ك
إصحاح
G2961
G2962. kýrios
G2963
المعنى المختصر للكلمة
kýrios: supreme in authority, i.e. (as noun) controller
اللفظ الأصلي κύριος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kýrios (koo-ree-os)
تكرار الورود في الكتاب 632 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from (supremacy);

المعنى والشرح المفصل
1 supreme in authority, i.e. (as noun) controller
2 by implication, Master (as a respectful title)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
God Lord master Sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κύριε, (86×) ὁ ; κύριος (69×) τοῦ ; κυρίου (59×) κυρίου (59×) κύριος (36×) κυρίῳ (27×) τῷ ; κυρίῳ (20×) τὸν ; κύριον (17×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (632 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَهُمْ يَقُولُونَ: إِنَّ الرَّبَّ قَامَ بِالْحَقِيقَةِ وَظَهَرَ لِسِمْعَانَ.
λέγοντας ὅτι ὁ ; κύριος ἠγέρθη ὄντως καὶ ; ὤφθη Σίμωνι.
قَالَ: أَنَا صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: قَوِّمُوا طَرِيقَ الرَّبِّ، كَمَا قَالَ إِشَعْيَاءُ النَّبِيُّ.
ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ· εὐθύνατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου· καθὼς εἶπεν Ἠσαΐας ὁ ; προφήτης.
فَلَمَّا عَلِمَ الرَّبُّ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ سَمِعُوا أَنَّ يَسُوعَ يُصَيِّرُ وَيُعَمِّدُ تَلاَمِيذَ أَكْثَرَ مِنْ يُوحَنَّا،
Ὡς ; οὖν ἔγνω ὁ ; κύριος ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἤκουσαν ὅτι Ἰησοῦς ποιεῖ καὶ ; βαπτίζει μαθητὰς πλείονας ἢ Ἰωάννης,
قَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ: يَا سَيِّدُ، لاَ دَلْوَ لَكَ وَالْبِئْرُ عَمِيقَةٌ. فَمِنْ أَيْنَ لَكَ الْمَاءُ الْحَيُّ.
λέγει αὐτῷ ἡ ; γυνή· κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ ; τὸ ; φρέαρ ἐστὶν ; βαθύ· πόθεν ; οὖν ἔχεις τὸ ; ὕδωρ τὸ ; ζῶν;
قَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ: يَا سَيِّدُ أَعْطِنِي هذَا الْمَاءَ، لِكَيْ لاَ أَعْطَشَ وَلاَ آتِيَ إِلَى هُنَا لأَسْتَقِيَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; γυνή· κύριε, δός ; μοι τοῦτο τὸ ; ὕδωρ ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν.
قَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ: يَا سَيِّدُ، أَرَى أَنَّكَ نَبِيٌّ.
Λέγει αὐτῷ ἡ ; γυνή· κύριε, θεωρῶ ὅτι ; σύ. προφήτης ; εἶ
قَالَ لَهُ خَادِمُ الْمَلِكِ: يَا سَيِّدُ، انْزِلْ قَبْلَ أَنْ يَمُوتَ ابْنِي.
λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; βασιλικός· κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ ; παιδίον ; μου.¶
أَجَابَهُ الْمَرِيضُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ لِي إِنْسَانٌ يُلْقِينِي فِي الْبِرْكَةِ مَتَى تَحَرَّكَ الْمَاءُ. بَلْ بَيْنَمَا أَنَا آتٍ، يَنْزِلُ قُدَّامِي آخَرُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; ἀσθενῶν· κύριε, οὐκ ἔχω ἄνθρωπον ἵνα ; βάλλῃ; με εἰς τὴν ; κολυμβήθραν· ὅταν ταραχθῇ τὸ ; ὕδωρ δὲ ἐν ; ᾧ ἐγώ, ἔρχομαι καταβαίνει. πρὸ ; ἐμοῦ ἄλλος
غَيْرَ أَنَّهُ جَاءَتْ سُفُنٌ مِنْ طَبَرِيَّةَ إِلَى قُرْبِ الْمَوْضِعِ الَّذِي أَكَلُوا فِيهِ الْخُبْزَ، إِذْ شَكَرَ الرَّبُّ.
ἄλλα ; δὲ ἦλθεν πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ ; τόπου ὅπου ἔφαγον τὸν ; ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ ; κυρίου.
فَقَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَعْطِنَا فِي كُلِّ حِينٍ هذَا الْخُبْزَ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· κύριε, δὸς ; ἡμῖν πάντοτε τοῦτον.¶ τὸν ; ἄρτον
فَأَجَابَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا رَبُّ، إِلَى مَنْ نَذْهَبُ. كَلاَمُ الْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ عِنْدَكَ،
ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις,
فَقَالَتْ: لاَ أَحَدَ، يَا سَيِّدُ.. فَقَالَ لَهَا يَسُوعُ: وَلاَ أَنَا أَدِينُكِ. اذْهَبِي وَلاَ تُخْطِئِي أَيْضًا.
ἡ ; δὲ ; εἶπεν, οὐδείς, κύριε. εἶπεν ; δὲ αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς, οὐδὲ ἐγώ σε ; κατακρίνω· πορεύου καὶ ; μηκέτι ; ἁμάρτανε.¶]]
أَجَابَ ذَاكَ وَقَالَ: مَنْ هُوَ يَا سَيِّدُ لأُومِنَ بِهِ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· τίς ἐστιν, κύριε, ἵνα ; πιστεύσω εἰς ; αὐτόν;
فَقَالَ: أُومِنُ يَا سَيِّدُ.. وَسَجَدَ لَهُ.
ὁ ; δὲ ; ἔφη· πιστεύω, κύριε, καὶ ; προσεκύνησεν αὐτῷ.
وَكَانَتْ مَرْيَمُ، الَّتِي كَانَ لِعَازَرُ أَخُوهَا مَرِيضًا، هِيَ الَّتِي دَهَنَتِ الرَّبَّ بِطِيبٍ، وَمَسَحَتْ رِجْلَيْهِ بِشَعْرِهَا.
ἦν ; δὲ Μαριὰμ ἧς Λάζαρος ὁ ; ἀδελφὸς ἠσθένει. ἡ ἀλείψασα τὸν ; κύριον μύρῳ καὶ ; ἐκμάξασα τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς,
فَأَرْسَلَتِ الأُخْتَانِ إِلَيْهِ قَائِلَتَيْنِ: يَا سَيِّدُ، هُوَذَا الَّذِي تُحِبُّهُ مَرِيضٌ.
ἀπέστειλαν ; οὖν αἱ ; ἀδελφαὶ πρὸς ; αὐτὸν λέγουσαι· κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ.¶
فَقَالَ تَلاَمِيذُهُ: يَا سَيِّدُ، إِنْ كَانَ قَدْ نَامَ فَهُوَ يُشْفَى.
εἶπαν ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται.
فَقَالَتْ مَرْثَا لِيَسُوعَ: يَا سَيِّدُ، لَوْ كُنْتَ ههُنَا لَمْ يَمُتْ أَخِي.
εἶπεν ; οὖν ἡ ; Μάρθα πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ; ἐτεθνήκει ὁ ; ἀδελφός ; μου.
قَالَتْ لَهُ: نَعَمْ يَا سَيِّدُ. أَنَا قَدْ آمَنْتُ أَنَّكَ أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ، الآتِي إِلَى الْعَالَمِ.
λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε· ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ; ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ ὁ ; ἐρχόμενος.¶ εἰς τὸν ; κόσμον
فَمَرْيَمُ لَمَّا أَتَتْ إِلَى حَيْثُ كَانَ يَسُوعُ وَرَأَتْهُ، خَرَّتْ عِنْدَ رِجْلَيْهِ قَائِلَةً لَهُ: يَا سَيِّدُ، لَوْ كُنْتَ ههُنَا لَمْ يَمُتْ أَخِي..
ἡ ; οὖν ; Μαριὰμ ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ; Ἰησοῦς, ἰδοῦσα ; αὐτὸν ἔπεσεν εἰς αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας λέγουσα αὐτῷ· κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ; ἀπέθανεν μου ; ὁ ; ἀδελφός.
وَقَالَ: أَيْنَ وَضَعْتُمُوهُ. قَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، تَعَالَ وَانْظُرْ.
καὶ ; εἶπεν· ποῦ τεθείκατε ; αὐτόν; λέγουσιν αὐτῷ· κύριε, ἔρχου καὶ ; ἴδε.
قَالَ يَسُوعُ: ارْفَعُوا الْحَجَرَ.. قَالَتْ لَهُ مَرْثَا، أُخْتُ الْمَيْتِ: يَا سَيِّدُ، قَدْ أَنْتَنَ لأَنَّ لَهُ أَرْبَعَةَ أَيَّامٍ.
λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν ; λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ; Μάρθα· ἀδελφὴ τοῦ ; τεθνηκότος κύριε, ἤδη ὄζει· γάρ ἐστιν. τεταρταῖος
فَأَخَذُوا سُعُوفَ النَّخْلِ وَخَرَجُوا لِلِقَائِهِ، وَكَانُوا يَصْرُخُونَ: أُوصَنَّا. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. مَلِكُ إِسْرَائِيلَ.
ἔλαβον τὰ ; βαΐα τῶν ; φοινίκων καὶ ; ἐξῆλθον εἰς ; ὑπάντησιν ; αὐτῷ καὶ ἔκραζον ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶
فَتَقَدَّمَ هؤُلاَءِ إِلَى فِيلُبُّسَ الَّذِي مِنْ بَيْتِ صَيْدَا الْجَلِيلِ، وَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا سَيِّدُ، نُرِيدُ أَنْ نَرَى يَسُوعَ
οὖν ; προσῆλθον οὗτοι Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; ἠρώτων ; αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν ἰδεῖν. τὸν ; Ἰησοῦν
لِيَتِمَّ قَوْلُ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الَذي قَالَهُ: يَا رَبُّ، مَنْ صَدَّقَ خَبَرَنَا. وَلِمَنِ اسْتُعْلِنَتْ ذِرَاعُ الرَّبِّ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου ὃν εἶπεν· κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ; ἀκοῇ ; ἡμῶν; καὶ ; τίνι ἀπεκαλύφθη; ὁ ; βραχίων κυρίου
لِيَتِمَّ قَوْلُ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الَذي قَالَهُ: يَا رَبُّ، مَنْ صَدَّقَ خَبَرَنَا. وَلِمَنِ اسْتُعْلِنَتْ ذِرَاعُ الرَّبِّ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου ὃν εἶπεν· κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ; ἀκοῇ ; ἡμῶν; καὶ ; τίνι ἀπεκαλύφθη; ὁ ; βραχίων κυρίου
فَجَاءَ إِلَى سِمْعَانَ بُطْرُسَ. فَقَالَ لَهُ ذَاكَ: يَا سَيِّدُ، أَنْتَ تَغْسِلُ رِجْلَيَّ.
Ἔρχεται ; οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον· καὶ ; λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· κύριε, σύ νίπτεις μου ; τοὺς ; πόδας;
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ رِجْلَيَّ فَقَطْ بَلْ أَيْضًا يَدَيَّ وَرَأْسِي.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, μὴ τοὺς ; πόδας ; μου μόνον ἀλλὰ καὶ τὰς ; χεῖρας καὶ ; τὴν ; κεφαλήν.¶
أَنْتُمْ تَدْعُونَنِي مُعَلِّمًا وَسَيِّدًا، وَحَسَنًا تَقُولُونَ، لأَنِّي أَنَا كَذلِكَ.
ὑμεῖς φωνεῖτέ ; με· ὁ ; διδάσκαλος καὶ ; ὁ ; κύριος, καὶ ; καλῶς λέγετε· γάρ. εἰμὶ
فَإِنْ كُنْتُ وَأَنَا السَّيِّدُ وَالْمُعَلِّمُ قَدْ غَسَلْتُ أَرْجُلَكُمْ، فَأَنْتُمْ يَجِبُ عَلَيْكُمْ أَنْ يَغْسِلَ بَعْضُكُمْ أَرْجُلَ بَعْضٍ،
εἰ ; οὖν ἐγὼ ὁ ; κύριος καὶ ; ὁ ; διδάσκαλος, ἔνιψα ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας καὶ ; ὑμεῖς ὀφείλετε νίπτειν ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας·