ لِلْعَالَمِ.
Λέγει αὐτῷ Ἰούδας οὐχ ὁ ; Ἰσκαριώτης· κύριε, τί γέγονεν ὅτι μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν ἡμῖν καὶ ; οὐχὶ τῷ ; κόσμῳ;¶
يوحنا 18: 32
Jhn.18.32
لِيَتِمَّ قَوْلُ يَسُوعَ الَّذِي قَالَهُ مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος τοῦ ; Ἰησοῦ ὃν εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶
أعمال الرسل 3: 3
Act.3.3
فَهذَا لَمَّا رَأَى بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا مُزْمِعَيْنِ أَنْ يَدْخُلاَ الْهَيْكَلَ، سَأَلَ لِيَأْخُذَ صَدَقَةً.
ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἠρώτα λαβεῖν. ἐλεημοσύνην
أعمال الرسل 5: 35
Act.5.35
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، احْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ مِنْ جِهَةِ هؤُلاَءِ النَّاسِ فِي مَا أَنْتُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْعَلُوا.
τε εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τούτοις τοῖς ; ἀνθρώποις τί μέλλετε πράσσειν.
أعمال الرسل 11: 28
Act.11.28
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
أعمال الرسل 12: 6
Act.12.6
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
أعمال الرسل 13: 34
Act.13.34
إِنَّهُ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، غَيْرَ عَتِيدٍ أَنْ يَعُودَ إِلَى فَسَادٍ، فَهكَذَا قَالَ: إِنِّي سَأُعْطِيكُمْ مَرَاحِمَ دَاوُدَ الصَّادِقَةَ.
ὅτι ; δὲ ἀνέστησεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν μηκέτι μέλλοντα ὑποστρέφειν εἰς διαφθοράν, οὕτως εἴρηκεν ὅτι ; δώσω ; ὑμῖν τὰ ; ὅσια Δαυὶδ τὰ ; πιστά.
أعمال الرسل 16: 27
Act.16.27
وَلَمَّا اسْتَيْقَظَ حَافِظُ السِّجْنِ، وَرَأَى أَبْوَابَ السِّجْنِ مَفْتُوحَةً، اسْتَلَّ سَيْفَهُ وَكَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَقْتُلَ نَفْسَهُ، ظَانًّا أَنَّ الْمَسْجُونِينَ قَدْ هَرَبُوا.
δὲ ἔξυπνος ; γενόμενος ὁ ; δεσμοφύλαξ καὶ ; ἰδὼν τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἀνεῳγμένας σπασάμενος τὴν ; μάχαιραν ἤμελλεν ἀναιρεῖν ἑαυτὸν νομίζων τοὺς ; δεσμίους.¶ ἐκπεφευγέναι
أعمال الرسل 17: 31
Act.17.31
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
أعمال الرسل 18: 14
Act.18.14
وَإِذْ كَانَ بُولُسُ مُزْمِعًا أَنْ يَفْتَحَ فَاهُ قَالَ غَالِيُونُ لِلْيَهُودِ: لَوْ كَانَ ظُلْمًا أَوْ خُبْثًا رَدِيًّا أَيُّهَا الْيَهُودُ، لَكُنْتُ بِالْحَقِّ قَدِ احْتَمَلْتُكُمْ.
δὲ τοῦ ; Παύλου Μέλλοντος ἀνοίγειν τὸ ; στόμα εἶπεν ὁ ; Γαλλίων πρὸς ; τοὺς ; Ἰουδαίους· εἰ ; μὲν ; οὖν ἦν ἀδίκημά ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρόν, ὦ Ἰουδαῖοι, ἂν κατὰ ; λόγον ἠνεσχόμην; ὑμῶν·
أعمال الرسل 20: 3
Act.20.3
فَصَرَفَ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ. ثُمَّ إِذْ حَصَلَتْ مَكِيدَةٌ مِنَ الْيَهُودِ عَلَيْهِ، وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَصْعَدَ إِلَى سُورِيَّةَ، صَارَ رَأْيٌ أَنْ يَرْجعَ عَلَى طَرِيقِ مَكِدُونِيَّةَ.
ποιήσας ; τε τρεῖς, μῆνας γενομένης ἐπιβουλῆς ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων αὐτῷ μέλλοντι ἀνάγεσθαι εἰς τὴν ; Συρίαν, ἐγένετο γνώμη τοῦ ; ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας.
أعمال الرسل 20: 7
Act.20.7
وَفِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ إِذْ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِيَكْسِرُوا خُبْزًا، خَاطَبَهُمْ بُولُسُ وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَمْضِيَ فِي الْغَدِ، وَأَطَالَ الْكَلاَمَ إِلَى نِصْفِ اللَّيْلِ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων τῶν; μαθητῶν συνηγμένων τοῦ ; κλάσαι ἄρτον διελέγετο ; αὐτοῖς ὁ ; Παῦλος μέλλων ἐξιέναι τῇ ἐπαύριον παρέτεινέν ; τε τὸν ; λόγον μέχρι μεσονυκτίου·
أعمال الرسل 20: 13
Act.20.13
وَأَمَّا نَحْنُ فَسَبَقْنَا إِلَى السَّفِينَةِ وَأَقْلَعْنَا إِلَى أَسُّوسَ، مُزْمِعِينَ أَنْ نَأْخُذَ بُولُسَ لأَنَّهُ كَانَ قَدْ رَتَّبَ هكَذَا مُزْمِعًا أَنْ يَمْشِيَ.
δὲ ἡμεῖς προελθόντες ἐπὶ τὸ ; πλοῖον ἀνήχθημεν εἲς τὴν ; Ἆσσον, μέλλοντες ἀναλαμβάνειν τὸν ; Παῦλον· γὰρ διατεταγμένος οὕτως ἦν, ; μέλλων ; αὐτὸς πεζεύειν.
أعمال الرسل 21: 27
Act.21.27
وَلَمَّا قَارَبَتِ الأَيَّامُ السَّبْعَةُ أَنْ تَتِمَّ، رَآهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ أَسِيَّا فِي الْهَيْكَلِ، فَأَهَاجُوا كُلَّ الْجَمْعِ وَأَلْقَوْا عَلَيْهِ الأَيَادِيَ
ὡς ; δὲ ἔμελλον αἱ ; ἡμέραι ἑπτὰ συντελεῖσθαι, οἱ ; θεασάμενοι ; αὐτὸν Ἰουδαῖοι ἀπὸ τῆς ; Ἀσίας ἐν τῷ ; ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ; ὄχλον καὶ ; ἐπέβαλον ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας
أعمال الرسل 22: 16
Act.22.16
وَالآنَ لِمَاذَا تَتَوَانَى. قُمْ وَاعْتَمِدْ وَاغْسِلْ خَطَايَاكَ دَاعِيًا بِاسْمِ الرَّبِّ.
καὶ ; νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ; ἀπόλουσαι τὰς ; ἁμαρτίας ; σου ἐπικαλεσάμενος τὸ ; ὄνομα τοῦ κυρίου
أعمال الرسل 22: 26
Act.22.26
فَإِذْ سَمِعَ قَائِدُ الْمِئَةِ ذَهَبَ إِلَى الأَمِيرِ، وَأَخْبَرَهُ قَائِلاً: انْظُرْ مَاذَا أَنْتَ مُزْمِعٌ أَنْ تَفْعَلَ. لأَنَّ هذَا الرَّجُلَ رُومَانِيٌّ.
ἀκούσας ; δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης προσελθὼν τῷ χιλιάρχῳ ἀπήγγειλεν λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν; γὰρ οὗτος ἄνθρωπος Ῥωμαῖός ; ἐστιν.
أعمال الرسل 22: 29
Act.22.29
وَلِلْوَقْتِ تَنَحَّى عَنْهُ الَّذِينَ كَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَفْحَصُوهُ. وَاخْتَشَى الأَمِيرُ لَمَّا عَلِمَ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ، وَلأَنَّهُ قَدْ قَيَّدَهُ.
εὐθέως ; οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ οἱ μέλλοντες ἀνετάζειν. καὶ ; ἐφοβήθη ὁ ; χιλίαρχος ἐπιγνοὺς ὅτι ; ἐστιν Ῥωμαῖός καὶ ; ὅτι ἦν αὐτὸν ; δεδεκώς.¶
أعمال الرسل 23: 3
Act.23.3
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُ بُولُسُ: سَيَضْرِبُكَ اللهُ أَيُّهَا الْحَائِطُ الْمُبَيَّضُ. أَفَأَنْتَ جَالِسٌ تَحْكُمُ عَلَيَّ حَسَبَ النَّامُوسِ، وَأَنْتَ تَأْمُرُ بِضَرْبِي مُخَالِفًا لِلنَّامُوسِ.
τότε εἶπεν· πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Παῦλος τύπτειν ; σε ; μέλλει ὁ ; θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ ; σὺ ; κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν ; νόμον, καὶ ; κελεύεις με ; τύπτεσθαι; παρανομῶν
أعمال الرسل 23: 15
Act.23.15
وَالآنَ أَعْلِمُوا الأَمِيرَ أَنْتُمْ مَعَ الْمَجْمَعِ لِكَيْ يُنْزِلَهُ إِلَيْكُمْ غَدًا، كَأَنَّكُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْحَصُوا بِأَكْثَرِ تَدْقِيق عَمَّا لَهُ. وَنَحْنُ، قَبْلَ أَنْ يَقْتَرِبَ، مُسْتَعِدُّونَ لِقَتْلِهِ.
νῦν ; οὖν ἐμφανίσατε τῷ ; χιλιάρχῳ ὑμεῖς σὺν τῷ ; συνεδρίῳ, ὅπως καταγάγῃ ; αὐτὸν πρὸς; ὑμᾶς αὔριον ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ ; αὐτοῦ· ἡμεῖς ; δὲ πρὸ τοῦ ; ἐγγίσαι ; αὐτὸν ἕτοιμοί ; ἐσμεν τοῦ ; ἀνελεῖν ; αὐτόν.¶
أعمال الرسل 23: 20
Act.23.20
فَقَالَ: إِنَّ الْيَهُودَ تَعَاهَدُوا أَنْ يَطْلُبُوا مِنْكَ أَنْ تُنْزِلَ بُولُسَ غَدًا إِلَى الْمَجْمَعِ، كَأَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَسْتَخْبِرُوا عَنْهُ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
εἶπεν ; δὲ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ; ἐρωτῆσαί σε καταγάγῃς τὸν ; Παῦλον αὔριον εἰς τὸ ; συνέδριον ὡς μέλλοντές πυνθάνεσθαι περὶ ; αὐτοῦ. τι ; ἀκριβέστερον
أعمال الرسل 23: 27
Act.23.27
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
أعمال الرسل 23: 30
Act.23.30
ثُمَّ لَمَّا أُعْلِمْتُ بِمَكِيدَةٍ عَتِيدَةٍ أَنْ تَصِيرَ عَلَى الرَّجُلِ مِنَ الْيَهُودِ، أَرْسَلْتُهُ لِلْوَقْتِ إِلَيْكَ، آمِرًا الْمُشْتَكِينَ أَيْضًا أَنْ يَقُولُوا لَدَيْكَ مَا عَلَيْهِ. كُنْ مُعَافىً.
δέ μηνυθείσης ; μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ; ἄνδρα ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων ἔπεμψα ἐξαυτῆς πρὸς ; σὲ παραγγείλας τοῖς ; κατηγόροις καὶ λέγειν ἐπὶ ; σοῦ. τὰ ; πρὸς ; αὐτὸν ἔρρωσο¶
أعمال الرسل 24: 25
Act.24.25
وَبَيْنَمَا كَانَ يَتَكَلَّمُ عَنِ الْبِرِّ وَالتَّعَفُّفِ وَالدَّيْنُونَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَكُونَ، ارْتَعَبَ فِيلِكْسُ، وَأَجَابَ: أَمَّا الآنَ فَاذْهَبْ، وَمَتَى حَصَلْتُ عَلَى وَقْتٍ أَسْتَدْعِيكَ.
διαλεγομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ; ἐγκρατείας καὶ ; τοῦ ; κρίματος τοῦ ; μέλλοντος ἔσεσθαι ἔμφοβος ; γενόμενος ὁ ; Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν πορεύου· δὲ μεταλαβὼν καιρὸν μετακαλέσομαί ; σε·
أعمال الرسل 25: 4
Act.25.4
فَأَجَابَ فَسْتُوسُ أَنْ يُحْرَسَ بُولُسُ فِي قَيْصَرِيَّةَ، وَأَنَّهُ هُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَنْطَلِقَ عَاجِلاً.
οὖν ; ἀπεκρίθη Ὁ ; Φῆστος τηρεῖσθαι τὸν ; Παῦλον ἐν Καισαρείᾳ ἑαυτὸν ; δὲ μέλλειν ἐκπορεύεσθαι· ἐν ; τάχει
أعمال الرسل 26: 2
Act.26.2
إِنِّي أَحْسِبُ نَفْسِي سَعِيدًا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ، إِذْ أَنَا مُزْمِعٌ أَنْ أَحْتَجَّ الْيَوْمَ لَدَيْكَ عَنْ كُلِّ مَا يُحَاكِمُنِي بِهِ الْيَهُودُ.
ἥγημαι ἐμαυτὸν μακάριον βασιλεῦ Ἀγρίππα, μέλλων ἀπολογεῖσθαι· σήμερον ἐπὶ ; σοῦ περὶ πάντων ὧν ἐγκαλοῦμαι ὑπὸ Ἰουδαίων,
أعمال الرسل 26: 22
Act.26.22
فَإِذْ حَصَلْتُ عَلَى مَعُونَةٍ مِنَ اللهِ، بَقِيتُ إِلَى هذَا الْيَوْمِ، شَاهِدًا لِلصَّغِيرِ وَالْكَبِيرِ. وَأَنَا لاَ أَقُولُ شَيْئًا غَيْرَ مَا تَكَلَّمَ الأَنْبِيَاءُ وَمُوسَى أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ:
οὖν ; τυχὼν ἐπικουρίας παρὰ τοῦ ; θεοῦ ἕστηκα ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας μαρτυρούμενος μικρῷ τε ; καὶ ; μεγάλῳ, οὐδὲν ; λέγων ἐκτὸς ὧν ἐλάλησαν τε ; οἱ ; προφῆται καὶ ; Μωϋσῆς, μελλόντων γίνεσθαι
أعمال الرسل 26: 23
Act.26.23
إِنْ يُؤَلَّمِ الْمَسِيحُ، يَكُنْ هُوَ أَوَّلَ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، مُزْمِعًا أَنْ يُنَادِيَ بِنُورٍ لِلشَّعْبِ وَلِلأُمَمِ.
εἰ παθητὸς ὁ ; χριστός, εἰ ; πρῶτος ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν μέλλει καταγγέλλειν φῶς τῷ ; λαῷ καὶ ; τοῖς ; ἔθνεσιν.¶
أعمال الرسل 27: 2
Act.27.2
فَصَعِدْنَا إِلَى سَفِينَةٍ أَدْرَامِيتِينِيَّةٍ، وَأَقْلَعْنَا مُزْمِعِينَ أَنْ نُسَافِرَ مَارِّينَ بِالْمَوَاضِعِ الَّتِي فِي أَسِيَّا. وَكَانَ مَعَنَا أَرِسْتَرْخُسُ، رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ مِنْ تَسَالُونِيكِي.
ἐπιβάντες ; δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ ἀνήχθημεν μέλλοντες πλεῖν τοὺς ; τόπους κατὰ τὴν ; Ἀσίαν ὄντος σὺν ; ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως.
أعمال الرسل 27: 10
Act.27.10
قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنَا أَرَى أَنَّ هذَا السَّفَرَ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ بِضَرَرٍ وَخَسَارَةٍ كَثِيرَةٍ، لَيْسَ لِلشَّحْنِ وَالسَّفِينَةِ فَقَطْ، بَلْ لأَنْفُسِنَا أَيْضًا.
λέγων ; αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι τὸν ; πλοῦν. μέλλειν ἔσεσθαι μετὰ ; ὕβρεως καὶ ; ζημίας πολλῆς οὐ τοῦ ; φόρτου καὶ ; τοῦ ; πλοίου μόνον ἀλλὰ τῶν ; ψυχῶν ; ἡμῶν καὶ
أعمال الرسل 27: 30
Act.27.30
وَلَمَّا كَانَ النُّوتِيَّةُ يَطْلُبُونَ أَنْ يَهْرُبُوا مِنَ السَّفِينَةِ، وَأَنْزَلُوا الْقَارِبَ إِلَى الْبَحْرِ بِعِلَّةِ أَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَمُدُّوا مَرَاسِيَ مِنَ الْمُقَدَّمِ،
δὲ τῶν ; ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ ; πλοίου καὶ ; χαλασάντων τὴν ; σκάφην εἰς τὴν ; θάλασσαν προφάσει ὡς μελλόντων ἐκτείνειν ἀγκύρας ἐκ πρῴρης