ك
إصحاح
G5206
G5207. huiós
G5208
المعنى المختصر للكلمة
huiós: a "son" (sometimes of animals), used very widely of immediate, remote or figuratively, kinship
اللفظ الأصلي υἱός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق huiós (hwee-os)
تكرار الورود في الكتاب 315 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

a "son" (sometimes of animals), used very widely of immediate, remote or figuratively, kinship

الإنجليزية — KJV Translation Tags
child foal son

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; υἱὸς (87×) τὸν ; υἱὸν (32×) υἱὸς (25×) τοῦ ; υἱοῦ (18×) υἱὸν (16×) υἱοὶ (12×) υἱὲ (10×) τῶν ; υἱῶν (10×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (315 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، فَيَحْكُمُونَ عَلَيْهِ بِالْمَوْتِ، وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ،
ὅτι ; ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ ; τοῖς ; γραμματεῦσιν, καὶ ; κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν
وَتَقَدَّمَ إِلَيْهِ يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبْدِي قَائِلَيْنِ: يَا مُعَلِّمُ، نُرِيدُ أَنْ تَفْعَلَ لَنَا كُلَّ مَا طَلَبْنَا.
Καὶ ; προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης, οἱ ; δύο ; υἱοὶ Ζεβεδαίου, λέγοντες διδάσκαλε, θέλομεν ποιήσῃς ἡμῖν.¶ ὃ ; ἐὰν αἰτήσωμέν
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ أَيْضًا لَمْ يَأْتِ لِيُخْدَمَ بَلْ لِيَخْدِمَ وَلِيَبْذِلَ نَفْسَهُ فِدْيَةً عَنْ كَثِيرِينَ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ ; δοῦναι τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.¶
وَجَاءُوا إِلَى أَرِيحَا. وَفِيمَا هُوَ خَارِجٌ مِنْ أَرِيحَا مَعَ تَلاَمِيذِهِ وَجَمْعٍ غَفِيرٍ، كَانَ بَارْتِيمَاوُسُ الأَعْمَى ابْنُ تِيمَاوُسَ جَالِسًا عَلَى الطَّرِيقِ يَسْتَعْطِي.
Καὶ ; ἔρχονται εἰς Ἰεριχώ. καὶ ; ἐκπορευομένου ; αὐτοῦ ἀπὸ Ἰεριχὼ καὶ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; ὄχλου ἱκανοῦ Βαρτιμαῖος, ὁ ; τυφλὸς ὁ ; υἱὸς Τιμαίου ἐκάθητο παρὰ τὴν ; ὁδόν. προσαιτῶν
فَلَمَّا سَمِعَ أَنَّهُ يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ، ابْتَدَأَ يَصْرُخُ وَيَقُولُ: يَا يَسُوعُ ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي.
καὶ ἀκούσας ὅτι ; ἐστιν, Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖός ἤρξατο κράζειν καὶ ; λέγειν· ὁ ; Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυὶδ ἐλέησόν ; με.
فَانْتَهَرَهُ كَثِيرُونَ لِيَسْكُتَ، فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ πολλοὶ ἵνα ; σιωπήσῃ. δὲ ; ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.
فَإِذْ كَانَ لَهُ أَيْضًا ابْنٌ وَاحِدٌ حَبِيبٌ إِلَيْهِ ،أَرْسَلَهُ أَيْضًا إِلَيْهِمْ أَخِيرًا، قَائِلاً: إِنَّهُمْ يَهَابُونَ ابْنِي.
οὖν ἔχων ἔτι υἱὸν ἕνα ἀγαπητόν αὐτοῦ· ἀπέστειλεν ; αὐτὸν καὶ πρὸς ; αὐτοὺς ἔσχατον λέγων ὅτι ἐντραπήσονται τὸν ; υἱόν ; μου.
فَدَاوُدُ نَفْسُهُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَمِنْ أَيْنَ هُوَ ابْنُهُ. وَكَانَ الْجَمْعُ الْكَثِيرُ يَسْمَعُهُ بِسُرُورٍ.
Δαυὶδ ; οὖν αὐτὸς λέγει ; αὐτὸν κύριον, καὶ ; πόθεν αὐτοῦ ; ἐστιν υἱός; καὶ ὁ ; ὄχλος πολὺς ἤκουεν ; αὐτοῦ ἡδέως.¶
وَحِينَئِذٍ يُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي سَحَابٍ بِقُوَّةٍ كَثِيرَةٍ وَمَجْدٍ،
καὶ ; τότε ὄψονται τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ ; δυνάμεως πολλῆς καὶ ; δόξης.
وَأَمَّا ذلِكَ الْيَوْمُ وَتِلْكَ السَّاعَةُ فَلاَ يَعْلَمُ بِهِمَا أَحَدٌ، وَلاَ الْمَلاَئِكَةُ الَّذِينَ فِي السَّمَاءِ، وَلاَ الابْنُ، إِلاَّ الآبُ.
Περὶ ; δὲ ἐκείνης τῆς ; ἡμέρας καὶ; τῆς ὥρας οὐδεὶς ; οἶδεν οὐδὲ οἱ ; ἄγγελοι οἱ ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ ὁ ; πατήρ.
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ δι᾽ οὗ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ δι᾽ οὗ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
ثُمَّ جَاءَ ثَالِثَةً وَقَالَ لَهُمْ: نَامُوا الآنَ وَاسْتَرِيحُوا. يَكْفِي. قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ. هُوَذَا ابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي الْخُطَاةِ.
καὶ ἔρχεται τὸ ; τρίτον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε λοιπὸν καὶ ; ἀναπαύεσθε, ἀπέχει, ἦλθεν ἡ ; ὥρα· ἰδοὺ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; ἁμαρτωλῶν.
أَمَّا هُوَ فَكَانَ سَاكِتًا وَلَمْ يُجِبْ بِشَيْءٍ. فَسَأَلَهُ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ أَيْضًا وَقَالَ لَهُ: أَأَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ الْمُبَارَكِ.
δὲ ἐσιώπα καὶ ; οὐκ ἀπεκρίνατο οὐδέν. ἐπηρώτα ὁ ; ἀρχιερεὺς πάλιν καὶ ; λέγει αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; εὐλογητοῦ;
فَقَالَ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ. وَسَوْفَ تُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ جَالِسًا عَنْ يَمِينِ الْقُوَّةِ، وَآتِيًا فِي سَحَابِ السَّمَاءِ.
δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Ἰησοῦς ἐγώ εἰμι, καὶ ; ὄψεσθε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς ; δυνάμεως καὶ ; ἐρχόμενον μετὰ τῶν ; νεφελῶν τοῦ ; οὐρανοῦ.
رَأَى قَائِدُ الْمِئَةِ الْوَاقِفُ مُقَابِلَهُ أَنَّهُ صَرَخَ هكَذَا وَأَسْلَمَ الرُّوحَ، قَالَ: حَقًّا كَانَ هذَا الإِنْسَانُ ابْنَ اللهِ.
ἰδὼν ὁ ; κεντυρίων ὁ ; παρεστηκὼς ἐξ ; ἐναντίας ; αὐτοῦ ὅτι κράξας οὕτως ἐξέπνευσεν, εἶπεν· ἀληθῶς ἦν. οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος υἱὸς θεοῦ
فَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَفْ يَا زَكَرِيَّا، لأَنَّ طِلْبَتَكَ قَدْ سُمِعَتْ، وَامْرَأَتُكَ أَلِيصَابَاتُ سَتَلِدُ لَكَ ابْنًا وَتُسَمِّيهِ يُوحَنَّا.
δὲ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβοῦ Ζαχαρία· διότι ἡ ; δέησίς ; σου, εἰσηκούσθη σου, ; καὶ ; ἡ ; γυνή Ἐλισάβετ γεννήσει σοι, υἱόν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰωάννην.
وَيَرُدُّ كَثِيرِينَ مِنْ بَنِي إِسْرَائِيلَ إِلَى الرَّبِّ إِلهِهِمْ.
καὶ ; ἐπιστρέψει πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπὶ κύριον τὸν ; θεὸν ; αὐτῶν,
وَهَا أَنْتِ سَتَحْبَلِينَ وَتَلِدِينَ ابْنًا وَتُسَمِّينَهُ يَسُوعَ.
καὶ ; ἰδοὺ συλλήμψῃ ; ἐν ; γαστρὶ καὶ ; τέξῃ υἱὸν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν.
هذَا يَكُونُ عَظِيمًا، وَابْنَ الْعَلِيِّ يُدْعَى، وَيُعْطِيهِ الرَّبُّ الإِلهُ كُرْسِيَّ دَاوُدَ أَبِيهِ،
οὗτος ἔσται μέγας καὶ ; υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ; δώσει ; αὐτῷ κύριος ὁ ; θεὸς τὸν ; θρόνον Δαυὶδ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ,
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
وَأَمَّا أَلِيصَابَاتُ فَتَمَّ زَمَانُهَا لِتَلِدَ، فَوَلَدَتِ ابْنًا.
δὲ Τῇ ; Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ ; χρόνος ; τοῦ ; αὐτὴν τεκεῖν καὶ ; ἐγέννησεν υἱόν.
فِي أَيَّامِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ حَنَّانَ وَقَيَافَا، كَانَتْ كَلِمَةُ اللهِ عَلَى يُوحَنَّا بْنِ زَكَرِيَّا فِي الْبَرِّيَّةِ،
ἐπὶ ἀρχιερέων Ἅννα καὶ ; Καϊάφα, ἐγένετο ῥῆμα θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην τὸν ; υἱὸν τοῦ ; Ζαχαρίου ἐν τῇ ; ἐρήμῳ.
وَلَمَّا ابْتَدَأَ يَسُوعُ كَانَ لَهُ نَحْوُ ثَلاَثِينَ سَنَةً، وَهُوَ عَلَى مَا كَانَ يُظَنُّ ابْنَ يُوسُفَ، بْنِ هَالِي،
Καὶ ἀρχόμενος ὁ ; Ἰησοῦς ἦν αὐτὸς ὡσεὶ τριάκοντα ἐτῶν ὢν ὡς ἐνομίζετο, υἱός, Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἠλὶ
وَقَالَ لَهُ إِبْلِيسُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ، فَقُلْ لِهذَا الْحَجَرِ أَنْ يَصِيرَ خُبْزًا.
Καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; διάβολος· εἰ εἶ υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, εἰπὲ τῷ ; τούτῳ λίθῳ ἵνα γένηται ἄρτος.
ثُمَّ جَاءَ بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَأَقَامَهُ عَلَى جَنَاحِ الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ فَاطْرَحْ نَفْسَكَ مِنْ هُنَا إِلَى أَسْفَلُ،
Καὶ Ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἔστησεν ; αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; πτερύγιον τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· εἰ εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω·
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَشْهَدُونَ لَهُ وَيَتَعَجَّبُونَ مِنْ كَلِمَاتِ النِّعْمَةِ الْخَارِجَةِ مِنْ فَمِهِ، وَيَقُولُونَ: أَلَيْسَ هذَا ابْنَ يُوسُفَ.
καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ; ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς ; λόγοις τῆς ; χάριτος τοῖς ; ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ καὶ ; ἔλεγον· Οὐχ; ἐστιν οὗτος; υἱός ὁ ; Ἰωσὴφ
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους