ك
إصحاح
G2249
G2250. hēméra
G2251
المعنى المختصر للكلمة
hēméra: day, i.e. (literally) the time space between dawn and dark, or the whole 24 hours (but several days were usually reckoned by the Jews as inclusive of the parts of both extremes)
اللفظ الأصلي ἡμέρα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hēméra (hay-mer-ah)
تكرار الورود في الكتاب 378 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 day, i.e. (literally) the time space between dawn and dark, or the whole 24 hours (but several days were usually reckoned by the Jews as inclusive of the parts of both extremes)
2 figuratively, a period (always defined more or less clearly by the context)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
age + alway (mid-)day (by day, (-ly)) + for ever judgment (day) time while years

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡμέρας (63×) τῇ ; ἡμέρᾳ (30×) ἡμέρᾳ (29×) ἡμέραν (29×) ταῖς ; ἡμέραις (28×) ἡμέραι (14×) τῶν ; ἡμερῶν (11×) ἡμέραις (10×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (378 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ يَكُونُ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ ضِيقٌ لَمْ يَكُنْ مِثْلُهُ مُنْذُ ابْتِدَاءِ الْخَلِيقَةِ الَّتِي خَلَقَهَا اللهُ إِلَى الآنَ، وَلَنْ يَكُونَ.
γὰρ ἔσονται ἐκεῖναι αἱ ; ἡμέραι θλῖψις οὐ γέγονεν τοιαύτη ἀπ᾽ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ ; θεὸς ἕως τοῦ ; νῦν καὶ ; οὐ ; μὴ γένηται.
وَلَوْ لَمْ يُقَصِّرِ الرَّبُّ تِلْكَ الأَيَّامَ، لَمْ يَخْلُصْ جَسَدٌ. وَلكِنْ لأَجْلِ الْمُخْتَارِينَ الَّذِينَ اخْتَارَهُمْ، قَصَّرَ الأَيَّامَ.
καὶ ; εἰ μὴ ἐκολόβωσεν κύριος τὰς ; ἡμέρας, οὐκ ἂν ; ἐσώθη πᾶσα ; σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ; ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσεν ἡμέρας. ; τὰς
وَأَمَّا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ بَعْدَ ذلِكَ الضِّيقِ، فَالشَّمْسُ تُظْلِمُ، وَالْقَمَرُ لاَ يُعْطِي ضَوْءَهُ،
Ἀλλ᾽ ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις μετὰ ἐκείνην τὴν ; θλῖψιν ὁ ; ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ; ἡ ; σελήνη οὐ δώσει τὸ ; φέγγος ; αὐτῆς,
وَأَمَّا ذلِكَ الْيَوْمُ وَتِلْكَ السَّاعَةُ فَلاَ يَعْلَمُ بِهِمَا أَحَدٌ، وَلاَ الْمَلاَئِكَةُ الَّذِينَ فِي السَّمَاءِ، وَلاَ الابْنُ، إِلاَّ الآبُ.
Περὶ ; δὲ ἐκείνης τῆς ; ἡμέρας καὶ; τῆς ὥρας οὐδεὶς ; οἶδεν οὐδὲ οἱ ; ἄγγελοι οἱ ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ ὁ ; πατήρ.
وَكَانَ الْفِصْحُ وَأَيَّامُ الْفَطِيرِ بَعْدَ يَوْمَيْنِ. وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يُمْسِكُونَهُ بِمَكْرٍ وَيَقْتُلُونَهُ،
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τὰ ; ἄζυμα ; καὶ μετὰ δύο ; ἡμέρας, καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; κρατήσαντες ἐν ; δόλῳ ἀποκτείνωσιν·
وَفِي الْيَوْمِ الأَوَّلِ مِنَ الْفَطِيرِ. حِينَ كَانُوا يَذْبَحُونَ الْفِصْحَ، قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نَمْضِيَ وَنُعِدَّ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων, ὅτε ἔθυον, τὸ ; πάσχα λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα ; φάγῃς τὸ ; πάσχα;
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي لاَ أَشْرَبُ بَعْدُ مِنْ نِتَاجِ الْكَرْمَةِ إِلَى ذلِكَ الْيَوْمِ حِينَمَا أَشْرَبُهُ جَدِيدًا فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ πίω οὐκέτι ἐκ τοῦ ; γεννήματος τῆς ; ἀμπέλου ἕως ἐκείνης τῆς ; ἡμέρας ὅταν αὐτὸ ; πίνω καινὸν ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.¶
كُلَّ يَوْمٍ كُنْتُ مَعَكُمْ فِي الْهَيْكَلِ أُعَلِّمُ وَلَمْ تُمْسِكُونِي. وَلكِنْ لِكَيْ تُكْمَلَ الْكُتُبُ.
καθ᾽ ἡμέραν ἤμην πρὸς ; ὑμᾶς ἐν τῷ ; ἱερῷ διδάσκων, καὶ ; οὐκ ἐκρατήσατέ ; με· ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ ; γραφαί.
نَحْنُ سَمِعْنَاهُ يَقُولُ: إِنِّي أَنْقُضُ هذَا الْهَيْكَلَ الْمَصْنُوعَ بِالأَيَادِي، وَفِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ أَبْنِي آخَرَ غَيْرَ مَصْنُوعٍ بِأَيَادٍ.
ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ ; λέγοντος ὅτι ; ἐγὼ καταλύσω τὸν ; ναὸν τοῦτον ; τὸν ; χειροποίητον καὶ ; διὰ τριῶν ἡμερῶν οἰκοδομήσω. ἄλλον ἀχειροποίητον
وَكَانَ الْمُجْتَازُونَ يُجَدِّفُونَ عَلَيْهِ، وَهُمْ يَهُزُّونَ رُؤُوسَهُمْ قَائِلِينَ: آهِ يَا نَاقِضَ الْهَيْكَلِ وَبَانِيَهُ فِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ.
καὶ οἱ ; παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν καὶ ; λέγοντες· Οὐά, ὁ ; καταλύων τὸν ; ναὸν καὶ ; οἰκοδομῶν ἐν τρισὶν ἡμέραις,
كَانَ فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ مَلِكِ الْيَهُودِيَّةِ كَاهِنٌ اسْمُهُ زَكَرِيَّا مِنْ فِرْقَةِ أَبِيَّا، وَامْرَأَتُهُ مِنْ بَنَاتِ هارُونَ وَاسْمُهَا أَلِيصَابَاتُ.
Ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως τῆς ; Ἰουδαίας ἱερεύς ; τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; θυγατέρων Ἀαρὼν καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτῆς Ἐλισάβετ.¶
وَهَا أَنْتَ تَكُونُ صَامِتًا وَلاَ تَقْدِرُ أَنْ تَتَكَلَّمَ، إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي يَكُونُ فِيهِ هذَا، لأَنَّكَ لَمْ تُصَدِّقْ كَلاَمِي الَّذِي سَيَتِمُّ فِي وَقْتِهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ ; μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἡμέρας ἧς γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς ; λόγοις ; μου οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν ; καιρὸν ; αὐτῶν.¶
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَيَّامُ خِدْمَتِهِ مَضَى إِلَى بَيْتِهِ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τῆς ; λειτουργίας ; αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.¶
وَبَعْدَ تِلْكَ الأَيَّامِ حَبِلَتْ أَلِيصَابَاتُ امْرَأَتُهُ، وَأَخْفَتْ نَفْسَهَا خَمْسَةَ أَشْهُرٍ قَائِلَةً:
Μετὰ ; δὲ ταύτας τὰς ; ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ καὶ ; περιέκρυβεν ἑαυτὴν πέντε μῆνας λέγουσα
هكَذَا قَدْ فَعَلَ بِيَ الرَّبُّ فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا نَظَرَ إِلَيَّ، لِيَنْزِعَ عَارِي بَيْنَ النَّاسِ.
ὅτι ; οὕτως πεποίηκεν μοι ὁ ; κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ; ὄνειδός ; μου ἐν ἀνθρώποις.¶
فَقَامَتْ مَرْيَمُ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ وَذَهَبَتْ بِسُرْعَةٍ إِلَى الْجِبَالِ إِلَى مَدِينَةِ يَهُوذَا،
Ἀναστᾶσα ; δὲ Μαριὰμ ἐν ταύταις ταῖς ; ἡμέραις ἐπορεύθη μετὰ ; σπουδῆς εἰς τὴν ; ὀρεινὴν εἰς πόλιν Ἰούδα
وَفِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ جَاءُوا لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ، وَسَمَّوْهُ بِاسْمِ أَبِيهِ زَكَرِيَّا.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον καὶ ; ἐκάλουν ; αὐτὸ ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ Ζαχαρίαν.
بِقَدَاسَةٍ وَبِرّ قُدَّامَهُ جَمِيعَ أَيَّامِ حَيَاتِنَا.
ἐν ; ὁσιότητι καὶ ; δικαιοσύνῃ ἐνώπιον ; αὐτοῦ πάσας τὰς; ἡμέρας τὴς ; ζωῆς ; ἡμῶν.¶
أَمَّا الصَّبِيُّ فَكَانَ يَنْمُو وَيَتَقَوَّى بِالرُّوحِ، وَكَانَ فِي الْبَرَارِي إِلَى يَوْمِ ظُهُورِهِ لإِسْرَائِيلَ.
δὲ Τὸ ; παιδίον ηὔξανεν καὶ ; ἐκραταιοῦτο πνεύματι καὶ ; ἦν ἐν ταῖς ; ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως ; αὐτοῦ πρὸς ; τὸν ; Ἰσραήλ.¶
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ صَدَرَ أَمْرٌ مِنْ أُوغُسْطُسَ قَيْصَرَ بِأَنْ يُكْتَتَبَ كُلُّ الْمَسْكُونَةِ.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις ἐξῆλθεν δόγμα παρὰ Αὐγούστου Καίσαρος ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν ; οἰκουμένην.
وَبَيْنَمَا هُمَا هُنَاكَ تَمَّتْ أَيَّامُهَا لِتَلِدَ.
Ἐγένετο ; δὲ ἐν ; τῷ ; αὐτοὺς εἶναι ; ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τοῦ ; τεκεῖν ; αὐτήν,
وَلَمَّا تَمَّتْ ثَمَانِيَةُ أَيَّامٍ لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ سُمِّيَ يَسُوعَ، كَمَا تَسَمَّى مِنَ الْمَلاَكِ قَبْلَ أَنْ حُبِلَ بِهِ فِي الْبَطْنِ.
Καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ ; περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον, καὶ ; ἐκλήθη ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ; ἀγγέλου πρὸ τοῦ ; συλλημφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ; κοιλίᾳ.
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامُ تَطْهِيرِهَا، حَسَبَ شَرِيعَةِ مُوسَى، صَعِدُوا بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِيُقَدِّمُوهُ لِلرَّبِّ،
καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τοῦ ; καθαρισμοῦ ; αὐτῶν κατὰ τὸν ; νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ ; κυρίῳ
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας
وَهِيَ أَرْمَلَةٌ نَحْوَ أَرْبَعٍ وَثَمَانِينَ سَنَةً، لاَ تُفَارِقُ الْهَيْكَلَ، عَابِدَةً بِأَصْوَامٍ وَطَلِبَاتٍ لَيْلاً وَنَهَارًا.
καὶ ; αὐτὴ χήρα ὡς τεσσάρων ὀγδοήκοντα ἐτῶν ἣ ; οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ ; τοῦ ; ἱεροῦ λατρεύουσα νηστείαις καὶ ; δεήσεσιν νύκτα καὶ ; ἡμέραν·
وَبَعْدَمَا أَكْمَلُوا الأَيَّامَ بَقِيَ عِنْدَ رُجُوعِهِمَا الصَّبِيُّ يَسُوعُ فِي أُورُشَلِيمَ، وَيُوسُفُ وَأُمُّهُ لَمْ يَعْلَمَا.
τελειωσάντων ; καὶ τὰς ; ἡμέρας ὑπέμεινεν ἐν τῷ ; ὑποστρέφειν ; αὐτοὺς ὁ ; παῖς Ἰησοῦς ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; Ἰωσὴφ καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ. οὐκ ἔγνω
وَإِذْ ظَنَّاهُ بَيْنَ الرُّفْقَةِ، ذَهَبَا مَسِيرَةَ يَوْمٍ، وَكَانَا يَطْلُبَانِهِ بَيْنَ الأَقْرِبَاءِ وَالْمَعَارِفِ.
νομίσαντες ; δὲ ; αὐτὸν εἶναι ; ἐν τῇ ; συνοδίᾳ ἦλθον ὁδὸν ἡμέρας καὶ ; ἀνεζήτουν ; αὐτὸν ἐν τοῖς ; συγγενεῦσιν καὶ ; ἐν ; γνωστοῖς. ; τοῖς
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ وَجَدَاهُ فِي الْهَيْكَلِ، جَالِسًا فِي وَسْطِ الْمُعَلِّمِينَ، يَسْمَعُهُمْ وَيَسْأَلُهُمْ.
καὶ ; ἐγένετο ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας εὗρον ; αὐτὸν ἐν τῷ ; ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν ; διδασκάλων καὶ ; ἀκούοντα ; αὐτῶν καὶ ; ἐπερωτῶντα ; αὐτούς.
أَرْبَعِينَ يَوْمًا يُجَرَّبُ مِنْ إِبْلِيسَ. وَلَمْ يَأْكُلْ شَيْئًا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ. وَلَمَّا تَمَّتْ جَاعَ أَخِيرًا.
τεσσεράκοντα ἡμέρας πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ ; διαβόλου. καὶ ; οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ἐκείναις, ταῖς ; ἡμέραις καὶ συντελεσθεισῶν ; αὐτῶν ἐπείνασεν. ὕστερον
أَرْبَعِينَ يَوْمًا يُجَرَّبُ مِنْ إِبْلِيسَ. وَلَمْ يَأْكُلْ شَيْئًا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ. وَلَمَّا تَمَّتْ جَاعَ أَخِيرًا.
τεσσεράκοντα ἡμέρας πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ ; διαβόλου. καὶ ; οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ἐκείναις, ταῖς ; ἡμέραις καὶ συντελεσθεισῶν ; αὐτῶν ἐπείνασεν. ὕστερον