المعنى المختصر للكلمة
doulos:
a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
اللفظ الأصلي
δοῦλος
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
doulos
(doo-los)
تكرار الورود في الكتاب
103
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
2
frequently, therefore in a qualified sense of subjection or
subserviency)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bond(-man)
servant
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
δοῦλος (14×)
ὁ ; δοῦλος (9×)
οἱ ; δοῦλοι (6×)
δοῦλοι (6×)
τὸν ; δοῦλον (5×)
δούλους (5×)
δοῦλον (4×)
δοῦλε (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (103 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 12: 38
Luk.12.38
وَإِنْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّانِي أَوْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّالِثِ وَوَجَدَهُمْ هكَذَا، فَطُوبَى لأُولَئِكَ الْعَبِيدِ.
κἂν ἔλθῃ ἐν τῇ ; φυλακῇ δευτέρᾳ καὶ ἐν τῇ ; φυλακῇ τρίτῃ καὶ ; εὕρῃ οὕτως, μακάριοί εἰσιν ; ἐκεῖνοι.¶ οἱ ; δοῦλοι
لوقا 12: 43
Luk.12.43
طُوبَى لِذلِكَ الْعَبْدِ الَّذِي إِذَا جَاءَ سَيِّدُهُ يَجِدُهُ يَفْعَلُ هكَذَا.
μακάριος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὃν ἐλθὼν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως.
لوقا 12: 45
Luk.12.45
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
لوقا 12: 46
Luk.12.46
يَأْتِي سَيِّدُ ذلِكَ الْعَبْدِ فِي يَوْمٍ لاَ يَنْتَظِرُهُ وَفِي سَاعَةٍ لاَ يَعْرِفُهَا، فَيَقْطَعُهُ وَيَجْعَلُ نَصِيبَهُ مَعَ الْخَائِنِينَ.
ἥξει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἐκείνου τοῦ ; δούλου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ ; οὐ προσδοκᾷ καὶ ; ἐν ὥρᾳ ᾗ ; οὐ γινώσκει καὶ ; διχοτομήσει καὶ ; θήσει.¶ τὸ ; μέρος ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀπίστων
لوقا 12: 47
Luk.12.47
وَأَمَّا ذلِكَ الْعَبْدُ الَّذِي يَعْلَمُ إِرَادَةَ سَيِّدِهِ وَلاَ يَسْتَعِدُّ وَلاَ يَفْعَلُ بحَسَبِ إِرَادَتِهِ، فَيُضْرَبُ كَثِيرًا.
δὲ Ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ καὶ ; μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ δαρήσεται πολλάς.
لوقا 14: 21
Luk.14.21
فَأَتَى ذلِكَ الْعَبْدُ وَأَخْبَرَ سَيِّدَهُ بِذلِكَ. حِينَئِذٍ غَضِبَ رَبُّ الْبَيْتِ، وَقَالَ لِعَبْدِهِ: اخْرُجْ عَاجِلاً إِلَى شَوَارِعِ الْمَدِينَةِ وَأَزِقَّتِهَا، وَأَدْخِلْ إِلَى هُنَا الْمَسَاكِينَ وَالْجُدْعَ وَالْعُرْجَ وَالْعُمْيَ.
καὶ ; παραγενόμενος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἀπήγγειλεν τῷ ; κυρίῳ ; αὐτοῦ ταῦτα.¶ Τότε ὀργισθεὶς ὁ ; οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ ; δούλῳ ; αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς ; πλατείας τῆς ; πόλεως, καὶ ; ῥύμας καὶ ; εἰσάγαγε ὧδε. τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; ἀναπείρους καὶ ; χωλοὺς καὶ ; τυφλοὺς
لوقا 14: 22
Luk.14.22
فَقَالَ الْعَبْدُ: يَا سَيِّدُ، قَدْ صَارَ كَمَا أَمَرْتَ، وَيُوجَدُ أَيْضًا مَكَانٌ.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ; ἐστίν. ἔτι τόπος
لوقا 14: 23
Luk.14.23
فَقَالَ السَّيِّدُ لِلْعَبْدِ: اخْرُجْ إِلَى الطُّرُقِ وَالسِّيَاجَاتِ وَأَلْزِمْهُمْ بِالدُّخُولِ حَتَّى يَمْتَلِئَ بَيْتِي،
καὶ ; εἶπεν ὁ ; κύριος πρὸς ; τὸν ; δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ; ὁδοὺς καὶ ; φραγμοὺς καὶ ; ἀνάγκασον εἰσελθεῖν ἵνα γεμισθῇ μου ; ὁ ; οἶκος.
لوقا 17: 7
Luk.17.7
وَمَنْ مِنْكُمْ لَهُ عَبْدٌ يَحْرُثُ أَوْ يَرْعَى، يَقُولُ لَهُ إِذَا دَخَلَ مِنَ الْحَقْلِ: تَقَدَّمْ سَرِيعًا وَاتَّكِئْ.
Τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν ἔχων δοῦλον ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ἐρεῖ αὐτῷ· εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ; ἀγροῦ παρελθὼν εὐθέως ἀνάπεσαι
لوقا 17: 9
Luk.17.9
فَهَلْ لِذلِكَ الْعَبْدِ فَضْلٌ لأَنَّهُ فَعَلَ مَا أُمِرَ بِهِ. لاَ أَظُنُّ.
μὴ ἔχει τῷ ; δούλῳ χάριν ὅτι ἐποίησεν τὰ ; διαταχθέντα αὐτῷ οὐ δοκῶ;
لوقا 17: 10
Luk.17.10
كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا، مَتَى فَعَلْتُمْ كُلَّ مَا أُمِرْتُمْ بِهِ فَقُولُوا: إِنَّنَا عَبِيدٌ بَطَّالُونَ، لأَنَّنَا إِنَّمَا عَمِلْنَا مَا كَانَ يَجِبُ عَلَيْنَا.
οὕτως ὑμεῖς, καὶ ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ; ὑμῖν, λέγετε ὅτι ; ἐσμεν· δοῦλοι ἀχρεῖοί ὅτι πεποιήκαμεν.¶ ὃ ὠφείλομεν ; ποιῆσαι
لوقا 19: 13
Luk.19.13
فَدَعَا عَشَرَةَ عَبِيدٍ لَهُ وَأَعْطَاهُمْ عَشَرَةَ أَمْنَاءٍ، وَقَالَ لَهُمْ: تَاجِرُوا حَتَّى آتِيَ.
καλέσας ; δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν ; αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι.
لوقا 19: 15
Luk.19.15
وَلَمَّا رَجَعَ بَعْدَمَا أَخَذَ الْمُلْكَ، أَمَرَ أَنْ يُدْعَى إِلَيْهِ أُولئِكَ الْعَبِيدُ الَّذِينَ أَعْطَاهُمُ الْفِضَّةَ، لِيَعْرِفَ بِمَا تَاجَرَ كُلُّ وَاحِدٍ.
καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ἐπανελθεῖν ; αὐτὸν λαβόντα τὴν ; βασιλείαν καὶ ; εἶπεν φωνηθῆναι αὐτῷ τούτους τοὺς ; δούλους οἷς ἔδωκεν τὸ ; ἀργύριον, ἵνα ; γνοῖ τί διεπραγματεύσατο τίς
لوقا 19: 17
Luk.19.17
فَقَالَ لَهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ. لأَنَّكَ كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ، فَلْيَكُنْ لَكَ سُلْطَانٌ عَلَى عَشْرِ مُدْنٍ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ ὅτι ἐγένου, πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ ἴσθι ἔχων ἐξουσίαν ἐπάνω δέκα πόλεων.¶
لوقا 19: 22
Luk.19.22
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
لوقا 20: 10
Luk.20.10
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
لوقا 20: 11
Luk.20.11
فَعَادَ وَأَرْسَلَ عَبْدًا آخَرَ، فَجَلَدُوا ذلِكَ أَيْضًا وَأَهَانُوهُ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; προσέθετο πέμψαι δοῦλον· ἕτερον οἱ ; δὲ ; δείραντες κἀκεῖνον ἀτιμάσαντες ἐξαπέστειλαν κενόν.
لوقا 22: 50
Luk.22.50
وَضَرَبَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى.
καὶ ; ἐπάταξεν εἷς ; τις ἐξ ; αὐτῶν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀφεῖλεν τὸ ; οὖς ; αὐτοῦ τὸ ; δεξιόν.
يوحنا 8: 34
Jhn.8.34
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ مَنْ يَعْمَلُ الْخَطِيَّةَ هُوَ عَبْدٌ لِلْخَطِيَّةِ.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ; ἁμαρτίαν, ἐστιν δοῦλός τῆς ; ἁμαρτίας.
يوحنا 8: 35
Jhn.8.35
وَالْعَبْدُ لاَ يَبْقَى فِي الْبَيْتِ إِلَى الأَبَدِ، أَمَّا الابْنُ فَيَبْقَى إِلَى الأَبَدِ.
ὁ ; δὲ ; δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ ; οἰκίᾳ εἰς τὸν ; αἰῶνα· δὲ ὁ ; υἱὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα.
يوحنا 13: 16
Jhn.13.16
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ، وَلاَ رَسُولٌ أَعْظَمَ مِنْ مُرْسِلِهِ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἔστιν οὐκ δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ ; πέμψαντος ; αὐτόν.
يوحنا 15: 15
Jhn.15.15
لاَ أَعُودُ أُسَمِّيكُمْ عَبِيدًا، لأَنَّ الْعَبْدَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَعْمَلُ سَيِّدُهُ، لكِنِّي قَدْ سَمَّيْتُكُمْ أَحِبَّاءَ لأَنِّي أَعْلَمْتُكُمْ بِكُلِّ مَا سَمِعْتُهُ مِنْ أَبِي.
οὐκέτι λέγω ; ὑμᾶς δούλους, ὅτι ὁ ; δοῦλος οὐκ οἶδεν τί ποιεῖ αὐτοῦ ; ὁ ; κύριος· δὲ ὑμᾶς ; εἴρηκα φίλους, ὅτι ἐγνώρισα ; ὑμῖν.¶ πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ ; μου ; πατρός
يوحنا 15: 15
Jhn.15.15
لاَ أَعُودُ أُسَمِّيكُمْ عَبِيدًا، لأَنَّ الْعَبْدَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَعْمَلُ سَيِّدُهُ، لكِنِّي قَدْ سَمَّيْتُكُمْ أَحِبَّاءَ لأَنِّي أَعْلَمْتُكُمْ بِكُلِّ مَا سَمِعْتُهُ مِنْ أَبِي.
οὐκέτι λέγω ; ὑμᾶς δούλους, ὅτι ὁ ; δοῦλος οὐκ οἶδεν τί ποιεῖ αὐτοῦ ; ὁ ; κύριος· δὲ ὑμᾶς ; εἴρηκα φίλους, ὅτι ἐγνώρισα ; ὑμῖν.¶ πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ ; μου ; πατρός
يوحنا 15: 20
Jhn.15.20
اُذْكُرُوا الْكَلاَمَ الَّذِي قُلْتُهُ لَكُمْ: لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ. إِنْ كَانُوا قَدِ اضْطَهَدُونِي فَسَيَضْطَهِدُونَكُمْ، وَإِنْ كَانُوا قَدْ حَفِظُوا كَلاَمِي فَسَيَحْفَظُونَ كَلاَمَكُمْ.
μνημονεύετε τοῦ ; λόγου οὗ ἐγὼ ; εἶπον ὑμῖν· οὐκ ; ἔστιν δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ; ἐδίωξαν καὶ ; ὑμᾶς ; διώξουσιν· εἰ ἐτήρησαν τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; τηρήσουσιν. τὸν ; ὑμέτερον
يوحنا 18: 10
Jhn.18.10
ثُمَّ إِنَّ سِمْعَانَ بُطْرُسَ كَانَ مَعَهُ سَيْفٌ، فَاسْتَلَّهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى. وَكَانَ اسْمُ الْعَبْدِ مَلْخُسَ.
οὖν Σίμων Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν ; αὐτὴν καὶ ; ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀπέκοψεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον τὸ ; δεξιόν· ἦν ὄνομα τῷ ; δούλῳ Μάλχος.¶
يوحنا 18: 10
Jhn.18.10
ثُمَّ إِنَّ سِمْعَانَ بُطْرُسَ كَانَ مَعَهُ سَيْفٌ، فَاسْتَلَّهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى. وَكَانَ اسْمُ الْعَبْدِ مَلْخُسَ.
οὖν Σίμων Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν ; αὐτὴν καὶ ; ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀπέκοψεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον τὸ ; δεξιόν· ἦν ὄνομα τῷ ; δούλῳ Μάλχος.¶
يوحنا 18: 18
Jhn.18.18
وَكَانَ الْعَبِيدُ وَالْخُدَّامُ وَاقِفِينَ، وَهُمْ قَدْ أَضْرَمُوا جَمْرًا لأَنَّهُ كَانَ بَرْدٌ، وَكَانُوا يَصْطَلُونَ، وَكَانَ بُطْرُسُ وَاقِفًا مَعَهُمْ يَصْطَلِي.
δὲ οἱ ; δοῦλοι καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται εἱστήκεισαν πεποιηκότες, ἀνθρακιὰν ὅτι ἦν, ψῦχος καὶ ; ἐθερμαίνοντο· ἦν ; δὲ ὁ ; Πέτρος ἑστὼς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; θερμαινόμενος.¶
يوحنا 18: 26
Jhn.18.26
قَالَ وَاحِدٌ مِنْ عَبِيدِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَهُوَ نَسِيبُ الَّذِي قَطَعَ بُطْرُسُ أُذْنَهُ: أَمَا رَأَيْتُكَ أَنَا مَعَهُ فِي الْبُسْتَانِ.
λέγει εἷς ἐκ τῶν ; δούλων τοῦ ; ἀρχιερέως ὢν συγγενὴς οὗ ἀπέκοψεν Πέτρος τὸ ; ὠτίον· οὐκ εἶδον ; σε ἐγώ μετ᾽ ; αὐτοῦ; ἐν τῷ ; κήπῳ
أعمال الرسل 16: 17
Act.16.17
هذِهِ اتَّبَعَتْ بُولُسَ وَإِيَّانَا وَصَرَخَتْ قَائِلَةً: هؤُلاَءِ النَّاسُ هُمْ عَبِيدُ اللهِ الْعَلِيِّ، الَّذِينَ يُنَادُونَ لَكُمْ بِطَرِيقِ الْخَلاَصِ.
αὕτη κατακολουθήσασα τῷ ; Παύλῳ καὶ ; ἡμῖν ἔκραζεν λέγουσα· οὗτοι οἱ ; ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου οἵτινες εἰσίν, ; καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας.
رومية 1: 1
Rom.1.1
بُولُسُ، عَبْدٌ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، الْمَدْعُوُّ رَسُولاً، الْمُفْرَزُ لإِنْجِيلِ اللهِ،
Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ, Χριστοῦ κλητὸς ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς ; εὐαγγέλιον θεοῦ,