ك
إصحاح
G1437
G1438. heautou
G1439
المعنى المختصر للكلمة
heautou: him- (her-, it-, them-, also (in conjunction with the personal pronoun of the other persons) my-, thy-, our-, your-) self (selves), etc.
اللفظ الأصلي ἑαυτοῦ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق heautou (heh-ow-too)
تكرار الورود في الكتاب 303 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

him- (her-, it-, them-, also (in conjunction with the personal pronoun of the other persons) my-, thy-, our-, your-) self (selves), etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
alone her (own, -self) (he) himself his (own) itself one (to) another our (thine) own(-selves) + that she had their (own, own selves) (of) them(-selves) they thyself you your (own, own conceits, own selves, -selves)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἑαυτὸν (55×) ἑαυτοὺς (46×) ἑαυτοῖς (38×) ἑαυτῷ (23×) ἑαυτοῦ (11×) ἑαυτόν, (6×) ἑαυτούς· (6×) ἑαυτῶν (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (303 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمُ الَّذِينَ تُبَرِّرُونَ أَنْفُسَكُمْ قُدَّامَ النَّاسِ. وَلكِنَّ اللهَ يَعْرِفُ قُلُوبَكُمْ. إِنَّ الْمُسْتَعْلِيَ عِنْدَ النَّاسِ هُوَ رِجْسٌ قُدَّامَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐστε ; οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ; ἀνθρώπων, δὲ ὁ ; θεὸς γινώσκει τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν ὅτι τὸ ; ὑψηλὸν ἐν ἀνθρώποις ἐστιν.¶ βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
اِحْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ. وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ أَخُوكَ فَوَبِّخْهُ، وَإِنْ تَابَ فَاغْفِرْ لَهُ.
προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν ; δὲ ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ὁ ; ἀδελφός ; σου, ἐπιτίμησον ; αὐτῷ· καὶ ; ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ.
فَنَظَرَ وَقَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا وَأَرُوا أَنْفُسَكُمْ لِلْكَهَنَةِ. وَفِيمَا هُمْ مُنْطَلِقُونَ طَهَرُوا.
Καὶ ; ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ; ἱερεῦσιν. καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ὑπάγειν ; αὐτούς, ἐκαθαρίσθησαν.
وَكَانَ لاَ يَشَاءُ إِلَى زَمَانٍ. وَلكِنْ بَعْدَ ذلِكَ قَالَ فِي نَفْسِهِ: وَإِنْ كُنْتُ لاَ أَخَافُ اللهَ وَلاَ أَهَابُ إِنْسَانًا،
καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον. δὲ μετὰ ταῦτα ; εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ ; καὶ οὐ φοβοῦμαι τὸν ; θεὸν καὶ οὐκ ἐντρέπομαι, ἄνθρωπον
وَقَالَ لِقَوْمٍ وَاثِقِينَ بِأَنْفُسِهِمْ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ، وَيَحْتَقِرُونَ الآخَرِينَ هذَا الْمَثَلَ:
Εἶπεν ; δὲ πρός ; τινας τοὺς ; πεποιθότας ἐφ᾽ ; ἑαυτοῖς ὅτι ; εἰσὶν δίκαιοι καὶ ; ἐξουθενοῦντας τοὺς ; λοιποὺς ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν
أَمَّا الْفَرِّيسِيُّ فَوَقَفَ يُصَلِّي فِي نَفْسِهِ هكَذَا: اَللّهُمَّ أَنَا أَشْكُرُكَ أَنِّي لَسْتُ مِثْلَ بَاقِي النَّاسِ الْخَاطِفِينَ الظَّالِمِينَ الزُّنَاةِ، وَلاَ مِثْلَ هذَا الْعَشَّارِ.
ὁ ; Φαρισαῖος σταθεὶς προσηύχετο· πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα ὁ ; θεός, εὐχαριστῶ ; σοι ὅτι ; εἰμὶ οὐκ ὥσπερ οἱ ; λοιποὶ τῶν ; ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ ; καὶ ὡς οὗτος ὁ ; τελώνης.
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذَا نَزَلَ إِلَى بَيْتِهِ مُبَرَّرًا دُونَ ذَاكَ، لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَرْفَعُ نَفْسَهُ يَتَّضِعُ، وَمَنْ يَضَعُ نَفْسَهُ يَرْتَفِعُ.
λέγω ὑμῖν· οὗτος κατέβη εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δεδικαιωμένος ἢ ἐκεῖνος ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ ; δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.¶
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذَا نَزَلَ إِلَى بَيْتِهِ مُبَرَّرًا دُونَ ذَاكَ، لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَرْفَعُ نَفْسَهُ يَتَّضِعُ، وَمَنْ يَضَعُ نَفْسَهُ يَرْتَفِعُ.
λέγω ὑμῖν· οὗτος κατέβη εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δεδικαιωμένος ἢ ἐκεῖνος ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ ; δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.¶
فَقَالَ: إِنْسَانٌ شَرِيفُ الْجِنْسِ ذَهَبَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ لِيَأْخُذَ لِنَفْسِهِ مُلْكًا وَيَرْجعَ.
Εἶπεν ; οὖν· ἄνθρωπός ; τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ; ὑποστρέψαι.
فَدَعَا عَشَرَةَ عَبِيدٍ لَهُ وَأَعْطَاهُمْ عَشَرَةَ أَمْنَاءٍ، وَقَالَ لَهُمْ: تَاجِرُوا حَتَّى آتِيَ.
καλέσας ; δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν ; αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι.
فَتَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
οἱ ; δὲ ; συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
مَتَى أَفْرَخَتْ تَنْظُرُونَ وَتَعْلَمُونَ مِنْ أَنْفُسِكُمْ أَنَّ الصَّيْفَ قَدْ قَرُبَ.
ὅταν ; ἤδη, προβάλωσιν βλέποντες γινώσκετε ἀφ᾽ ἑαυτῶν ὅτι τὸ ; θέρος ; ἐστίν. ἤδη ἐγγὺς
فَاحْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ لِئَلاَّ تَثْقُلَ قُلُوبُكُمْ فِي خُمَارٍ وَسُكْرٍ وَهُمُومِ الْحَيَاةِ، فَيُصَادِفَكُمْ ذلِكَ الْيَوْمُ بَغْتَةً.
Προσέχετε ; δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρυνθῶσιν ὑμῶν ; αἱ ; καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ ; μέθῃ καὶ ; μερίμναις βιωτικαῖς, καὶ ; ἐπιστῇ ; ἐφ᾽ ; ὑμᾶς ἐκείνη ἡ ; ἡμέρα αἰφνίδιος
ثُمَّ تَنَاوَلَ كَأْسًا وَشَكَرَ وَقَالَ: خُذُوا هذِهِ وَاقْتَسِمُوهَا بَيْنَكُمْ،
καὶ δεξάμενος ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπεν· λάβετε τοῦτο καὶ ; διαμερίσατε εἰς ; ἑαυτοῖς
فَابْتَدَأُوا يَتَسَاءَلُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ: مَنْ تَرَى مِنْهُمْ هُوَ الْمُزْمِعُ أَنْ يَفْعَلَ هذَا..
καὶ ; αὐτοὶ ; ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τίς ἄρα ; εἴη ἐξ ; αὐτῶν ὁ μέλλων πράσσειν.¶ τοῦτο
وَلَمَّا كَانَ النَّهَارُ اجْتَمَعَتْ مَشْيَخَةُ الشَّعْبِ: رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ، وَأَصْعَدُوهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ
Καὶ ; ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ ; πρεσβυτέριον τοῦ ; λαοῦ, ἀρχιερεῖς τε ; καὶ ; γραμματεῖς, καὶ ; ἀνήγαγον; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; ἑαυτῶν
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
فَصَارَ بِيلاَطُسُ وَهِيرُودُسُ صَدِيقَيْنِ مَعَ بَعْضِهِمَا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ، لأَنَّهُمَا كَانَا مِنْ قَبْلُ فِي عَدَاوَةٍ بَيْنَهُمَا.
ἐγένοντο ; δὲ καὶ ; ὁ ; Πιλᾶτος τε ; Ἡρῴδης φίλοι μετ᾽ ἀλλήλων· ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ γὰρ προϋπῆρχον ἐν ἔχθρᾳ ; ὄντες πρὸς ; ἑαυτούς
فَالْتَفَتَ إِلَيْهِنَّ يَسُوعُ وَقَالَ: يَا بَنَاتِ أُورُشَلِيمَ، لاَ تَبْكِينَ عَلَيَّ بَلِ ابْكِينَ عَلَى أَنْفُسِكُنَّ وَعَلَى أَوْلاَدِكُنَّ،
στραφεὶς ; δὲ πρὸς ; αὐτὰς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾽ ; ἐμέ, πλὴν κλαίετε ἐφ᾽ ἑαυτὰς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; τέκνα ; ὑμῶν.
وَكَانَ الشَّعْبُ وَاقِفِينَ يَنْظُرُونَ، وَالرُّؤَسَاءُ أَيْضًا مَعَهُمْ يَسْخَرُونَ بِهِ قَائِلِينَ: خَلَّصَ آخَرِينَ، فَلْيُخَلِّصْ نَفْسَهُ إِنْ كَانَ هُوَ الْمَسِيحَ مُخْتَارَ اللهِ..
καὶ ὁ ; λαὸς εἱστήκει θεωρῶν. δὲ ; οἱ ; ἄρχοντες καὶ σὺν ; αὐτοῖς ἐξεμυκτήριζον λέγοντες· ἔσωσεν, ἄλλους σωσάτω ἑαυτόν, εἰ ἐστιν οὗτός ὁ ; χριστὸς ὁ ; ἐκλεκτός.¶ τοῦ ; θεοῦ
فَقَامَ بُطْرُسُ وَرَكَضَ إِلَى الْقَبْرِ، فَانْحَنَى وَنَظَرَ الأَكْفَانَ مَوْضُوعَةً وَحْدَهَا، فَمَضَى مُتَعَجِّبًا فِي نَفْسِهِ مِمَّا كَانَ.
δὲ ; ἀναστὰς Ὁ ; Πέτρος ἔδραμεν ἐπὶ τὸ ; μνημεῖον, καὶ ; παρακύψας βλέπει τὰ ; ὀθόνια κείμενα μόνα καὶ ; ἀπῆλθεν θαυμάζων πρὸς ἑαυτὸν τὸ γεγονός.¶
ثُمَّ ابْتَدَأَ مِنْ مُوسَى وَمِنْ جَمِيعِ الأَنْبِيَاءِ يُفَسِّرُ لَهُمَا الأُمُورَ الْمُخْتَصَّةَ بِهِ فِي جَمِيعِ الْكُتُبِ.
καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ; ἀπὸ πάντων τῶν ; προφητῶν διηρμήνευεν αὐτοῖς ταῖς ; τὰ περὶ ἑαυτοῦ. ἐν πάσαις ταῖς ; γραφαῖς
لكِنَّ يَسُوعَ لَمْ يَأْتَمِنْهُمْ عَلَى نَفْسِهِ، لأَنَّهُ كَانَ يَعْرِفُ الْجَمِيعَ.
αὐτὸς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ; αὐτοῖς ἑαυτὸν διὰ ; τὸ ; αὐτὸν γινώσκειν πάντας
فَمِنْ أَجْلِ هذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَكْثَرَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ لَمْ يَنْقُضِ السَّبْتَ فَقَطْ، بَلْ قَالَ أَيْضًا إِنَّ اللهَ أَبُوهُ، مُعَادِلاً نَفْسَهُ بِاللهِ.
οὖν διὰ τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν μᾶλλον αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ ἔλυεν τὸ ; σάββατον, μόνον ἀλλὰ ἔλεγεν καὶ τὸν ; θεὸν πατέρα ; ἴδιον ἴσον ; ποιῶν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لاَ يَقْدِرُ الابْنُ أَنْ يَعْمَلَ مِنْ نَفْسِهِ شَيْئًا إِلاَّ مَا يَنْظُرُ الآبَ يَعْمَلُ. لأَنْ مَهْمَا عَمِلَ ذَاكَ فَهذَا يَعْمَلُهُ الابْنُ كَذلِكَ.
ἀπεκρίνατο ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ δύναται ὁ ; υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν ; μή βλέπῃ τὸν ; πατέρα ποιοῦντα. γὰρ ἃ ; ἂν ποιῇ, ἐκεῖνος ταῦτα ; καὶ ποιεῖ. ὁ ; υἱὸς ὁμοίως
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ، كَذلِكَ أَعْطَى الابْنَ أَيْضًا أَنْ تَكُونَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ،
γὰρ Ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκεν τῷ ; υἱῷ καὶ ἔχειν ζωὴν ἐν ἑαυτῷ,
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ، كَذلِكَ أَعْطَى الابْنَ أَيْضًا أَنْ تَكُونَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ،
γὰρ Ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκεν τῷ ; υἱῷ καὶ ἔχειν ζωὴν ἐν ἑαυτῷ,
وَلكِنِّي قَدْ عَرَفْتُكُمْ أَنْ لَيْسَتْ لَكُمْ مَحَبَّةُ اللهِ فِي أَنْفُسِكُمْ.
ἀλλ᾽ ἔγνωκα ; ὑμᾶς ὅτι οὐκ ἔχετε τὴν ; ἀγάπην τοῦ ; θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَأْكُلُوا جَسَدَ ابْنِ الإِنْسَانِ وَتَشْرَبُوا دَمَهُ، فَلَيْسَ لَكُمْ حَيَاةٌ فِيكُمْ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ φάγητε τὴν ; σάρκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ ; πίητε αὐτοῦ ; τὸ ; αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ; ἑαυτοῖς.