ك
إصحاح
G1400
G1401. doulos
G1402
المعنى المختصر للكلمة
doulos: a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
اللفظ الأصلي δοῦλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق doulos (doo-los)
تكرار الورود في الكتاب 103 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a slave (literal or figurative, involuntary or voluntary
2 frequently, therefore in a qualified sense of subjection or subserviency)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bond(-man) servant

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δοῦλος (14×) ὁ ; δοῦλος (9×) οἱ ; δοῦλοι (6×) δοῦλοι (6×) τὸν ; δοῦλον (5×) δούλους (5×) δοῦλον (4×) δοῦλε (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (103 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 24 Mat.10.24
لَيْسَ التِّلْمِيذُ أَفْضَلَ مِنَ الْمُعَلِّمِ، وَلاَ الْعَبْدُ أَفْضَلَ مِنْ سَيِّدِهِ.
Οὐκ ; ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν ; διδάσκαλον οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν ; κύριον ; αὐτοῦ.
متى 10: 25 Mat.10.25
يَكْفِي التِّلْمِيذَ أَنْ يَكُونَ كَمُعَلِّمِهِ، وَالْعَبْدَ كَسَيِّدِهِ. قَدْ لَقَّبُوا رَبَّ الْبَيْتِ بَعْلَزَبُولَ، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ أَهْلَ بَيْتِهِ.
ἀρκετὸν τῷ ; μαθητῇ ἵνα ; γένηται ὡς ; ὁ ; διδάσκαλος ; αὐτοῦ καὶ ; ὁ ; δοῦλος ὡς ; ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ. εἰ ; ἐκάλεσαν οἰκοδεσπότην ; τὸν Βεελζεβοὺλ πόσῳ μᾶλλον τοὺς ; οἰκιακοὺς ; αὐτοῦ;
متى 13: 27 Mat.13.27
فَجَاءَ عَبِيدُ رَبِّ الْبَيْتِ وَقَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَلَيْسَ زَرْعًا جَيِّدًا زَرَعْتَ فِي حَقْلِكَ. فَمِنْ أَيْنَ لَهُ زَوَانٌ..
προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δοῦλοι τοῦ ; οἰκοδεσπότου εἶπον αὐτῷ· κύριε, οὐχὶ σπέρμα καλὸν ἔσπειρας ἐν τῷ ; σῷ ; ἀγρῷ; οὖν ; πόθεν ἔχει τὰ ; ζιζάνια;
متى 13: 28 Mat.13.28
فَقَالَ لَهُمْ: إِنْسَانٌ عَدُوٌّ فَعَلَ هذَا. فَقَالَ لَهُ الْعَبِيدُ: أَتُرِيدُ أَنْ نَذْهَبَ وَنَجْمَعَهُ.
ὁ ; δὲ ; ἔφη αὐτοῖς· ἄνθρωπος ἐχθρὸς ἐποίησεν. τοῦτο δὲ ; εἶπον αὐτῷ· οἱ ; δοῦλοι θέλεις οὖν ἀπελθόντες συλλέξωμεν ; αὐτά;
متى 18: 26 Mat.18.26
فَخَرَّ الْعَبْدُ وَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، تَمَهَّلْ عَلَيَّ فَأُوفِيَكَ الْجَمِيعَ.
Πεσὼν ; οὖν ὁ ; δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾽ ; ἐμοί, ἀποδώσω ; σοι.¶ ; καὶ πάντα
متى 18: 27 Mat.18.27
فَتَحَنَّنَ سَيِّدُ ذلِكَ الْعَبْدِ وَأَطْلَقَهُ، وَتَرَكَ لَهُ الدَّيْنَ.
Σπλαγχνισθεὶς ; δὲ ὁ ; κύριος ἐκείνου τοῦ ; δούλου ἀπέλυσεν ; αὐτὸν καὶ ; ἀφῆκεν αὐτῷ. τὸ ; δάνειον
متى 18: 28 Mat.18.28
وَلَمَّا خَرَجَ ذلِكَ الْعَبْدُ وَجَدَ وَاحِدًا مِنَ الْعَبِيدِ رُفَقَائِهِ، كَانَ مَدْيُونًا لَهُ بِمِئَةِ دِينَارٍ، فَأَمْسَكَهُ وَأَخَذَ بِعُنُقِهِ قَائِلاً: أَوْفِني مَا لِي عَلَيْكَ.
ἐξελθὼν ; δὲ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων ; αὐτοῦ ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ ; κρατήσας ; αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος ; μοι ὁ τι ; ὀφείλεις.
متى 18: 32 Mat.18.32
فَدَعَاهُ حِينَئِذٍ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ، كُلُّ ذلِكَ الدَّيْنِ تَرَكْتُهُ لَكَ لأَنَّكَ طَلَبْتَ إِلَيَّ.
προσκαλεσάμενος ; αὐτὸν Τότε ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ἐκείνην τὴν ; ὀφειλὴν ἀφῆκά σοι ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
متى 20: 27 Mat.20.27
وَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ فِيكُمْ أَوَّلاً فَلْيَكُنْ لَكُمْ عَبْدًا،
καὶ ; ὃς ἐὰν; θέλῃ εἶναι ἐν ; ὑμῖν πρῶτος, ἔστω ὑμῶν δοῦλος·
متى 21: 36 Mat.21.36
ثُمَّ أَرْسَلَ أَيْضًا عَبِيدًا آخَرِينَ أَكْثَرَ مِنَ الأَوَّلِينَ، فَفَعَلُوا بِهِمْ كَذلِكَ.
ἀπέστειλεν πάλιν δούλους ἄλλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ; ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως.
فَأَرْسَلَ أَيْضًا عَبِيدًا آخَرِينَ قَائِلاً: قُولُوا لِلْمَدْعُوِّينَ: هُوَذَا غَدَائِي أَعْدَدْتُهُ. ثِيرَانِي وَمُسَمَّنَاتِي قَدْ ذُبِحَتْ، وَكُلُّ شَيْءٍ مُعَدٌّ. تَعَالَوْا إِلَى الْعُرْسِ.
ἀπέστειλεν πάλιν δούλους ἄλλους λέγων· εἴπατε τοῖς ; κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ; ἄριστόν ; μου ἡτοίμασα οἱ ; ταῦροί ; μου καὶ ; τὰ ; σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ ; πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς ; γάμους.
متى 22: 10 Mat.22.10
فَخَرَجَ أُولئِكَ الْعَبِيدُ إِلَى الطُّرُقِ، وَجَمَعُوا كُلَّ الَّذِينَ وَجَدُوهُمْ أَشْرَارًا وَصَالِحِينَ. فَامْتَلأَ الْعُرْسُ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ.
καὶ ; ἐξελθόντες ἐκεῖνοι οἱ ; δοῦλοι εἰς τὰς ; ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς καὶ ; ἀγαθούς· καὶ ; ἐπλήσθη ὁ ; γάμος ἀνακειμένων.¶
متى 24: 45 Mat.24.45
فَمَنْ هُوَ الْعَبْدُ الأَمِينُ الْحَكِيمُ الَّذِي أَقَامَهُ سَيِّدُهُ عَلَى خَدَمِهِ لِيُعْطِيَهُمُ الطَّعَامَ فِي حِينِهِ.
Τίς ; ἄρα ἐστὶν ὁ ; δοῦλος πιστὸς καὶ ; φρόνιμος ὃν κατέστησεν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ; θεραπείας; αὐτοῦ τοῦ ; διδόναι; αὐτοῖς τὴν ; τροφὴν ἐν καιρῷ;
متى 24: 46 Mat.24.46
طُوبَى لِذلِكَ الْعَبْدِ الَّذِي إِذَا جَاءَ سَيِّدُهُ يَجِدُهُ يَفْعَلُ هكَذَا.
μακάριος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὃν ἐλθὼν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα. οὕτως
متى 24: 50 Mat.24.50
يَأْتِي سَيِّدُ ذلِكَ الْعَبْدِ فِي يَوْمٍ لاَ يَنْتَظِرُهُ وَفِي سَاعَةٍ لاَ يَعْرِفُهَا،
ἥξει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἐκείνου δούλου ἐν ἡμέρᾳ οὐ ᾗ ; προσδοκᾷ καὶ ; ἐν ὥρᾳ οὐ ᾗ ; γινώσκει,
متى 25: 14 Mat.25.14
وَكَأَنَّمَا إِنْسَانٌ مُسَافِرٌ دَعَا عَبِيدَهُ وَسَلَّمَهُمْ أَمْوَالَهُ،
Ὥσπερ ; γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσεν τοὺς ; ἰδίους ; δούλους καὶ ; παρέδωκεν ; αὐτοῖς τὰ ; ὑπάρχοντα ; αὐτοῦ.
متى 25: 19 Mat.25.19
وَبَعْدَ زَمَانٍ طَوِيل أَتَى سَيِّدُ أُولئِكَ الْعَبِيدِ وَحَاسَبَهُمْ.
μετὰ ; δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ ; κύριος ἐκείνων τῶν ; δούλων καὶ ; λόγον ; μετ᾽ ; αὐτῶν. ; συναίρει
متى 25: 21 Mat.25.21
فَقَالَ لَهُ سَيِّدُهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ وَالأَمِينُ. كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ فَأُقِيمُكَ عَلَى الْكَثِيرِ. اُدْخُلْ إِلَى فَرَحِ سَيِّدِكَ.
ἔφη ; δὲ αὐτῷ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ ; πιστέ, ἦς πιστός, ἐπὶ ὀλίγα σε ; καταστήσω. ἐπὶ πολλῶν εἴσελθε εἰς τὴν ; χαρὰν τοῦ ; κυρίου ; σου.¶
متى 25: 23 Mat.25.23
قَالَ لَهُ سَيِّدُهُ: نِعِمَّا أَيُّهَا الْعَبْدُ الصَّالِحُ الأَمِينُ. كُنْتَ أَمِينًا فِي الْقَلِيلِ فَأُقِيمُكَ عَلَى الْكَثِيرِ. اُدْخُلْ إِلَى فَرَحِ سَيِّدِكَ.
ἔφη αὐτῷ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ ; πιστέ, ἦς πιστός, ἐπὶ ὀλίγα σε ; καταστήσω. ἐπὶ πολλῶν εἴσελθε εἰς τὴν ; χαρὰν τοῦ ; κυρίου ; σου.
متى 25: 26 Mat.25.26
فَأَجَابَ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ وَالْكَسْلاَنُ، عَرَفْتَ أَنِّي أَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ أَزْرَعْ، وَأَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ أَبْذُرْ،
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· δοῦλε πονηρὲ καὶ ; ὀκνηρέ, ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ ; συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα;
متى 25: 30 Mat.25.30
وَالْعَبْدُ الْبَطَّالُ اطْرَحُوهُ إِلَى الظُّلْمَةِ الْخَارِجِيَّةِ، هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
καὶ ; τὸν ; δοῦλον ἀχρεῖον ἐκβάλλετε εἰς τὸ ; σκότος τὸ ; ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται κλαυθμὸς ; ὁ καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.¶
متى 26: 51 Mat.26.51
وَإِذَا وَاحِدٌ مِنَ الَّذِينَ مَعَ يَسُوعَ مَدَّ يَدَهُ وَاسْتَلَّ سَيْفَهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ.
καὶ ; ἰδοὺ εἷς τῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐκτείνας τὴν ; χεῖρα ἀπέσπασεν τὴν ; μάχαιραν ; αὐτοῦ, καὶ ; πατάξας τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ ; ὠτίον.¶ ; τὸ
وَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَصِيرَ فِيكُمْ أَوَّلاً، يَكُونُ لِلْجَمِيعِ عَبْدًا.
καὶ ; ὃς ; ἂν θέλῃ γενέσθαι ἐν ; ὑμῶν πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος.
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَيْهِمْ أَيْضًا عَبْدًا آخَرَ، فَرَجَمُوهُ وَشَجُّوهُ وَأَرْسَلُوهُ مُهَانًا.
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς ; αὐτοὺς πάλιν δοῦλον· ἄλλον κἀκεῖνον ; λιθοβολήσαντες ἐκεφαλίωσαν καὶ ; ἀπέστειλαν ἠτιμωμένον
فَاسْتَلَّ وَاحِدٌ مِنَ الْحَاضِرِينَ السَّيْفَ، وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ فَقَطَعَ أُذْنَهُ.
σπασάμενος ; δέ τις τῶν παρεστηκότων τὴν ; μάχαιραν ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀφεῖλεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: هُوَذَا أَمَةُ الرَّبِّ. لِيَكُنْ لِي كَقَوْلِكَ. فَمَضَى مِنْ عِنْدِهَا الْمَلاَكُ.
Εἶπεν ; δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ ; δούλη κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ ; τὸ ; ῥῆμά ; σου. καὶ ; ἀπῆλθεν ἀπ᾽ αὐτῆς ὁ ; ἄγγελος.¶
وَكَانَ عَبْدٌ لِقَائِدِ مِئَةٍ، مَرِيضًا مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ، وَكَانَ عَزِيزًا عِنْدَهُ.
δέ ; τινος ; δοῦλος ἑκατοντάρχου κακῶς ἔχων ; ἤμελλεν τελευτᾶν ὃς ; ἦν ἔντιμος. αὐτῷ
وَرَجَعَ الْمُرْسَلُونَ إِلَى الْبَيْتِ، فَوَجَدُوا الْعَبْدَ الْمَرِيضَ قَدْ صَحَّ.
καὶ ; ὑποστρέψαντες οἱ ; πεμφθέντες εἰς τὸν ; οἶκον εὗρον τὸν ; δοῦλον ἀσθενοῦντα ὑγιαίνοντα.¶
طُوبَى لأُولَئِكَ الْعَبِيدِ الَّذِينَ إِذَا جَاءَ سَيِّدُهُمْ يَجِدُهُمْ سَاهِرِينَ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَتَمَنْطَقُ وَيُتْكِئُهُمْ وَيَتَقَدَّمُ وَيَخْدُمُهُمْ.
μακάριοι ἐκεῖνοι οἱ ; δοῦλοι οὓς ἐλθὼν ὁ ; κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι περιζώσεται καὶ ; ἀνακλινεῖ ; αὐτούς, καὶ ; παρελθὼν διακονήσει ; αὐτοῖς.