ك
إصحاح
G1400
G1401. doulos
G1402
المعنى المختصر للكلمة
doulos: a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
اللفظ الأصلي δοῦλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق doulos (doo-los)
تكرار الورود في الكتاب 103 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
2 frequently, therefore in a qualified sense of subjection or subserviency)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bond(-man) servant

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δοῦλος (14×) ὁ ; δοῦλος (9×) οἱ ; δοῦλοι (6×) δοῦλοι (6×) τὸν ; δοῦλον (5×) δούλους (5×) δοῦλον (4×) δοῦλε (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (103 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِنْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّانِي أَوْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّالِثِ وَوَجَدَهُمْ هكَذَا، فَطُوبَى لأُولَئِكَ الْعَبِيدِ.
κἂν ἔλθῃ ἐν τῇ ; φυλακῇ δευτέρᾳ καὶ ἐν τῇ ; φυλακῇ τρίτῃ καὶ ; εὕρῃ οὕτως, μακάριοί εἰσιν ; ἐκεῖνοι.¶ οἱ ; δοῦλοι
طُوبَى لِذلِكَ الْعَبْدِ الَّذِي إِذَا جَاءَ سَيِّدُهُ يَجِدُهُ يَفْعَلُ هكَذَا.
μακάριος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὃν ἐλθὼν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως.
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
يَأْتِي سَيِّدُ ذلِكَ الْعَبْدِ فِي يَوْمٍ لاَ يَنْتَظِرُهُ وَفِي سَاعَةٍ لاَ يَعْرِفُهَا، فَيَقْطَعُهُ وَيَجْعَلُ نَصِيبَهُ مَعَ الْخَائِنِينَ.
ἥξει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἐκείνου τοῦ ; δούλου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ ; οὐ προσδοκᾷ καὶ ; ἐν ὥρᾳ ᾗ ; οὐ γινώσκει καὶ ; διχοτομήσει καὶ ; θήσει.¶ τὸ ; μέρος ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀπίστων
وَأَمَّا ذلِكَ الْعَبْدُ الَّذِي يَعْلَمُ إِرَادَةَ سَيِّدِهِ وَلاَ يَسْتَعِدُّ وَلاَ يَفْعَلُ بحَسَبِ إِرَادَتِهِ، فَيُضْرَبُ كَثِيرًا.
δὲ Ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ καὶ ; μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ δαρήσεται πολλάς.
فَأَتَى ذلِكَ الْعَبْدُ وَأَخْبَرَ سَيِّدَهُ بِذلِكَ. حِينَئِذٍ غَضِبَ رَبُّ الْبَيْتِ، وَقَالَ لِعَبْدِهِ: اخْرُجْ عَاجِلاً إِلَى شَوَارِعِ الْمَدِينَةِ وَأَزِقَّتِهَا، وَأَدْخِلْ إِلَى هُنَا الْمَسَاكِينَ وَالْجُدْعَ وَالْعُرْجَ وَالْعُمْيَ.
καὶ ; παραγενόμενος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἀπήγγειλεν τῷ ; κυρίῳ ; αὐτοῦ ταῦτα.¶ Τότε ὀργισθεὶς ὁ ; οἰκοδεσπότης εἶπεν τῷ ; δούλῳ ; αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς ; πλατείας τῆς ; πόλεως, καὶ ; ῥύμας καὶ ; εἰσάγαγε ὧδε. τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; ἀναπείρους καὶ ; χωλοὺς καὶ ; τυφλοὺς
فَقَالَ الْعَبْدُ: يَا سَيِّدُ، قَدْ صَارَ كَمَا أَمَرْتَ، وَيُوجَدُ أَيْضًا مَكَانٌ.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ; ἐστίν. ἔτι τόπος
فَقَالَ السَّيِّدُ لِلْعَبْدِ: اخْرُجْ إِلَى الطُّرُقِ وَالسِّيَاجَاتِ وَأَلْزِمْهُمْ بِالدُّخُولِ حَتَّى يَمْتَلِئَ بَيْتِي،
καὶ ; εἶπεν ὁ ; κύριος πρὸς ; τὸν ; δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ; ὁδοὺς καὶ ; φραγμοὺς καὶ ; ἀνάγκασον εἰσελθεῖν ἵνα γεμισθῇ μου ; ὁ ; οἶκος.
وَمَنْ مِنْكُمْ لَهُ عَبْدٌ يَحْرُثُ أَوْ يَرْعَى، يَقُولُ لَهُ إِذَا دَخَلَ مِنَ الْحَقْلِ: تَقَدَّمْ سَرِيعًا وَاتَّكِئْ.
Τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν ἔχων δοῦλον ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ἐρεῖ αὐτῷ· εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ; ἀγροῦ παρελθὼν εὐθέως ἀνάπεσαι
فَهَلْ لِذلِكَ الْعَبْدِ فَضْلٌ لأَنَّهُ فَعَلَ مَا أُمِرَ بِهِ. لاَ أَظُنُّ.
μὴ ἔχει τῷ ; δούλῳ χάριν ὅτι ἐποίησεν τὰ ; διαταχθέντα αὐτῷ οὐ δοκῶ;
كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا، مَتَى فَعَلْتُمْ كُلَّ مَا أُمِرْتُمْ بِهِ فَقُولُوا: إِنَّنَا عَبِيدٌ بَطَّالُونَ، لأَنَّنَا إِنَّمَا عَمِلْنَا مَا كَانَ يَجِبُ عَلَيْنَا.
οὕτως ὑμεῖς, καὶ ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ; ὑμῖν, λέγετε ὅτι ; ἐσμεν· δοῦλοι ἀχρεῖοί ὅτι πεποιήκαμεν.¶ ὃ ὠφείλομεν ; ποιῆσαι
فَدَعَا عَشَرَةَ عَبِيدٍ لَهُ وَأَعْطَاهُمْ عَشَرَةَ أَمْنَاءٍ، وَقَالَ لَهُمْ: تَاجِرُوا حَتَّى آتِيَ.
καλέσας ; δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν ; αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πραγματεύσασθε ἕως ἔρχομαι.
وَلَمَّا رَجَعَ بَعْدَمَا أَخَذَ الْمُلْكَ، أَمَرَ أَنْ يُدْعَى إِلَيْهِ أُولئِكَ الْعَبِيدُ الَّذِينَ أَعْطَاهُمُ الْفِضَّةَ، لِيَعْرِفَ بِمَا تَاجَرَ كُلُّ وَاحِدٍ.
καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ἐπανελθεῖν ; αὐτὸν λαβόντα τὴν ; βασιλείαν καὶ ; εἶπεν φωνηθῆναι αὐτῷ τούτους τοὺς ; δούλους οἷς ἔδωκεν τὸ ; ἀργύριον, ἵνα ; γνοῖ τί διεπραγματεύσατο τίς
فَقَالَ لَهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ. لأَنَّكَ كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ، فَلْيَكُنْ لَكَ سُلْطَانٌ عَلَى عَشْرِ مُدْنٍ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· Εὖ δοῦλε, ἀγαθὲ ὅτι ἐγένου, πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ ἴσθι ἔχων ἐξουσίαν ἐπάνω δέκα πόλεων.¶
فَقَالَ لَهُ: مِنْ فَمِكَ أَدِينُكَ أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ. عَرَفْتَ أَنِّي إِنْسَانٌ صَارِمٌ، آخُذُ مَا لَمْ أَضَعْ، وَأَحْصُدُ مَا لَمْ أَزْرَعْ،
Λέγει ; δὲ αὐτῷ· ἐκ τοῦ ; στόματός ; σου κρινῶ ; σε, δοῦλε. πονηρὲ ᾔδεις ὅτι ; ἐγὼ ἄνθρωπος αὐστηρός ; εἰμι αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα καὶ ; θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα·
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
فَعَادَ وَأَرْسَلَ عَبْدًا آخَرَ، فَجَلَدُوا ذلِكَ أَيْضًا وَأَهَانُوهُ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; προσέθετο πέμψαι δοῦλον· ἕτερον οἱ ; δὲ ; δείραντες κἀκεῖνον ἀτιμάσαντες ἐξαπέστειλαν κενόν.
وَضَرَبَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى.
καὶ ; ἐπάταξεν εἷς ; τις ἐξ ; αὐτῶν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀφεῖλεν τὸ ; οὖς ; αὐτοῦ τὸ ; δεξιόν.
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ مَنْ يَعْمَلُ الْخَطِيَّةَ هُوَ عَبْدٌ لِلْخَطِيَّةِ.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ; ἁμαρτίαν, ἐστιν δοῦλός τῆς ; ἁμαρτίας.
وَالْعَبْدُ لاَ يَبْقَى فِي الْبَيْتِ إِلَى الأَبَدِ، أَمَّا الابْنُ فَيَبْقَى إِلَى الأَبَدِ.
ὁ ; δὲ ; δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ ; οἰκίᾳ εἰς τὸν ; αἰῶνα· δὲ ὁ ; υἱὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ، وَلاَ رَسُولٌ أَعْظَمَ مِنْ مُرْسِلِهِ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἔστιν οὐκ δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ ; πέμψαντος ; αὐτόν.
لاَ أَعُودُ أُسَمِّيكُمْ عَبِيدًا، لأَنَّ الْعَبْدَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَعْمَلُ سَيِّدُهُ، لكِنِّي قَدْ سَمَّيْتُكُمْ أَحِبَّاءَ لأَنِّي أَعْلَمْتُكُمْ بِكُلِّ مَا سَمِعْتُهُ مِنْ أَبِي.
οὐκέτι λέγω ; ὑμᾶς δούλους, ὅτι ὁ ; δοῦλος οὐκ οἶδεν τί ποιεῖ αὐτοῦ ; ὁ ; κύριος· δὲ ὑμᾶς ; εἴρηκα φίλους, ὅτι ἐγνώρισα ; ὑμῖν.¶ πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ ; μου ; πατρός
لاَ أَعُودُ أُسَمِّيكُمْ عَبِيدًا، لأَنَّ الْعَبْدَ لاَ يَعْلَمُ مَا يَعْمَلُ سَيِّدُهُ، لكِنِّي قَدْ سَمَّيْتُكُمْ أَحِبَّاءَ لأَنِّي أَعْلَمْتُكُمْ بِكُلِّ مَا سَمِعْتُهُ مِنْ أَبِي.
οὐκέτι λέγω ; ὑμᾶς δούλους, ὅτι ὁ ; δοῦλος οὐκ οἶδεν τί ποιεῖ αὐτοῦ ; ὁ ; κύριος· δὲ ὑμᾶς ; εἴρηκα φίλους, ὅτι ἐγνώρισα ; ὑμῖν.¶ πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ ; μου ; πατρός
اُذْكُرُوا الْكَلاَمَ الَّذِي قُلْتُهُ لَكُمْ: لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ. إِنْ كَانُوا قَدِ اضْطَهَدُونِي فَسَيَضْطَهِدُونَكُمْ، وَإِنْ كَانُوا قَدْ حَفِظُوا كَلاَمِي فَسَيَحْفَظُونَ كَلاَمَكُمْ.
μνημονεύετε τοῦ ; λόγου οὗ ἐγὼ ; εἶπον ὑμῖν· οὐκ ; ἔστιν δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ; ἐδίωξαν καὶ ; ὑμᾶς ; διώξουσιν· εἰ ἐτήρησαν τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; τηρήσουσιν. τὸν ; ὑμέτερον
ثُمَّ إِنَّ سِمْعَانَ بُطْرُسَ كَانَ مَعَهُ سَيْفٌ، فَاسْتَلَّهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى. وَكَانَ اسْمُ الْعَبْدِ مَلْخُسَ.
οὖν Σίμων Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν ; αὐτὴν καὶ ; ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀπέκοψεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον τὸ ; δεξιόν· ἦν ὄνομα τῷ ; δούλῳ Μάλχος.¶
ثُمَّ إِنَّ سِمْعَانَ بُطْرُسَ كَانَ مَعَهُ سَيْفٌ، فَاسْتَلَّهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى. وَكَانَ اسْمُ الْعَبْدِ مَلْخُسَ.
οὖν Σίμων Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν ; αὐτὴν καὶ ; ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀπέκοψεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον τὸ ; δεξιόν· ἦν ὄνομα τῷ ; δούλῳ Μάλχος.¶
وَكَانَ الْعَبِيدُ وَالْخُدَّامُ وَاقِفِينَ، وَهُمْ قَدْ أَضْرَمُوا جَمْرًا لأَنَّهُ كَانَ بَرْدٌ، وَكَانُوا يَصْطَلُونَ، وَكَانَ بُطْرُسُ وَاقِفًا مَعَهُمْ يَصْطَلِي.
δὲ οἱ ; δοῦλοι καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται εἱστήκεισαν πεποιηκότες, ἀνθρακιὰν ὅτι ἦν, ψῦχος καὶ ; ἐθερμαίνοντο· ἦν ; δὲ ὁ ; Πέτρος ἑστὼς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; θερμαινόμενος.¶
قَالَ وَاحِدٌ مِنْ عَبِيدِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَهُوَ نَسِيبُ الَّذِي قَطَعَ بُطْرُسُ أُذْنَهُ: أَمَا رَأَيْتُكَ أَنَا مَعَهُ فِي الْبُسْتَانِ.
λέγει εἷς ἐκ τῶν ; δούλων τοῦ ; ἀρχιερέως ὢν συγγενὴς οὗ ἀπέκοψεν Πέτρος τὸ ; ὠτίον· οὐκ εἶδον ; σε ἐγώ μετ᾽ ; αὐτοῦ; ἐν τῷ ; κήπῳ
هذِهِ اتَّبَعَتْ بُولُسَ وَإِيَّانَا وَصَرَخَتْ قَائِلَةً: هؤُلاَءِ النَّاسُ هُمْ عَبِيدُ اللهِ الْعَلِيِّ، الَّذِينَ يُنَادُونَ لَكُمْ بِطَرِيقِ الْخَلاَصِ.
αὕτη κατακολουθήσασα τῷ ; Παύλῳ καὶ ; ἡμῖν ἔκραζεν λέγουσα· οὗτοι οἱ ; ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου οἵτινες εἰσίν, ; καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας.
بُولُسُ، عَبْدٌ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، الْمَدْعُوُّ رَسُولاً، الْمُفْرَزُ لإِنْجِيلِ اللهِ،
Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ, Χριστοῦ κλητὸς ἀπόστολος ἀφωρισμένος εἰς ; εὐαγγέλιον θεοῦ,