ك
إصحاح
G2961
G2962. kýrios
G2963
المعنى المختصر للكلمة
kýrios: supreme in authority, i.e. (as noun) controller
اللفظ الأصلي κύριος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kýrios (koo-ree-os)
تكرار الورود في الكتاب 632 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from (supremacy);

المعنى والشرح المفصل
1 supreme in authority, i.e. (as noun) controller
2 by implication, Master (as a respectful title)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
God Lord master Sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κύριε, (86×) ὁ ; κύριος (69×) τοῦ ; κυρίου (59×) κυρίου (59×) κύριος (36×) κυρίῳ (27×) τῷ ; κυρίῳ (20×) τὸν ; κύριον (17×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (632 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَيَتَقَدَّمُ أَمَامَهُ بِرُوحِ إِيلِيَّا وَقُوَّتِهِ، لِيَرُدَّ قُلُوبَ الآبَاءِ إِلَى الأَبْنَاءِ، وَالْعُصَاةَ إِلَى فِكْرِ الأَبْرَارِ، لِكَيْ يُهَيِّئَ لِلرَّبِّ شَعْبًا مُسْتَعِدًّا.
καὶ ; αὐτὸς ; προελεύσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ ἐν ; πνεύματι Ἠλίου καὶ ; δυνάμει ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ; ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.¶
هكَذَا قَدْ فَعَلَ بِيَ الرَّبُّ فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا نَظَرَ إِلَيَّ، لِيَنْزِعَ عَارِي بَيْنَ النَّاسِ.
ὅτι ; οὕτως πεποίηκεν μοι ὁ ; κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ; ὄνειδός ; μου ἐν ἀνθρώποις.¶
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
هذَا يَكُونُ عَظِيمًا، وَابْنَ الْعَلِيِّ يُدْعَى، وَيُعْطِيهِ الرَّبُّ الإِلهُ كُرْسِيَّ دَاوُدَ أَبِيهِ،
οὗτος ἔσται μέγας καὶ ; υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ; δώσει ; αὐτῷ κύριος ὁ ; θεὸς τὸν ; θρόνον Δαυὶδ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ,
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: هُوَذَا أَمَةُ الرَّبِّ. لِيَكُنْ لِي كَقَوْلِكَ. فَمَضَى مِنْ عِنْدِهَا الْمَلاَكُ.
Εἶπεν ; δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ ; δούλη κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ ; τὸ ; ῥῆμά ; σου. καὶ ; ἀπῆλθεν ἀπ᾽ αὐτῆς ὁ ; ἄγγελος.¶
فَطُوبَى لِلَّتِي آمَنَتْ أَنْ يَتِمَّ مَا قِيلَ لَهَا مِنْ قِبَلِ الرَّبِّ.
καὶ ; μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται ; τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ κυρίου.¶
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: تُعَظِّمُ نَفْسِي الرَّبَّ،
Καὶ ; εἶπεν Μαριάμ· μεγαλύνει ἡ ; ψυχή ; μου τὸν ; κύριον,
وَسَمِعَ جِيرَانُهَا وَأَقْرِبَاؤُهَا أَنَّ الرَّبَّ عَظَّمَ رَحْمَتَهُ لَهَا، فَفَرِحُوا مَعَهَا.
καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; περίοικοι καὶ ; οἱ ; συγγενεῖς ; αὐτῆς ὅτι κύριος ἐμεγάλυνεν τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτῆς, καὶ ; συνέχαιρον αὐτῇ.¶
فَأَوْدَعَهَا جَمِيعُ السَّامِعِينَ فِي قُلُوبِهِمْ قَائِلِينَ: أَتَرَى مَاذَا يَكُونُ هذَا الصَّبِيُّ. وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُ.
καὶ ; ἔθεντο πάντες οἱ ; ἀκούσαντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῶν λέγοντες· τί ; ἄρα ἔσται; τοῦτο τὸ ; παιδίον καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
مُبَارَكٌ الرَّبُّ إِلهُ إِسْرَائِيلَ لأَنَّهُ افْتَقَدَ وَصَنَعَ فِدَاءً لِشَعْبِهِ،
εὐλογητὸς κύριος ὁ ; θεὸς τοῦ ; Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ; ἐποίησεν λύτρωσιν τῷ ; λαῷ ; αὐτοῦ,
وَأَنْتَ أَيُّهَا الصَّبِيُّ نَبِيَّ الْعَلِيِّ تُدْعَى، لأَنَّكَ تَتَقَدَّمُ أَمَامَ وَجْهِ الرَّبِّ لِتُعِدَّ طُرُقَهُ.
Καὶ ; σὺ παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· γὰρ προπορεύσῃ πρὸ προσώπου κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς ; αὐτοῦ,
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἰδού ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ ; δόξα κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἰδού ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ ; δόξα κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
أَنَّهُ وُلِدَ لَكُمُ الْيَوْمَ فِي مَدِينَةِ دَاوُدَ مُخَلِّصٌ هُوَ الْمَسِيحُ الرَّبُّ.
ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον ἐν πόλει Δαυίδ. σωτὴρ ὅς ; ἐστιν χριστὸς κύριος
وَلَمَّا مَضَتْ عَنْهُمُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى السَّمَاءِ، قَالَ الرجال الرُّعَاةُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لِنَذْهَبِ الآنَ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ وَنَنْظُرْ هذَا الأَمْرَ الْوَاقِعَ الَّذِي أَعْلَمَنَا بِهِ الرَّبُّ.
Καὶ ; ἐγένετο ὡς ; ἀπῆλθον ἀπ᾽ ; αὐτῶν οἱ ; ἄγγελοι, εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπον οἱ ; ἄνθρωποι οἱ ; ποιμένες ἀλλήλους· ; πρὸς διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλέεμ καὶ ; ἴδωμεν τοῦτο τὸ ; ῥῆμα τὸ ; γεγονὸς ὃ ἐγνώρισεν ; ἡμῖν. ὁ ; κύριος
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامُ تَطْهِيرِهَا، حَسَبَ شَرِيعَةِ مُوسَى، صَعِدُوا بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِيُقَدِّمُوهُ لِلرَّبِّ،
καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τοῦ ; καθαρισμοῦ ; αὐτῶν κατὰ τὸν ; νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ ; κυρίῳ
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي نَامُوسِ الرَّبِّ: أَنَّ كُلَّ ذَكَرٍ فَاتِحَ رَحِمٍ يُدْعَى قُدُّوسًا لِلرَّبِّ.
καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν κληθήσεται· ἅγιον τῷ ; κυρίῳ
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي نَامُوسِ الرَّبِّ: أَنَّ كُلَّ ذَكَرٍ فَاتِحَ رَحِمٍ يُدْعَى قُدُّوسًا لِلرَّبِّ.
καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν κληθήσεται· ἅγιον τῷ ; κυρίῳ
وَلِكَيْ يُقَدِّمُوا ذَبِيحَةً كَمَا قِيلَ فِي نَامُوسِ الرَّبِّ: زَوْجَ يَمَامٍ أَوْ فَرْخَيْ حَمَامٍ.
καὶ ; τοῦ ; δοῦναι θυσίαν κατὰ ; τὸ εἰρημένον ἐν νόμῳ κυρίου· ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο ; νοσσοὺς νοσσοὺς ; περιστερῶν.¶
وَكَانَ قَدْ أُوحِيَ إِلَيْهِ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ أَنَّهُ لاَ يَرَى الْمَوْتَ قَبْلَ أَنْ يَرَى مَسِيحَ الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν κεχρηματισμένον αὐτῷ ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν ; χριστὸν κυρίου
فَهِيَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ وَقَفَتْ تُسَبِّحُ الرَّبَّ، وَتَكَلَّمَتْ عَنْهُ مَعَ جَمِيعِ الْمُنْتَظِرِينَ فِدَاءً فِي أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; αὕτη ; αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ πᾶσιν τοῖς ; προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἰερουσαλήμ.¶
وَلَمَّا أَكْمَلُوا كُلَّ شَيْءٍ حَسَبَ نَامُوسِ الرَّبِّ، رَجَعُوا إِلَى الْجَلِيلِ إِلَى مَدِينَتِهِمُ النَّاصِرَةِ.
Καὶ ; ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ ; κατὰ τὸν ; νόμον κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν εἰς τὴν ; πόλιν ; αὑτῶν Ναζαρέθ.¶
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ أقْوَالِ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ. εὐθείας
فَأَجَابَهُ يَسُوعُ وَقَالَ: اذْهَبْ يَا شَيْطَانُ. إِنَّهُ مَكْتُوبٌ: لِلرَّبِّ إِلهِكَ تَسْجُدُ وَإِيَّاهُ وَحْدَهُ تَعْبُدُ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; αὐτῷ ὕπαγε Σατανᾶ· γέγραπται· γὰρ ; κύριον τὸν ; θεόν ; σου προσκυνήσεις καὶ ; αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: إِنَّهُ قِيلَ: لاَ تُجَرِّبِ الرَّبَّ إِلهَكَ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ ὅτι εἴρηται· οὐκ ἐκπειράσεις κύριον τὸν ; θεόν ; σου.
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
وَأَكْرِزَ بِسَنَةِ الرَّبِّ الْمَقْبُولَةِ.
κηρύξαι ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτόν.
فَلَمَّا رَأَى سِمْعَانُ بُطْرُسُ خَرَّ عِنْدَ رُكْبَتَيْ يَسُوعَ قَائِلاً: اخْرُجْ مِنْ سَفِينَتِي يَا رَبُّ، لأَنِّي رَجُلٌ خَاطِئٌ..
δὲ Ἰδὼν Σίμων Πέτρος προσέπεσεν τοῖς ; γόνασιν τοῦ ; Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, κύριε. ὅτι ; εἰμι, ἀνὴρ ἁμαρτωλός
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
وَفِي أَحَدِ الأَيَّامِ كَانَ يُعَلِّمُ، وَكَانَ فَرِّيسِيُّونَ وَمُعَلِّمُونَ لِلنَّامُوسِ جَالِسِينَ وَهُمْ قَدْ أَتَوْا مِنْ كُلِّ قَرْيَةٍ مِنَ الْجَلِيلِ وَالْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ. وَكَانَتْ قُوَّةُ الرَّبِّ لِشِفَائِهِمْ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ τῶν ; ἡμερῶν καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διδάσκων· καὶ ; ἦσαν Φαρισαῖοι καὶ ; νομοδιδάσκαλοι καθήμενοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλήμ, καὶ ; ἦν δύναμις κυρίου εἰς ; τὸ ; ἰᾶσθαι ; αὐτούς