ك
إصحاح
G5455
G5456. phōnḗ
G5457
المعنى المختصر للكلمة
phōnḗ: a tone (articulate, bestial or artificial)
اللفظ الأصلي φωνή
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق phōnḗ (fo-nay)
تكرار الورود في الكتاب 123 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a tone (articulate, bestial or artificial)
2 by implication, an address (for any purpose), saying or language
الإنجليزية — KJV Translation Tags
noise sound voice

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

φωνῇ (22×) φωνὴν (22×) φωνὴ (17×) φωνῆς (8×) ἐν ; φωνῇ (7×) τὴν ; φωνὴν (5×) ἡ ; φωνὴ (3×) φωναὶ (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (123 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
صَوْتٌ سُمِعَ فِي الرَّامَةِ، نَوْحٌ وَبُكَاءٌ وَعَوِيلٌ كَثِيرٌ. رَاحِيلُ تَبْكِي عَلَى أَوْلاَدِهَا وَلاَ تُرِيدُ أَنْ تَتَعَزَّى، لأَنَّهُمْ لَيْسُوا بِمَوْجُودِينَ.
φωνὴ ἠκούσθη, ἐν Ῥαμὰ θρῆνος καὶ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὀδυρμὸς πολύς, Ῥαχὴλ κλαίουσα τὰ ; τέκνα ; αὐτῆς, καὶ ; οὐκ ἤθελεν παρακληθῆναι ὅτι οὐκ εἰσίν.¶
فَإِنَّ هذَا هُوَ الَّذِي قِيلَ عَنْهُ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ. اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
γάρ οὗτος ἐστιν ῥηθεὶς ; ὁ ὑπὸ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ.¶ εὐθείας
وَصَوْتٌ مِنَ السَّمَاوَاتِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْني الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ.
καὶ ; ἰδοὺ ; φωνὴ ἐκ τῶν ; οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητὸς ᾧ ἐν εὐδόκησα.¶
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ إِذَا سَحَابَةٌ نَيِّرَةٌ ظَلَّلَتْهُمْ، وَصَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْني الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ. لَهُ اسْمَعُوا.
Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν ; αὐτούς, καὶ ; ἰδοὺ ; φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητὸς ᾧ ἐν εὐδόκησα· αὐτοῦ. ἀκούετε
متى 24: 31 Mat.24.31
فَيُرْسِلُ مَلاَئِكَتَهُ بِبُوق عَظِيمِ الصَّوْتِ، فَيَجْمَعُونَ مُخْتَارِيهِ مِنَ الأَرْبَعِ الرِّيَاحِ، مِنْ أَقْصَاءِ السَّمَاوَاتِ إِلَى أَقْصَائِهَا.
καὶ ; ἀποστελεῖ τοὺς ; ἀγγέλους ; αὐτοῦ μετὰ ; σάλπιγγος μεγάλης, φωνῆς καὶ ; ἐπισυνάξουσιν τοὺς ; ἐκλεκτοὺς ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾽ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων ; αὐτῶν.¶
متى 27: 46 Mat.27.46
وَنَحْوَ السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِيلِي، إِيلِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. أَيْ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
περὶ ; δὲ τὴν ; ὥραν ἐνάτην ἀνεβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ηλι ηλι, λεμα σαβαχθανι; τοῦτ᾽ ; ἔστιν· θεέ ; μου θεέ ; μου, ἱνατί με ; ἐγκατέλιπες;¶
متى 27: 50 Mat.27.50
فَصَرَخَ يَسُوعُ أَيْضًا بِصَوْتٍ عَظِيمٍ، وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
κράξας ; δὲ Ἰησοῦς ; Ὁ πάλιν φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ.¶ εὐθείας
وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاوَاتِ: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ.
ἐγένετο ; καὶ φωνὴ ἐκ τῶν ; οὐρανῶν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ᾧ ἐν εὐδόκησα.¶
فَصَرَعَهُ الرُّوحُ النَّجِسُ وَصَاحَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَخَرَجَ مِنْهُ.
καὶ ; σπαράξαν ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἀκάθαρτον καὶ ; κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ ; αὐτοῦ.
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي.
καὶ ; κράξας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; ὁρκίζω ; σε τὸν ; θεόν, μή με ; βασανίσῃς.
وَكَانَتْ سَحَابَةٌ تُظَلِّلُهُمْ. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ. لَهُ اسْمَعُوا.
Καὶ ; ἐγένετο νεφέλη ἐπισκιάζουσα ; αὐτοῖς, καὶ ; ἦλθεν φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός· αὐτοῦ. ἀκούετε
وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِلُوِي، إِلُوِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. اَلَّذِي تَفْسِيرُهُ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
καὶ ; τῇ τῇ ; ὥρᾳ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ελωι ελωι, λεμα σαβαχθανι; ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον· ὁ ; θεός ; μου ὁ ; θεός ; μου, εἰς ; τί ἐγκατέλιπές ; με;
فَصَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
δὲ ; ἀφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσεν.¶
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
فَهُوَذَا حِينَ صَارَ صَوْتُ سَلاَمِكِ فِي أُذُنَيَّ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ بِابْتِهَاجٍ فِي بَطْنِي.
ἰδοὺ ; γὰρ ὡς ; ἐγένετο ἡ ; φωνὴ τοῦ ; ἀσπασμοῦ ; σου εἰς τὰ ; ὦτά ; μου, ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν ; ἀγαλλιάσει ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; μου.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ أقْوَالِ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ. εὐθείας
وَنَزَلَ عَلَيْهِ الرُّوحُ الْقُدُسُ بِهَيْئَةٍ جِسْمِيَّةٍ مِثْلِ حَمَامَةٍ. وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ، بِكَ سُرِرْتُ.
καταβῆναι ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον εἴδει σωματικῷ ὡσεὶ περιστερὰν καὶ φωνὴν ἐξ ; γενέσθαι οὐρανοῦ λέγουσαν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν ; σοὶ εὐδόκησα.¶
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ صَرَخَ وَخَرَّ لَهُ، وَقَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَطْلُبُ مِنْكَ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي..
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ ; εἶπεν· φωνῇ μεγάλῃ τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; δέομαί σου, μή με ; βασανίσῃς.
وَصَارَ صَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ. لَهُ اسْمَعُوا.
καὶ ; ἐγένετο φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός αὐτοῦ ἀκούετε.¶
وَلَمَّا كَانَ الصَّوْتُ وُجِدَ يَسُوعُ وَحْدَهُ، وَأَمَّا هُمْ فَسَكَتُوا وَلَمْ يُخْبِرُوا أَحَدًا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ بِشَيْءٍ مِمَّا أَبْصَرُوهُ.
Καὶ ; ἐν τῷ ; γενέσθαι τὴν ; φωνὴν εὑρέθη ὁ ; Ἰησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ ; οὐδενὶ ; ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑώρακαν.¶
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا، رَفَعَتِ امْرَأَةٌ صَوْتَهَا مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَتْ لَهُ: طُوبَى لِلْبَطْنِ الَّذِي حَمَلَكَ وَالثَّدْيَيْنِ اللَّذَيْنِ رَضِعْتَهُمَا.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν τῷ ; λέγειν ; αὐτὸν ταῦτα, ἐπάρασά τις ; γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ ; κοιλία ἡ βαστάσασά ; σε, καὶ ; μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
وَرَفَعوُا صَوْتًا قَائِلِينَ: يَا يَسُوعُ، يَا مُعَلِّمُ، ارْحَمْنَا..
καὶ ; αὐτοὶ ; ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ; ἡμᾶς.¶
فَوَاحِدٌ مِنْهُمْ لَمَّا رَأَى أَنَّهُ شُفِيَ، رَجَعَ يُمَجِّدُ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ،
εἷς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψεν δοξάζων τὸν ; θεόν. μετὰ ; φωνῆς μεγάλης
وَلَمَّا قَرُبَ عِنْدَ مُنْحَدَرِ جَبَلِ الزَّيْتُونِ، ابْتَدَأَ كُلُّ جُمْهُورِ التَّلاَمِيذِ يَفْرَحُونَ وَيُسَبِّحُونَ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ، لأَجْلِ جَمِيعِ الْقُوَّاتِ الَّتِي نَظَرُوا،
δὲ Ἐγγίζοντος ; αὐτοῦ ; ἤδη πρὸς τῇ ; καταβάσει τοῦ ; ὄρους τῶν ; ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ ; πλῆθος τῶν ; μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν ; θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν δυνάμεων ὧν εἶδον
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
وَنَادَى يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: يَا أَبَتَاهُ، فِي يَدَيْكَ أَسْتَوْدِعُ رُوحِي. وَلَمَّا قَالَ هذَا أَسْلَمَ الرُّوحَ.
καὶ ; φωνήσας ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν· πάτερ, εἰς χεῖράς ; σου παραθήσομαι τὸ ; πνεῦμά ; μου. καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐξέπνευσεν.¶
قَالَ: أَنَا صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: قَوِّمُوا طَرِيقَ الرَّبِّ، كَمَا قَالَ إِشَعْيَاءُ النَّبِيُّ.
ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ· εὐθύνατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου· καθὼς εἶπεν Ἠσαΐας ὁ ; προφήτης.
مَنْ لَهُ الْعَرُوسُ فَهُوَ الْعَرِيسُ، وَأَمَّا صَدِيقُ الْعَرِيسِ الَّذِي يَقِفُ وَيَسْمَعُهُ فَيَفْرَحُ فَرَحًا مِنْ أَجْلِ صَوْتِ الْعَرِيسِ. إِذًا فَرَحِي هذَا قَدْ كَمَلَ.
Ὁ ; ἔχων τὴν ; νύμφην ἐστίν. νυμφίος δὲ ὁ ; φίλος τοῦ ; νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ; ἀκούων ; αὐτοῦ, χαίρει χαρᾷ διὰ τὴν ; φωνὴν τοῦ ; νυμφίου. οὖν ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ αὕτη πεπλήρωται.