ك
إصحاح
G2961
G2962. kýrios
G2963
المعنى المختصر للكلمة
kýrios: supreme in authority, i.e. (as noun) controller
اللفظ الأصلي κύριος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kýrios (koo-ree-os)
تكرار الورود في الكتاب 632 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from (supremacy);

المعنى والشرح المفصل
1 supreme in authority, i.e. (as noun) controller
2 by implication, Master (as a respectful title)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
God Lord master Sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κύριε, (86×) ὁ ; κύριος (69×) τοῦ ; κυρίου (59×) κυρίου (59×) κύριος (36×) κυρίῳ (27×) τῷ ; κυρίῳ (20×) τὸν ; κύριον (17×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (632 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَتُوبُوا وَارْجِعُوا لِتُمْحَى خَطَايَاكُمْ، لِكَيْ تَأْتِيَ أَوْقَاتُ الْفَرَجِ مِنْ وَجْهِ الرَّبِّ.
μετανοήσατε ; οὖν καὶ ; ἐπιστρέψατε εἰς ; τὸ ; ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν ; τὰς ; ἁμαρτίας, ὅπως ἂν ; ἔλθωσιν καιροὶ ἀναψύξεως ἀπὸ προσώπου τοῦ ; κυρίου
فَإِنَّ مُوسَى قَالَ لِلآبَاءِ: إِنَّ نَبِيًّا مِثْلِي سَيُقِيمُ لَكُمُ الرَّبُّ إِلهُكُمْ مِنْ إِخْوَتِكُمْ. لَهُ تَسْمَعُونَ فِي كُلِّ مَا يُكَلِّمُكُمْ بِهِ.
γὰρ ; μὲν Μωϋσῆς εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; πατέρας ὅτι προφήτην ὡς ; ἐμέ· ἀναστήσει ὑμῖν κύριος ὁ ; θεὸς ; ὑμῶν ἐκ τῶν ; ἀδελφῶν ; ὑμῶν αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ; ἂν λαλήσῃ ; πρὸς ; ὑμᾶς.
قَامَتْ مُلُوكُ الأَرْضِ، وَاجْتَمَعَ الرُّؤَسَاءُ مَعًا عَلَى الرَّبِّ وَعَلَى مَسِيحِهِ.
παρέστησαν οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς καὶ ; συνήχθησαν οἱ ; ἄρχοντες ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ κατὰ τοῦ ; κυρίου καὶ ; κατὰ χριστοῦ ; αὐτοῦ.¶
وَالآنَ يَا رَبُّ، انْظُرْ إِلَى تَهْدِيدَاتِهِمْ، وَامْنَحْ عَبِيدَكَ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِكَلاَمِكَ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ،
καὶ ; νῦν, τὰ ; κύριε, ἔπιδε ἐπὶ τὰς ; ἀπειλὰς ; αὐτῶν καὶ ; δὸς τοῖς ; δούλοις ; σου λαλεῖν τὸν ; λόγον ; σου μετὰ ; πάσης παρρησίας
وَبِقُوَّةٍ عَظِيمَةٍ كَانَ الرُّسُلُ يُؤَدُّونَ الشَّهَادَةَ بِقِيَامَةِ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَنِعْمَةٌ عَظِيمَةٌ كَانَتْ عَلَى جَمِيعِهِمْ،
καὶ ; δυνάμει μεγάλῃ οἱ ; ἀπόστολοι ἀπεδίδουν τὸ ; μαρτύριον ἀναστάσεως ; τῆς τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, χάρις ; τε μεγάλη ἦν ἐπὶ αὐτούς. ; πάντας
فَقَالَ لَهَا بُطْرُسُ: مَا بَالُكُمَا اتَّفَقْتُمَا عَلَى تَجْرِبَةِ رُوحِ الرَّبِّ. هُوَذَا أَرْجُلُ الَّذِينَ دَفَنُوا رَجُلَكِ عَلَى الْبَابِ، وَسَيَحْمِلُونَكِ خَارِجًا.
δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτήν· ὁ ; Πέτρος τί ; ὅτι συνεφωνήθη ; ὑμῖν πειράσαι τὸ ; πνεῦμα κυρίου; ἰδοὺ οἱ ; πόδες τῶν θαψάντων τὸν ; ἄνδρα ; σου ἐπὶ τῇ ; θύρᾳ σε. ; ἐξοίσουσίν ; καὶ
وَكَانَ مُؤْمِنُونَ يَنْضَمُّونَ لِلرَّبِّ أَكْثَرَ، جَمَاهِيرُ مِنْ رِجَال وَنِسَاءٍ،
δὲ πιστεύοντες προσετίθεντο τῷ ; κυρίῳ, μᾶλλον πλήθη ἀνδρῶν καὶ ; γυναικῶν,
وَلكِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ فِي اللَّيْلِ فَتَحَ أَبْوَابَ السِّجْنِ وَأَخْرَجَهُمْ وَقَالَ:
δὲ Ἄγγελος κυρίου διὰ τῆς ; νυκτὸς ἤνοιξε τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἐξαγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἶπεν·
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَرْبَعُونَ سَنَةً، ظَهَرَ لَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ فِي بَرِّيَّةِ جَبَلِ سِينَاءَ فِي لَهِيبِ نَارِ عُلَّيْقَةٍ.
καὶ ; πληρωθέντων τεσσεράκοντα ἐτῶν ὤφθη αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τοῦ ; ὄρους Σινᾶ ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.
فَلَمَّا رَأَى مُوسَى تَعَجَّبَ مِنَ الْمَنْظَرِ. وَفِيمَا هُوَ يَتَقَدَّمُ لِيَتَطَلَّعَ، صَارَ إِلَيْهِ صَوْتُ الرَّبِّ:
δὲ ἰδὼν ὁ ; Μωϋσῆς ἐθαύμαζεν τὸ ; ὅραμα· δὲ αὐτοῦ προσερχομένου κατανοῆσαι, ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ κυρίου
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اخْلَعْ نَعْلَ رِجْلَيْكَ، لأَنَّ الْمَوْضِعَ الَّذِي أَنْتَ وَاقِفٌ عَلَيْهِ أَرْضٌ مُقَدَّسَةٌ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; κύριος· λῦσον τὸ ; ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν ; σου· γὰρ ὁ ; τόπος ᾧ ἕστηκας ἐν γῆ ἐστίν. ; ἁγία
هذَا هُوَ مُوسَى الَّذِي قَالَ لِبَنِي إِسْرَائِيلَ: نَبِيًّا مِثْلِي سَيُقِيمُ لَكُمُ الرَّبُّ إِلهُكُمْ مِنْ إِخْوَتِكُمْ. لَهُ تَسْمَعُونَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; Μωϋσῆς ὁ ; εἴπας τοῖς ; υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὡς ; ἐμέ ἀναστήσει ὑμῖν κύριος ὁ ; θεὸς ; ὑμῶν ἐκ τῶν ; ἀδελφῶν ; ὑμῶν αὐτοῦ ἀκούσεσθε.
السَّمَاءُ كُرْسِيٌّ لِي، وَالأَرْضُ مَوْطِئٌ لِقَدَمَيَّ. أَيَّ بَيْتٍ تَبْنُونَ لِي. يَقُولُ الرَّبُّ، وَأَيٌّ هُوَ مَكَانُ رَاحَتِي.
ὁ ; οὐρανός θρόνος, μοι ἡ ; δὲ ; γῆ ὑποπόδιον τῶν ; ποδῶν ; μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι; λέγει κύριος, ἢ ; τίς τόπος τῆς ; καταπαύσεώς ; μου;
فَكَانُوا يَرْجُمُونَ اسْتِفَانُوسَ وَهُوَ يَدْعُو وَيَقُولُ: أَيُّهَا الرَّبُّ يَسُوعُ اقْبَلْ رُوحِي.
καὶ ; ἐλιθοβόλουν τὸν ; Στέφανον ἐπικαλούμενον καὶ ; λέγοντα· κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ ; πνεῦμά ; μου.
ثُمَّ جَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: يَا رَبُّ، لاَ تُقِمْ لَهُمْ هذِهِ الْخَطِيَّةَ. وَإِذْ قَالَ هذَا رَقَدَ.
θεὶς τὰ ; γόνατα ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ· κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς ταύτην τὴν ; ἁμαρτίαν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐκοιμήθη.
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
فَأَجَابَ سِيمُونُ وَقَالَ: اطْلُبَا أَنْتُمَا إِلَى الرَّبِّ مِنْ أَجْلِي لِكَيْ لاَ يَأْتِيَ عَلَيَّ مِمَّا ذَكَرْتُمَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Σίμων εἶπεν· δεήθητε ὑμεῖς πρὸς τὸν ; κύριον, ὑπὲρ ; ἐμοῦ ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.
ثُمَّ إِنَّهُمَا بَعْدَ مَا شَهِدَا وَتَكَلَّمَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ، رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ وَبَشَّرَا قُرىً كَثِيرَةً لِلسَّامِرِيِّينَ.
οἱ ; μὲν ; οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ ; λαλήσαντες τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου ὑπέστρεψαν εἰς Ἱεροσόλυμα, εὐηγγελίσαντο; τε κώμας πολλάς τῶν ; Σαμαριτῶν
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
أَمَّا شَاوُلُ فَكَانَ لَمْ يَزَلْ يَنْفُثُ تَهَدُّدًا وَقَتْلاً عَلَى تَلاَمِيذِ الرَّبِّ، فَتَقَدَّمَ إِلَى رَئِيسِ الْكَهَنَةِ
δὲ Ὁ ; Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ ; φόνου εἰς τοὺς ; μαθητὰς τοῦ ; κυρίου, προσελθὼν τῷ ; ἀρχιερεῖ,
فَقَالَ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ الرَّبُّ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ. صَعْبٌ عَلَيْكَ أَنْ تَرْفُسَ مَنَاخِسَ.
εἶπεν ; δέ· τίς εἶ, κύριε; δέ ; εἶπεν· ὁ ; κύριος ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ ; διώκεις σκληρόν σοι πρὸς λακτίζειν· κέντρα
فَقَالَ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ الرَّبُّ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ. صَعْبٌ عَلَيْكَ أَنْ تَرْفُسَ مَنَاخِسَ.
εἶπεν ; δέ· τίς εἶ, κύριε; δέ ; εἶπεν· ὁ ; κύριος ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ ; διώκεις σκληρόν σοι πρὸς λακτίζειν· κέντρα
فَقَاَلَ وَهُوَ مُرْتَعِدٌ وَمُتَحَيِّرٌ: يَا رَبُّ، مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ. فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَادْخُلِ الْمَدِينَةَ فَيُقَالَ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
τε ; εἶπεν τρέμων καὶ ; θαμβῶν κύριε τί θέλεις μέ ; ποιῆσαι καὶ ; πρός αὐτόν ὅ ; κύριος ἀνάστηθι καὶ ; εἴσελθε τὴν ; πόλιν, καὶ ; λαληθήσεταί σοι τί δεῖ σε ; ποιεῖν.
فَقَاَلَ وَهُوَ مُرْتَعِدٌ وَمُتَحَيِّرٌ: يَا رَبُّ، مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ. فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَادْخُلِ الْمَدِينَةَ فَيُقَالَ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
τε ; εἶπεν τρέμων καὶ ; θαμβῶν κύριε τί θέλεις μέ ; ποιῆσαι καὶ ; πρός αὐτόν ὅ ; κύριος ἀνάστηθι καὶ ; εἴσελθε τὴν ; πόλιν, καὶ ; λαληθήσεταί σοι τί δεῖ σε ; ποιεῖν.
وَكَانَ فِي دِمَشْقَ تِلْمِيذٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ فِي رُؤْيَا: يَا حَنَانِيَّا.. فَقَالَ: هأَنَذَا يَا رَبُّ.
Ἦν ; δέ ἐν Δαμασκῷ τις ; μαθητὴς ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· ἐν ὁράματι Ἁνανία. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἰδοὺ ; ἐγώ, κύριε.
وَكَانَ فِي دِمَشْقَ تِلْمِيذٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ فِي رُؤْيَا: يَا حَنَانِيَّا.. فَقَالَ: هأَنَذَا يَا رَبُّ.
Ἦν ; δέ ἐν Δαμασκῷ τις ; μαθητὴς ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· ἐν ὁράματι Ἁνανία. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἰδοὺ ; ἐγώ, κύριε.
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
فَأَجَابَ حَنَانِيَّا: يَا رَبُّ، قَدْ سَمِعْتُ مِنْ كَثِيرِينَ عَنْ هذَا الرَّجُلِ، كَمْ مِنَ الشُّرُورِ فَعَلَ بِقِدِّيسِيكَ فِي أُورُشَلِيمَ.
Ἀπεκρίθη ; δὲ ὁ ; Ἁνανίας· κύριε, ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τούτου, τοῦ ; ἀνδρὸς ὅσα κακὰ ἐποίησεν τοῖς ; ἁγίοις ; σου ἐν Ἰερουσαλήμ·
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.