المعنى المختصر للكلمة
phōnḗ:
a tone
(articulate, bestial or artificial)
اللفظ الأصلي
φωνή
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
phōnḗ
(fo-nay)
تكرار الورود في الكتاب
123
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a tone
(articulate, bestial or artificial)
2
by implication, an address (for
any purpose), saying or language
الإنجليزية — KJV Translation Tags
noise
sound
voice
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
φωνῇ (22×)
φωνὴν (22×)
φωνὴ (17×)
φωνῆς (8×)
ἐν ; φωνῇ (7×)
τὴν ; φωνὴν (5×)
ἡ ; φωνὴ (3×)
φωναὶ (3×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (123 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 2: 18
Mat.2.18
صَوْتٌ سُمِعَ فِي الرَّامَةِ، نَوْحٌ وَبُكَاءٌ وَعَوِيلٌ كَثِيرٌ. رَاحِيلُ تَبْكِي عَلَى أَوْلاَدِهَا وَلاَ تُرِيدُ أَنْ تَتَعَزَّى، لأَنَّهُمْ لَيْسُوا بِمَوْجُودِينَ.
φωνὴ ἠκούσθη, ἐν Ῥαμὰ θρῆνος καὶ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὀδυρμὸς πολύς, Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ ; τέκνα ; αὐτῆς, καὶ ; οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι ὅτι οὐκ εἰσίν.¶
متى 3: 3
Mat.3.3
فَإِنَّ هذَا هُوَ الَّذِي قِيلَ عَنْهُ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ. اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
γάρ οὗτος ἐστιν ῥηθεὶς ; ὁ ὑπὸ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ.¶ εὐθείας
متى 3: 17
Mat.3.17
وَصَوْتٌ مِنَ السَّمَاوَاتِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْني الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ.
καὶ ; ἰδοὺ ; φωνὴ ἐκ τῶν ; οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητὸς ᾧ ἐν εὐδόκησα.¶
متى 17: 5
Mat.17.5
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ إِذَا سَحَابَةٌ نَيِّرَةٌ ظَلَّلَتْهُمْ، وَصَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْني الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ. لَهُ اسْمَعُوا.
Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν ; αὐτούς, καὶ ; ἰδοὺ ; φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητὸς ᾧ ἐν εὐδόκησα· αὐτοῦ. ἀκούετε
متى 24: 31
Mat.24.31
فَيُرْسِلُ مَلاَئِكَتَهُ بِبُوق عَظِيمِ الصَّوْتِ، فَيَجْمَعُونَ مُخْتَارِيهِ مِنَ الأَرْبَعِ الرِّيَاحِ، مِنْ أَقْصَاءِ السَّمَاوَاتِ إِلَى أَقْصَائِهَا.
καὶ ; ἀποστελεῖ τοὺς ; ἀγγέλους ; αὐτοῦ μετὰ ; σάλπιγγος μεγάλης, φωνῆς καὶ ; ἐπισυνάξουσιν τοὺς ; ἐκλεκτοὺς ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾽ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων ; αὐτῶν.¶
متى 27: 46
Mat.27.46
وَنَحْوَ السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِيلِي، إِيلِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. أَيْ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
περὶ ; δὲ τὴν ; ὥραν ἐνάτην ἀνεβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ηλι ηλι, λεμα σαβαχθανι; τοῦτ᾽ ; ἔστιν· θεέ ; μου θεέ ; μου, ἱνατί με ; ἐγκατέλιπες;¶
متى 27: 50
Mat.27.50
فَصَرَخَ يَسُوعُ أَيْضًا بِصَوْتٍ عَظِيمٍ، وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
κράξας ; δὲ Ἰησοῦς ; Ὁ πάλιν φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
مرقس 1: 3
Mrk.1.3
صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ.¶ εὐθείας
مرقس 1: 11
Mrk.1.11
وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاوَاتِ: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ.
ἐγένετο ; καὶ φωνὴ ἐκ τῶν ; οὐρανῶν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ᾧ ἐν εὐδόκησα.¶
مرقس 1: 26
Mrk.1.26
فَصَرَعَهُ الرُّوحُ النَّجِسُ وَصَاحَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَخَرَجَ مِنْهُ.
καὶ ; σπαράξαν ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἀκάθαρτον καὶ ; κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ ; αὐτοῦ.
مرقس 5: 7
Mrk.5.7
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي.
καὶ ; κράξας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; ὁρκίζω ; σε τὸν ; θεόν, μή με ; βασανίσῃς.
مرقس 9: 7
Mrk.9.7
وَكَانَتْ سَحَابَةٌ تُظَلِّلُهُمْ. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ. لَهُ اسْمَعُوا.
Καὶ ; ἐγένετο νεφέλη ἐπισκιάζουσα ; αὐτοῖς, καὶ ; ἦλθεν φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός· αὐτοῦ. ἀκούετε
مرقس 15: 34
Mrk.15.34
وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِلُوِي، إِلُوِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. اَلَّذِي تَفْسِيرُهُ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
καὶ ; τῇ τῇ ; ὥρᾳ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ελωι ελωι, λεμα σαβαχθανι; ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον· ὁ ; θεός ; μου ὁ ; θεός ; μου, εἰς ; τί ἐγκατέλιπές ; με;
مرقس 15: 37
Mrk.15.37
فَصَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
δὲ ; ἀφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσεν.¶
لوقا 1: 42
Luk.1.42
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
لوقا 1: 44
Luk.1.44
فَهُوَذَا حِينَ صَارَ صَوْتُ سَلاَمِكِ فِي أُذُنَيَّ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ بِابْتِهَاجٍ فِي بَطْنِي.
ἰδοὺ ; γὰρ ὡς ; ἐγένετο ἡ ; φωνὴ τοῦ ; ἀσπασμοῦ ; σου εἰς τὰ ; ὦτά ; μου, ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν ; ἀγαλλιάσει ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; μου.
لوقا 3: 4
Luk.3.4
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ أقْوَالِ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ. εὐθείας
لوقا 3: 22
Luk.3.22
وَنَزَلَ عَلَيْهِ الرُّوحُ الْقُدُسُ بِهَيْئَةٍ جِسْمِيَّةٍ مِثْلِ حَمَامَةٍ. وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ، بِكَ سُرِرْتُ.
καταβῆναι ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον εἴδει σωματικῷ ὡσεὶ περιστερὰν καὶ φωνὴν ἐξ ; γενέσθαι οὐρανοῦ λέγουσαν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν ; σοὶ εὐδόκησα.¶
لوقا 4: 33
Luk.4.33
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
لوقا 8: 28
Luk.8.28
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ صَرَخَ وَخَرَّ لَهُ، وَقَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَطْلُبُ مِنْكَ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي..
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ ; εἶπεν· φωνῇ μεγάλῃ τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; δέομαί σου, μή με ; βασανίσῃς.
لوقا 9: 35
Luk.9.35
وَصَارَ صَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ. لَهُ اسْمَعُوا.
καὶ ; ἐγένετο φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός αὐτοῦ ἀκούετε.¶
لوقا 9: 36
Luk.9.36
وَلَمَّا كَانَ الصَّوْتُ وُجِدَ يَسُوعُ وَحْدَهُ، وَأَمَّا هُمْ فَسَكَتُوا وَلَمْ يُخْبِرُوا أَحَدًا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ بِشَيْءٍ مِمَّا أَبْصَرُوهُ.
Καὶ ; ἐν τῷ ; γενέσθαι τὴν ; φωνὴν εὑρέθη ὁ ; Ἰησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ ; οὐδενὶ ; ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑώρακαν.¶
لوقا 11: 27
Luk.11.27
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا، رَفَعَتِ امْرَأَةٌ صَوْتَهَا مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَتْ لَهُ: طُوبَى لِلْبَطْنِ الَّذِي حَمَلَكَ وَالثَّدْيَيْنِ اللَّذَيْنِ رَضِعْتَهُمَا.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν τῷ ; λέγειν ; αὐτὸν ταῦτα, ἐπάρασά τις ; γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ ; κοιλία ἡ βαστάσασά ; σε, καὶ ; μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
لوقا 17: 13
Luk.17.13
وَرَفَعوُا صَوْتًا قَائِلِينَ: يَا يَسُوعُ، يَا مُعَلِّمُ، ارْحَمْنَا..
καὶ ; αὐτοὶ ; ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ; ἡμᾶς.¶
لوقا 17: 15
Luk.17.15
فَوَاحِدٌ مِنْهُمْ لَمَّا رَأَى أَنَّهُ شُفِيَ، رَجَعَ يُمَجِّدُ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ،
εἷς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψεν δοξάζων τὸν ; θεόν. μετὰ ; φωνῆς μεγάλης
لوقا 19: 37
Luk.19.37
وَلَمَّا قَرُبَ عِنْدَ مُنْحَدَرِ جَبَلِ الزَّيْتُونِ، ابْتَدَأَ كُلُّ جُمْهُورِ التَّلاَمِيذِ يَفْرَحُونَ وَيُسَبِّحُونَ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ، لأَجْلِ جَمِيعِ الْقُوَّاتِ الَّتِي نَظَرُوا،
δὲ Ἐγγίζοντος ; αὐτοῦ ; ἤδη πρὸς τῇ ; καταβάσει τοῦ ; ὄρους τῶν ; ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ ; πλῆθος τῶν ; μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν ; θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν δυνάμεων ὧν εἶδον
لوقا 23: 23
Luk.23.23
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
لوقا 23: 46
Luk.23.46
وَنَادَى يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: يَا أَبَتَاهُ، فِي يَدَيْكَ أَسْتَوْدِعُ رُوحِي. وَلَمَّا قَالَ هذَا أَسْلَمَ الرُّوحَ.
καὶ ; φωνήσας ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν· πάτερ, εἰς χεῖράς ; σου παραθήσομαι τὸ ; πνεῦμά ; μου. καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐξέπνευσεν.¶
يوحنا 1: 23
Jhn.1.23
قَالَ: أَنَا صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: قَوِّمُوا طَرِيقَ الرَّبِّ، كَمَا قَالَ إِشَعْيَاءُ النَّبِيُّ.
ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ· εὐθύνατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου· καθὼς εἶπεν Ἠσαΐας ὁ ; προφήτης.
يوحنا 3: 29
Jhn.3.29
مَنْ لَهُ الْعَرُوسُ فَهُوَ الْعَرِيسُ، وَأَمَّا صَدِيقُ الْعَرِيسِ الَّذِي يَقِفُ وَيَسْمَعُهُ فَيَفْرَحُ فَرَحًا مِنْ أَجْلِ صَوْتِ الْعَرِيسِ. إِذًا فَرَحِي هذَا قَدْ كَمَلَ.
Ὁ ; ἔχων τὴν ; νύμφην ἐστίν. νυμφίος δὲ ὁ ; φίλος τοῦ ; νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ; ἀκούων ; αὐτοῦ, χαίρει χαρᾷ διὰ τὴν ; φωνὴν τοῦ ; νυμφίου. οὖν ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ αὕτη πεπλήρωται.