المعنى المختصر للكلمة
heautou:
him- (her-, it-, them-, also
(in conjunction with the personal pronoun of the other persons) my-,
thy-, our-, your-) self (selves), etc.
اللفظ الأصلي
ἑαυτοῦ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
heautou
(heh-ow-too)
تكرار الورود في الكتاب
303
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
him- (her-, it-, them-, also (in conjunction with the personal pronoun of the other persons) my-, thy-, our-, your-) self (selves), etc.
الإنجليزية — KJV Translation Tags
alone
her (own, -self)
(he)
himself
his (own)
itself
one (to) another
our (thine)
own(-selves)
+ that she had
their (own, own selves)
(of)
them(-selves)
they
thyself
you
your (own, own conceits, own
selves, -selves)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἑαυτὸν (55×)
ἑαυτοὺς (46×)
ἑαυτοῖς (38×)
ἑαυτῷ (23×)
ἑαυτοῦ (11×)
ἑαυτόν, (6×)
ἑαυτούς· (6×)
ἑαυτῶν (5×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (303 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 7: 30
Luk.7.30
وَأَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ وَالنَّامُوسِيُّونَ فَرَفَضُوا مَشُورَةَ اللهِ مِنْ جِهَةِ أَنْفُسِهِمْ، غَيْرَ مُعْتَمِدِينَ مِنْهُ.
δὲ οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; οἱ ; νομικοὶ ἠθέτησαν τὴν ; βουλὴν τοῦ ; θεοῦ εἰς ἑαυτοὺς μὴ βαπτισθέντες ὑπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
لوقا 7: 39
Luk.7.39
فَلَمَّا رَأَى الْفَرِّيسِيُّ الَّذِي دَعَاهُ تَكَلَّمَ فِي نَفْسِهِ قِائِلاً: لَوْ كَانَ هذَا نَبِيًّا، لَعَلِمَ مَنْ هذِهِ الامَرْأَةُ الَّتِي تَلْمِسُهُ وَمَا هِيَ. إِنَّهَا خَاطِئَةٌ.
δὲ ἰδὼν ὁ ; Φαρισαῖος ὁ ; καλέσας ; αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· εἰ ἦν οὗτος προφήτης, ἐγίνωσκεν ; ἂν τίς γυνὴ ; ἡ ἥτις ἅπτεται ; αὐτοῦ καὶ ; ποταπὴ ἐστιν.¶ ὅτι ἁμαρτωλός
لوقا 7: 49
Luk.7.49
فَابْتَدَأَ الْمُتَّكِئُونَ مَعَهُ يَقُولُونَ فِي أَنْفُسِهِمْ: مَنْ هذَا الَّذِي يَغْفِرُ خَطَايَا أَيْضًا..
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· τίς οὗτός ; ἐστιν ὃς ἀφίησιν; ἁμαρτίας καὶ
لوقا 9: 23
Luk.9.23
وَقَالَ لِلْجَمِيعِ: إِنْ أَرَادَ أَحَدٌ أَنْ يَأْتِيَ وَرَائِي، فَلْيُنْكِرْ نَفْسَهُ وَيَحْمِلْ صَلِيبَهُ كُلَّ يَوْمٍ، وَيَتْبَعْنِي.
Ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; πάντας· εἴ θέλει τις ἐλθεῖν ὀπίσω ; μου ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ; ἀράτω τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ καθ᾽ ; ἡμέραν καὶ ; ἀκολουθείτω ; μοι.
لوقا 9: 25
Luk.9.25
لأَنَّهُ مَاذَا يَنْتَفِعُ الإِنْسَانُ لَوْ رَبحَ الْعَالَمَ كُلَّهُ، وَأَهْلَكَ نَفْسَهُ أَوْ خَسِرَهَا.
γὰρ τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν ; κόσμον ὅλον δὲ ; ἀπολέσας ἑαυτὸν ἢ ζημιωθείς;
لوقا 9: 47
Luk.9.47
فَعَلِمَ يَسُوعُ فِكْرَ قَلْبِهِمْ، وَأَخَذَ وَلَدًا وَأَقَامَهُ عِنْدَهُ،
δὲ ; ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὸν ; διαλογισμὸν τῆς ; καρδίας ; αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίου ἔστησεν ; αὐτὸ παρ᾽ ; ἑαυτῷ
لوقا 10: 29
Luk.10.29
وَأَمَّا هُوَ فَإِذْ أَرَادَ أَنْ يُبَرِّرَ نَفْسَهُ، قَاَلَ لِيَسُوعَ: وَمَنْ هُوَ قَرِيبِي.
δὲ Ὁ ; θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· καὶ ; τίς ἐστίν μου ; πλησίον;
لوقا 11: 17
Luk.11.17
فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لَهُمْ: كُلُّ مَمْلَكَةٍ مُنْقَسِمَةٍ عَلَى ذَاتِهَا تَخْرَبُ، وَبَيْتٍ مُنْقَسِمٍ عَلَى بَيْتٍ يَسْقُطُ.
αὐτὸς ; δὲ ; εἰδὼς αὐτῶν ; τὰ ; διανοήματα εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία διαμερισθεῖσα ἐφ᾽ ἑαυτὴν ἐρημοῦται, καὶ ; οἶκος ἐπὶ οἶκον πίπτει.
لوقا 11: 18
Luk.11.18
فَإِنْ كَانَ الشَّيْطَانُ أَيْضًا يَنْقَسِمُ عَلَى ذَاتِهِ، فَكَيْفَ تَثْبُتُ مَمْلَكَتُهُ. لأَنَّكُمْ تَقُولُونَ: إِنِّي بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; σατανᾶς καὶ διεμερίσθη, ἐφ᾽ ἑαυτὸν πῶς σταθήσεται ἡ ; βασιλεία ; αὐτοῦ; ὅτι λέγετε με ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλειν τὰ ; δαιμόνια.
لوقا 11: 26
Luk.11.26
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ..
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει ἑπτά, πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα τοῦ ; ἐκείνου ἀνθρώπου χείρονα τῶν πρώτων.¶
لوقا 12: 1
Luk.12.1
وَفِي أَثْنَاءِ ذلِكَ، إِذِ اجْتَمَعَ رَبَوَاتُ الشَّعْبِ، حَتَّى كَانَ بَعْضُهُمْ يَدُوسُ بَعْضًا، ابْتَدَأَ يَقُولُ لِتَلاَمِيذِهِ: أَوَّلاً تَحَرَّزُوا لأَنْفُسِكُمْ مِنْ خَمِيرِ الْفَرِّيسِيِّينَ الَّذِي هُوَ الرِّيَاءُ،
Ἐν οἷς ἐπισυναχθεισῶν τῶν ; μυριάδων τοῦ ; ὄχλου ὥστε ἀλλήλους ; καταπατεῖν ἤρξατο λέγειν πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ πρῶτον· προσέχετε ἑαυτοῖς ἀπὸ τῆς ; ζύμης τῶν ; Φαρισαίων.¶ ἥτις ἐστὶν ὑπόκρισις
لوقا 12: 17
Luk.12.17
فَفَكَّرَ فِي نَفْسِهِ قَائِلاً: مَاذَا أَعْمَلُ، لأَنْ لَيْسَ لِي مَوْضِعٌ أَجْمَعُ فِيهِ أَثْمَارِي.
καὶ ; διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς ; καρπούς ; μου;
لوقا 12: 21
Luk.12.21
هكَذَا الَّذِي يَكْنِزُ لِنَفْسِهِ وَلَيْسَ هُوَ غَنِيًّا ِللهِ.
οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ ; μὴ πλουτῶν. εἰς ; θεὸν
لوقا 12: 33
Luk.12.33
بِيعُوا مَا لَكُمْ وَأَعْطُوا صَدَقَةً. اِعْمَلُوا لَكُمْ أَكْيَاسًا لاَ تَفْنَى وَكَنْزًا لاَ يَنْفَدُ فِي السَّمَاوَاتِ، حَيْثُ لاَ يَقْرَبُ سَارِقٌ وَلاَ يُبْلِي سُوسٌ،
πωλήσατε τὰ ; ὑπάρχοντα ; ὑμῶν καὶ ; δότε ἐλεημοσύνην· ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς ὅπου οὐκ ἐγγίζει κλέπτης οὐδὲ διαφθείρει· σὴς
لوقا 12: 36
Luk.12.36
وَأَنْتُمْ مِثْلُ أُنَاسٍ يَنْتَظِرُونَ سَيِّدَهُمْ مَتَى يَرْجعُ مِنَ الْعُرْسِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ وَقَرَعَ يَفْتَحُونَ لَهُ لِلْوَقْتِ.
καὶ ; ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν ; κύριον ; ἑαυτῶν πότε ἀναλύσει ἐκ τῶν ; γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ ; κρούσαντος ἀνοίξωσιν αὐτῷ. εὐθέως
لوقا 12: 47
Luk.12.47
وَأَمَّا ذلِكَ الْعَبْدُ الَّذِي يَعْلَمُ إِرَادَةَ سَيِّدِهِ وَلاَ يَسْتَعِدُّ وَلاَ يَفْعَلُ بحَسَبِ إِرَادَتِهِ، فَيُضْرَبُ كَثِيرًا.
δὲ Ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ καὶ ; μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ δαρήσεται πολλάς.
لوقا 12: 57
Luk.12.57
وَلِمَاذَا لاَ تَحْكُمُونَ بِالْحَقِّ مِنْ قِبَلِ نُفُوسِكُمْ.
τί ; δὲ οὐ κρίνετε τὸ ; δίκαιον; καὶ ; ἀφ᾽ ἑαυτῶν
لوقا 13: 19
Luk.13.19
يُشْبِهُ حَبَّةَ خَرْدَل أَخَذَهَا إِنْسَانٌ وَأَلْقَاهَا فِي بُسْتَانِهِ، فَنَمَتْ وَصَارَتْ شَجَرَةً كَبِيرَةً، وَتَآوَتْ طُيُورُ السَّمَاءِ فِي أَغْصَانِهَا.
ὁμοία ; ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως ὃν ; λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ; ἑαυτοῦ, καὶ ; ηὔξησεν καὶ ; ἐγένετο εἰς ; δένδρον μέγα, καὶ ; κατεσκήνωσεν τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
لوقا 14: 11
Luk.14.11
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَرْفَعُ نَفْسَهُ يَتَّضِعُ وَمَنْ يَضَعُ نَفْسَهُ يَرْتَفِعُ
ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ; ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.¶
لوقا 14: 11
Luk.14.11
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَرْفَعُ نَفْسَهُ يَتَّضِعُ وَمَنْ يَضَعُ نَفْسَهُ يَرْتَفِعُ
ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ; ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.¶
لوقا 14: 26
Luk.14.26
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لوقا 14: 26
Luk.14.26
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لوقا 14: 27
Luk.14.27
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 15: 5
Luk.15.5
وَإِذَا وَجَدَهُ يَضَعُهُ عَلَى مَنْكِبَيْهِ فَرِحًا،
καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ; ὤμους ; ἑαυτοῦ χαίρων,
لوقا 15: 17
Luk.15.17
فَرَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ وَقَالَ: كَمْ مِنْ أَجِيرٍ لأَبِي يَفْضُلُ عَنْهُ الْخُبْزُ وَأَنَا أَهْلِكُ جُوعًا.
δὲ ; ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν εἶπεν πόσοι μίσθιοι τοῦ ; πατρός ; μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ ; δὲ ἀπόλλυμαι. λιμῷ
لوقا 15: 20
Luk.15.20
فَقَامَ وَجَاءَ إِلَى أَبِيهِ. وَإِذْ كَانَ لَمْ يَزَلْ بَعِيدًا رَآهُ أَبُوهُ، فَتَحَنَّنَ وَرَكَضَ وَوَقَعَ عَلَى عُنُقِهِ وَقَبَّلَهُ.
καὶ ; ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ.¶ δὲ αὐτοῦ Ἔτι μακρὰν ; ἀπέχοντος εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; πατὴρ ; αὐτοῦ καὶ ; ἐσπλαγχνίσθη, καὶ ; δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον ; αὐτοῦ καὶ ; κατεφίλησεν ; αὐτόν.
لوقا 16: 3
Luk.16.3
فَقَالَ الْوَكِيلُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا أَفْعَلُ. لأَنَّ سَيِّدِي يَأْخُذُ مِنِّي الْوَكَالَةَ. لَسْتُ أَسْتَطِيعُ أَنْ أَنْقُبَ، وَأَسْتَحِي أَنْ أَسْتَعْطِيَ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; οἰκονόμος· ἐν ἑαυτῷ τί ποιήσω, ὅτι ὁ ; κύριός ; μου ἀφαιρεῖται ἀπ᾽ ; ἐμοῦ; τὴν ; οἰκονομίαν οὐκ ἰσχύω, σκάπτειν αἰσχύνομαι. ἐπαιτεῖν
لوقا 16: 5
Luk.16.5
فَدَعَا كُلَّ وَاحِدٍ مِنْ مَدْيُونِي سَيِّدِهِ، وَقَالَ لِلأَوَّلِ: كَمْ عَلَيْكَ لِسَيِّدِي.
καὶ ; προσκαλεσάμενος ἕκαστον ἕνα τῶν χρεοφειλετῶν τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ ἔλεγεν τῷ ; πρώτῳ· πόσον ὀφείλεις τῷ ; κυρίῳ ; μου;
لوقا 16: 8
Luk.16.8
فَمَدَحَ السَّيِّدُ وَكِيلَ الظُّلْمِ إِذْ بِحِكْمَةٍ فَعَلَ، لأَنَّ أَبْنَاءَ هذَا الدَّهْرِ أَحْكَمُ مِنْ أَبْنَاءِ النُّورِ فِي جِيلِهِمْ.
καὶ ; ἐπῄνεσεν ὁ ; κύριος τὸν ; οἰκονόμον τῆς ; ἀδικίας ὅτι φρονίμως ἐποίησεν, ὅτι οἱ ; υἱοὶ τούτου τοῦ ; αἰῶνος φρονιμώτεροι ; εἰσιν. ὑπὲρ τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; φωτὸς εἰς τὴν ; γενεὰν ; τὴν ; ἑαυτῶν
لوقا 16: 9
Luk.16.9
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اصْنَعُوا لَكُمْ أَصْدِقَاءَ بِمَالِ الظُّلْمِ، حَتَّى إِذَا فَنِيتُمْ يَقْبَلُونَكُمْ فِي الْمَظَالِّ الأَبَدِيَّةِ.
καὶ ; ἐγὼ λέγω· ὑμῖν ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ ; τοῦ ; μαμωνᾶ τῆς ; ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε δέξωνται ; ὑμᾶς εἰς τὰς ; σκηνάς.¶ αἰωνίους