ك
إصحاح
G5206
G5207. huiós
G5208
المعنى المختصر للكلمة
huiós: a "son" (sometimes of animals), used very widely of immediate, remote or figuratively, kinship
اللفظ الأصلي υἱός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق huiós (hwee-os)
تكرار الورود في الكتاب 315 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

a "son" (sometimes of animals), used very widely of immediate, remote or figuratively, kinship

الإنجليزية — KJV Translation Tags
child foal son

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; υἱὸς (87×) τὸν ; υἱὸν (32×) υἱὸς (25×) τοῦ ; υἱοῦ (18×) υἱὸν (16×) υἱοὶ (12×) υἱὲ (10×) τῶν ; υἱῶν (10×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (315 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لَهُمْ: أَتَقْدِرُونَ أَنْ تَجْعَلُوا بَنِي الْعُرْسِ يَصُومُونَ مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ.
πρὸς ; αὐτούς· μὴ ; δύνασθε ποιῆσαι τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; νυμφῶνος νηστεύειν ἐν ; ᾧ ὁ ; νυμφίος δὲ ; εἶπεν ; Ὁ
وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ هُوَ رَبُّ السَّبْتِ أَيْضًا.
καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου.¶ ἐστιν κύριός τοῦ ; σαββάτου καὶ
طُوبَاكُمْ إِذَا أَبْغَضَكُمُ النَّاسُ، وَإِذَا أَفْرَزُوكُمْ وَعَيَّرُوكُمْ، وَأَخْرَجُوا اسْمَكُمْ كَشِرِّيرٍ مِنْ أَجْلِ ابْنِ الإِنْسَانِ.
Μακάριοί ; ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ; ὑμᾶς οἱ ; ἄνθρωποι καὶ ; ὅταν ἀφορίσωσιν ; ὑμᾶς καὶ ; ὀνειδίσωσιν καὶ ; ἐκβάλωσιν τὸ ; ὄνομα ; ὑμῶν ὡς ; πονηρὸν ἕνεκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.
بَلْ أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، وَأَحْسِنُوا وَأَقْرِضُوا وَأَنْتُمْ لاَ تَرْجُونَ شَيْئًا، فَيَكُونَ أَجْرُكُمْ عَظِيمًا وَتَكُونُوا بَنِي الْعَلِيِّ، فَإِنَّهُ مُنْعِمٌ عَلَى غَيْرِ الشَّاكِرِينَ وَالأَشْرَارِ.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν καὶ ; ἀγαθοποιεῖτε καὶ ; δανίζετε μηδὲν ; ἀπελπίζοντες· καὶ ; ἔσται ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς πολύς, καὶ ; ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ; ὑψίστου, ὅτι ; αὐτὸς χρηστός ; ἐστιν ἐπὶ τοὺς ; ἀχαρίστους καὶ ; πονηρούς.¶
فَلَمَّا اقْتَرَبَ إِلَى بَابِ الْمَدِينَةِ، إِذَا مَيْتٌ مَحْمُولٌ، ابْنٌ وَحِيدٌ لأُمِّهِ، وَهِيَ أَرْمَلَةٌ وَمَعَهَا جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْمَدِينَةِ.
ὡς ; δὲ ἤγγισεν τῇ πύλῃ τῆς ; πόλεως, καὶ ; ἰδοὺ τεθνηκὼς ἐξεκομίζετο υἱὸς μονογενὴς τῇ ; μητρὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; αὐτὴ ἦν ; χήρα· καὶ ; ἦν ; σὺν ; αὐτῇ. ὄχλος ἱκανὸς τῆς πόλεως
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَتَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
ἐλήλυθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν.
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ صَرَخَ وَخَرَّ لَهُ، وَقَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَطْلُبُ مِنْكَ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي..
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ ; εἶπεν· φωνῇ μεγάλῃ τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; δέομαί σου, μή με ; βασανίσῃς.
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَتَأَلَّمُ كَثِيرًا، وَيُرْفَضُ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
εἰπὼν ὅτι ; δεῖ ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.¶
لأَنَّ مَنِ اسْتَحَى بِي وَبِكَلاَمِي، فَبِهذَا يَسْتَحِي ابْنُ الإِنْسَانِ مَتَى جَاءَ بِمَجْدِهِ وَمَجْدِ الآبِ وَالْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ ; τοὺς ; ἐμοὺς ; λόγους, τοῦτον ἐπαισχυνθήσεται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὅταν ἔλθῃ τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ καὶ ; τοῦ ; πατρὸς καὶ ; τῶν ; ἀγγέλων. ἁγίων
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لِلثَّعَالِبِ أَوْجِرَةٌ، وَلِطُيُورِ السَّمَاءِ أَوْكَارٌ، وَأَمَّا ابْنُ الإِنْسَانِ فَلَيْسَ لَهُ أَيْنَ يُسْنِدُ رَأْسَهُ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· αἱ ; ἀλώπεκες ; ἔχουσιν, φωλεοὺς καὶ ; τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· δὲ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ κλίνῃ.¶ τὴν ; κεφαλὴν
فَإِنْ كَانَ هُنَاكَ ابْنُ السَّلاَمِ يَحُلُّ سَلاَمُكُمْ عَلَيْهِ، وَإِّلاَّ فَيَرْجعُ إِلَيْكُمْ.
καὶ ; ἐὰν ; μέν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἡ ; εἰρήνη ; ὑμῶν· ἐπ᾽ ; αὐτὸν εἰ ; δὲ ; μή ; γε, ἀνακάμψει. ἐφ᾽ ; ὑμᾶς
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
فَمَنْ مِنْكُمْ، وَهُوَ أَبٌ، يَسْأَلُهُ ابْنُهُ خُبْزًا، أَفَيُعْطِيهِ حَجَرًا. أَوْ سَمَكَةً، أَفَيُعْطِيهِ حَيَّةً بَدَلَ السَّمَكَةِ.
Τίνα ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ ; υἱὸς ἄρτον μὴ ; ἐπιδώσει ; αὐτῷ λίθον εἰ ἰχθύν, καὶ ; μὴ ; αὐτῷ ; ἐπιδώσει; ὄφιν ἀντὶ ἰχθύος
لأَنَّهُ كَمَا كَانَ يُونَانُ آيَةً لأَهْلِ نِينَوَى، كَذلِكَ يَكُونُ ابْنُ الإِنْسَانِ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ.
γὰρ καθὼς ἐγένετο Ἰωνᾶς σημεῖον, τοῖς ; Νινευίταις οὕτως ἔσται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ τῇ ; ταύτῃ. γενεᾷ
وَأَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَنِ اعْتَرَفَ بِي قُدَّامَ النَّاسِ، يَعْتَرِفُ بِهِ ابْنُ الإِنْسَانِ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ; ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; ὁμολογήσει ἐν ; αὐτῷ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἔμπροσθεν τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ·
وَكُلُّ مَنْ قَالَ كَلِمَةً عَلَى ابْنِ الإِنْسَانِ يُغْفَرُ لَهُ، وَأَمَّا مَنْ جَدَّفَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ فَلاَ يُغْفَرُ لَهُ.
καὶ ; πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· δὲ τῷ βλασφημήσαντι εἰς τὸ ; πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἀφεθήσεται.¶
فَكُونُوا أَنْتُمْ إِذًا مُسْتَعِدِّينَ، لأَنَّهُ فِي سَاعَةٍ لاَ تَظُنُّونَ يَأْتِي ابْنُ الإِنْسَانِ.
καὶ ; γίνεσθε ὑμεῖς οὖν ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ἔρχεται.¶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
وَقَالَ: إِنْسَانٌ كَانَ لَهُ ابْنَانِ.
Εἶπεν ; δέ· ἄνθρωπός ; τις εἶχεν δύο ; υἱούς.
وَبَعْدَ أَيَّامٍ لَيْسَتْ بِكَثِيرَةٍ جَمَعَ الابْنُ الأَصْغَرُ كُلَّ شَيْءٍ وَسَافَرَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ، وَهُنَاكَ بَذَّرَ مَالَهُ بِعَيْشٍ مُسْرِفٍ.
καὶ ; μετ᾽ ἡμέρας οὐ πολλὰς συναγαγὼν ὁ ; υἱὸς νεώτερος ἅπαντα ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ; ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν ; οὐσίαν ; αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا. اِجْعَلْنِي كَأَحَدِ أَجْرَاكَ.
καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου. υἱός ποίησόν ; με ὡς ; ἕνα τῶν ; μισθίων ; σου.
فَقَالَ لَهُ الابْنُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ، وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὁ ; υἱὸς πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου· καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου υἱός
فَقَالَ لَهُ الابْنُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ، وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὁ ; υἱὸς πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου· καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου υἱός
فَمَدَحَ السَّيِّدُ وَكِيلَ الظُّلْمِ إِذْ بِحِكْمَةٍ فَعَلَ، لأَنَّ أَبْنَاءَ هذَا الدَّهْرِ أَحْكَمُ مِنْ أَبْنَاءِ النُّورِ فِي جِيلِهِمْ.
καὶ ; ἐπῄνεσεν ὁ ; κύριος τὸν ; οἰκονόμον τῆς ; ἀδικίας ὅτι φρονίμως ἐποίησεν, ὅτι οἱ ; υἱοὶ τούτου τοῦ ; αἰῶνος φρονιμώτεροι ; εἰσιν. ὑπὲρ τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; φωτὸς εἰς τὴν ; γενεὰν ; τὴν ; ἑαυτῶν
فَمَدَحَ السَّيِّدُ وَكِيلَ الظُّلْمِ إِذْ بِحِكْمَةٍ فَعَلَ، لأَنَّ أَبْنَاءَ هذَا الدَّهْرِ أَحْكَمُ مِنْ أَبْنَاءِ النُّورِ فِي جِيلِهِمْ.
καὶ ; ἐπῄνεσεν ὁ ; κύριος τὸν ; οἰκονόμον τῆς ; ἀδικίας ὅτι φρονίμως ἐποίησεν, ὅτι οἱ ; υἱοὶ τούτου τοῦ ; αἰῶνος φρονιμώτεροι ; εἰσιν. ὑπὲρ τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; φωτὸς εἰς τὴν ; γενεὰν ; τὴν ; ἑαυτῶν