ك
إصحاح
G1400
G1401. doulos
G1402
المعنى المختصر للكلمة
doulos: a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
اللفظ الأصلي δοῦλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق doulos (doo-los)
تكرار الورود في الكتاب 103 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
2 frequently, therefore in a qualified sense of subjection or subserviency)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bond(-man) servant

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δοῦλος (14×) ὁ ; δοῦλος (9×) οἱ ; δοῦλοι (6×) δοῦλοι (6×) τὸν ; δοῦλον (5×) δούλους (5×) δοῦλον (4×) δοῦλε (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (103 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لاَ كَعَبْدٍ فِي مَا بَعْدُ، بَلْ أَفْضَلَ مِنْ عَبْدٍ: أَخًا مَحْبُوبًا، وَلاَ سِيَّمَا إِلَيَّ، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ إِلَيْكَ فِي الْجَسَدِ وَالرَّبِّ
ὡς ; δοῦλον οὐκέτι ἀλλ᾽ ὑπὲρ δοῦλον, ἀδελφὸν ἀγαπητόν, μάλιστα ἐμοί, πόσῳ δὲ ; μᾶλλον σοὶ ἐν σαρκὶ καὶ ; ἐν ; κυρίῳ;
يَعْقُوبُ، عَبْدُ اللهِ وَالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، يُهْدِي السَّلاَمَ إِلَى الاثْنَيْ عَشَرَ سِبْطًا الَّذِينَ فِي الشَّتَاتِ.
Ἰάκωβος δοῦλος θεοῦ καὶ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ χαίρειν.¶ ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ ; διασπορᾷ
كَأَحْرَارٍ، وَلَيْسَ كَالَّذِينَ الْحُرِّيَّةُ عِنْدَهُمْ سُتْرَةٌ لِلشَّرِّ، بَلْ كَعَبِيدِ اللهِ.
ὡς ; ἐλεύθεροι καὶ ; μὴ ὡς τὴν ; ἐλευθερίαν, ἔχοντες ἐπικάλυμμα κακίας ἀλλ᾽ ὡς ; δοῦλοι. θεοῦ
سِمْعَانُ بُطْرُسُ عَبْدُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ وَرَسُولُهُ، إِلَى الَّذِينَ نَالُوا إِيمَانًا ثَمِينًا مُسَاوِيًا لَنَا، بِبِرِّ إِلهِنَا وَالْمُخَلِّصِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ:
Συμεὼν Πέτρος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; ἀπόστολος τοῖς λαχοῦσιν πίστιν ἰσότιμον ; ἡμῖν ἐν ; δικαιοσύνῃ τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν καὶ ; σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.¶
يَهُوذَا، عَبْدُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، وَأَخُو يَعْقُوبَ، إِلَى الْمَدْعُوِّينَ فِي اللهِ الآبِ، وَالْمَحْفُوظِينَ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ:
Ἰούδας δοῦλος, Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀδελφὸς Ἰακώβου, τοῖς κλητοῖς· ἐν θεῷ πατρὶ τετηρημένοις Ἰησοῦ Χριστῷ
لكِنْ عِنْدِي عَلَيْكَ قَلِيلٌ: أَنَّكَ تُسَيِّبُ الْمَرْأَةَ إِيزَابَلَ الَّتِي تَقُولُ إِنَّهَا نَبِيَّةٌ، حَتَّى تُعَلِّمَ وَتُغْوِيَ عَبِيدِي أَنْ يَزْنُوا وَيَأْكُلُوا مَا ذُبحَ لِلأَوْثَانِ.
ἀλλ᾽ ἔχω κατὰ ; σοῦ ὀλίγα ὅτι ; ἐᾷς τὴν ; γυναῖκα Ἰεζάβελ, τὴν; λέγουσαν ἑαυτὴν προφῆτιν διδάσκειν καὶ ; πλανᾶσθαι τοὺς ; ἐμοὺς ; δούλους πορνεῦσαι καὶ ; φαγεῖν εἰδωλόθυτα.
وَمُلُوكُ الأَرْضِ وَالْعُظَمَاءُ وَالأَغْنِيَاءُ وَالأُمَرَاءُ وَالأَقْوِيَاءُ وَكُلُّ عَبْدٍ وَكُلُّ حُرّ، أَخْفَوْا أَنْفُسَهُمْ فِي الْمَغَايِرِ وَفِي صُخُورِ الْجِبَالِ،
καὶ ; οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς καὶ ; οἱ ; μεγιστᾶνες καὶ ; οἱ ; πλούσιοι καὶ ; οἱ ; χιλίαρχοι καὶ ; οἱ ; δυνατοί καὶ ; πᾶς δοῦλος καὶ ; πᾶς ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ ; σπήλαια καὶ ; εἰς τὰς ; πέτρας τῶν ; ὀρέων
قَائِلاً: لاَ تَضُرُّوا الأَرْضَ وَلاَ الْبَحْرَ وَلاَ الأَشْجَارَ، حَتَّى نَخْتِمَ عَبِيدَ إِلهِنَا عَلَى جِبَاهِهِمْ.
λέγων· μὴ ἀδικήσητε τὴν ; γῆν μήτε τὴν ; θάλασσαν μήτε τὰ ; δένδρα ἄχρι ; οὗ σφραγίζωμεν τοὺς ; δούλους τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν ἐπὶ τῶν ; μετώπων ; αὐτῶν.¶
بَلْ فِي أَيَّامِ صَوْتِ الْمَلاَكِ السَّابعِ مَتَى أَزْمَعَ أَنْ يُبَوِّقَ، يَتِمُّ أَيْضًا سِرُّ اللهِ، كَمَا بَشَّرَ عَبِيدَهُ الأَنْبِيَاءَ.
ἀλλ᾽ ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; φωνῆς τοῦ ; ἀγγέλου, ἑβδόμου ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν, τελεσθῇ καὶ τὸ ; μυστήριον τοῦ ; θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισεν τοῖς; ἑαυτοῦ ; δούλοις τοῖς; προφήταις
وَيَجْعَلَ الْجَمِيعَ: الصِّغَارَ وَالْكِبَارَ، وَالأَغْنِيَاءَ وَالْفُقَرَاءَ، وَالأَحْرَارَ وَالْعَبِيدَ، تُصْنَعُ لَهُمْ سِمَةٌ عَلَى يَدِهِمِ الْيُمْنَى أَوْ عَلَى جَبْهَتِهِمْ،
καὶ ; ποιεῖ πάντας, τοὺς ; μικροὺς καὶ ; τοὺς ; μεγάλους καὶ ; τοὺς ; πλουσίους καὶ ; τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; τοὺς ; ἐλευθέρους καὶ ; τοὺς ; δούλους, ἵνα ; δώσῃ αὐτοῖς χαράγματα ἐπὶ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν τῆς ; δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν; μέτωπων; αὐτῶν,
وَهُمْ يُرَتِّلُونَ تَرْنِيمَةَ مُوسَى عَبْدِ اللهِ، وَتَرْنِيمَةَ الْخَرُوفِ قَائِلِينَ: عَظِيمَةٌ وَعَجِيبَةٌ هِيَ أَعْمَالُكَ أَيُّهَا الرَّبُّ الإِلهُ الْقَادِرُ عَلَى كُلِّ شَيْءٍ. عَادِلَةٌ وَحَقٌّ هِيَ طُرُقُكَ يَا مَلِكَ الْقِدِّيسِينَ.
καὶ ᾄδουσιν τὴν ; ᾠδὴν Μωϋσέως τοῦ ; δούλου τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τὴν ; ᾠδὴν τοῦ ; ἀρνίου λέγοντες· μεγάλα καὶ ; θαυμαστὰ τὰ ; ἔργα ; σου, κύριε ὁ ; θεὸς ὁ ; παντοκράτωρ. δίκαιαι καὶ ; ἀληθιναὶ αἱ ; ὁδοί ; σου, ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; ἁγίων
لأَنَّ أَحْكَامَهُ حَقٌّ وَعَادِلَةٌ، إِذْ قَدْ دَانَ الزَّانِيَةَ الْعَظِيمَةَ الَّتِي أَفْسَدَتِ الأَرْضَ بِزِنَاهَا، وَانْتَقَمَ لِدَمِ عَبِيدِهِ مِنْ يَدِهَا.
ὅτι αἱ ; κρίσεις ; αὐτοῦ, ἀληθιναὶ καὶ ; δίκαιαι ὅτι ἔκρινεν τὴν ; πόρνην τὴν ; μεγάλην ἥτις ἔφθειρεν τὴν ; γῆν ἐν ; πορνείᾳ ; τῇ ἐξεδίκησεν τὸ ; αἷμα τῶν ; αὐτοῦ ; δούλων ἐκ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς.¶
لِكَيْ تَأْكُلِي لُحُومَ مُلُوكٍ، وَلُحُومَ قُوَّادٍ، وَلُحُومَ أَقْوِيَاءَ، وَلُحُومَ خَيْل وَالْجَالِسِينَ عَلَيْهَا، وَلُحُومَ الْكُلِّ: حُرًّا وَعَبْدًا، صَغِيرًا وَكَبِيرًا.
ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ ; σάρκας χιλιάρχων καὶ ; σάρκας ἰσχυρῶν καὶ ; σάρκας ἵππων καὶ ; τῶν ; καθημένων ἐπ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; σάρκας πάντων, ἐλευθέρων καὶ ; δούλων καὶ ; μικρῶν καὶ ; μεγάλων.¶