المعنى المختصر للكلمة
huiós:
a "son" (sometimes of animals), used very
widely of immediate, remote or figuratively, kinship
اللفظ الأصلي
υἱός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
huiós
(hwee-os)
تكرار الورود في الكتاب
315
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
apparently a primary word;
المعنى والشرح المفصل
a "son" (sometimes of animals), used very widely of immediate, remote or figuratively, kinship
الإنجليزية — KJV Translation Tags
child
foal
son
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὁ ; υἱὸς (87×)
τὸν ; υἱὸν (32×)
υἱὸς (25×)
τοῦ ; υἱοῦ (18×)
υἱὸν (16×)
υἱοὶ (12×)
υἱὲ (10×)
τῶν ; υἱῶν (10×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (315 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 12: 34
Jhn.12.34
فَأَجَابَهُ الْجَمْعُ: نَحْنُ سَمِعْنَا مِنَ النَّامُوسِ أَنَّ الْمَسِيحَ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَفِعَ ابْنُ الإِنْسَانِ. مَنْ هُوَ هذَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ ὁ ; ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; χριστὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; πῶς λέγεις σὺ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου;¶
يوحنا 12: 34
Jhn.12.34
فَأَجَابَهُ الْجَمْعُ: نَحْنُ سَمِعْنَا مِنَ النَّامُوسِ أَنَّ الْمَسِيحَ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَفِعَ ابْنُ الإِنْسَانِ. مَنْ هُوَ هذَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ ὁ ; ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; χριστὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; πῶς λέγεις σὺ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου;¶
يوحنا 12: 36
Jhn.12.36
مَا دَامَ لَكُمُ النُّورُ آمِنُوا بِالنُّورِ لِتَصِيرُوا أَبْنَاءَ النُّورِ. تَكَلَّمَ يَسُوعُ بِهذَا ثُمَّ مَضَى وَاخْتَفَى عَنْهُمْ.
Ἕως ἔχετε, τὸ ; φῶς πιστεύετε εἰς ; τὸ ; φῶς, ἵνα ; γένησθε. υἱοὶ φωτὸς ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς, ταῦτα καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
يوحنا 13: 31
Jhn.13.31
فَلَمَّا خَرَجَ قَالَ يَسُوعُ: الآنَ تَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ وَتَمَجَّدَ اللهُ فِيهِ.
Ὅτε ; οὖν ἐξῆλθεν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου, καὶ ; ἐδοξάσθη ὁ ; θεὸς ἐν ; αὐτῷ,
يوحنا 14: 13
Jhn.14.13
وَمَهْمَا سَأَلْتُمْ بِاسْمِي فَذلِكَ أَفْعَلُهُ لِيَتَمَجَّدَ الآبُ بِالابْنِ.
καὶ ; ὅ ; τι ; ἂν αἰτήσητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; πατὴρ ἐν ; τῷ ; υἱῷ.
يوحنا 17: 1
Jhn.17.1
تَكَلَّمَ يَسُوعُ بِهذَا وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ نَحْوَ السَّمَاءِ وَقَالَ: أَيُّهَا الآبُ، قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ. مَجِّدِ ابْنَكَ لِيُمَجِّدَكَ ابْنُكَ أَيْضًا،
ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς, Ταῦτα καὶ ; ἐπῆρεν τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπεν· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ; ὥρα· δόξασόν σου ; τὸν ; υἱόν, ἵνα ; δοξάσῃ ; σέ. ὁ ; υἱὸς ; σου καὶ
يوحنا 17: 12
Jhn.17.12
حِينَ كُنْتُ مَعَهُمْ فِي الْعَالَمِ كُنْتُ أَحْفَظُهُمْ فِي اسْمِكَ. الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي حَفِظْتُهُمْ، وَلَمْ يَهْلِكْ مِنْهُمْ إِلاَّ ابْنُ الْهَلاَكِ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ.
ὅτε ἤμην μετ᾽ ; αὐτῶν ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν ; αὐτοὺς ἐν τῷ ; ὀνόματί ; σου οὓς δέδωκάς ; μοι ἐφύλαξα, καὶ ; οὐδεὶς ἀπώλετο ἐξ ; αὐτῶν εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀπωλείας, ἵνα ; πληρωθῇ. ἡ ; γραφὴ
يوحنا 19: 7
Jhn.19.7
أَجَابَهُ الْيَهُودُ: لَنَا نَامُوسٌ، وَحَسَبَ نَامُوسِنَا يَجِبُ أَنْ يَمُوتَ، لأَنَّهُ جَعَلَ نَفْسَهُ ابْنَ اللهِ.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· ἡμεῖς ; ἔχομεν, νόμον καὶ ; κατὰ τὸν ; νόμον ; ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἐποίησεν.¶ ἑαυτὸν υἱὸν θεοῦ
يوحنا 20: 31
Jhn.20.31
وَأَمَّا هذِهِ فَقَدْ كُتِبَتْ لِتُؤْمِنُوا أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ، وَلِكَيْ تَكُونَ لَكُمْ إِذَا آمَنْتُمْ حَيَاةٌ بِاسْمِهِ.
δὲ ταῦτα γέγραπται ἵνα ; πιστεύσητε ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἵνα ἔχητε πιστεύοντες ζωὴν ὀνόματι ; αὐτοῦ.¶ ; ἐν ; τῷ
أعمال الرسل 3: 25
Act.3.25
أَنْتُمْ أَبْنَاءُ الأَنْبِيَاءِ، وَالْعَهْدِ الَّذِي عَاهَدَ بِهِ اللهُ آبَاءَنَا قَائِلاً لإِبْراهِيمَ: وَبِنَسْلِكَ تَتَبَارَكُ جَمِيعُ قَبَائِلِ الأَرْضِ.
ὑμεῖς ; ἐστε υἱοὶ τῶν ; προφητῶν καὶ ; τῆς ; διαθήκης ἧς διέθετο ὁ ; θεὸς πρὸς ; τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν λέγων πρὸς ; Ἀβραάμ· καὶ ; ἐν ; τῷ ; σπέρματί ; σου ἐνευλογηθήσονται πᾶσαι αἱ ; πατριαὶ τῆς ; γῆς.
أعمال الرسل 4: 36
Act.4.36
وَيُوسُفُ الَّذِي دُعِيَ مِنَ الرُّسُلِ بَرْنَابَا، الَّذِي يُتَرْجَمُ ابْنَ الْوَعْظِ، وَهُوَ لاَوِيٌّ قُبْرُسِيُّ الْجِنْسِ،
Ἰωσῆς; δὲ ὁ ; ἐπικληθεὶς ὑπὸ τῶν ; ἀποστόλων Βαρναβᾶς ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον υἱὸς παρακλήσεως, Λευίτης, Κύπριος τῷ ; γένει,
أعمال الرسل 5: 21
Act.5.21
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
أعمال الرسل 7: 21
Act.7.21
وَلَمَّا نُبِذَ، اتَّخَذَتْهُ ابْنَةُ فِرْعَوْنَ وَرَبَّتْهُ لِنَفْسِهَا ابْنًا.
δὲ Ἐκτεθέντα; αὐτόν ἀνείλατο ; αὐτὸν ἡ ; θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ; ἀνεθρέψατο ; αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς ; υἱόν.
أعمال الرسل 7: 23
Act.7.23
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
أعمال الرسل 7: 37
Act.7.37
هذَا هُوَ مُوسَى الَّذِي قَالَ لِبَنِي إِسْرَائِيلَ: نَبِيًّا مِثْلِي سَيُقِيمُ لَكُمُ الرَّبُّ إِلهُكُمْ مِنْ إِخْوَتِكُمْ. لَهُ تَسْمَعُونَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; Μωϋσῆς ὁ ; εἴπας τοῖς ; υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὡς ; ἐμέ ἀναστήσει ὑμῖν κύριος ὁ ; θεὸς ; ὑμῶν ἐκ τῶν ; ἀδελφῶν ; ὑμῶν αὐτοῦ ἀκούσεσθε.
أعمال الرسل 7: 56
Act.7.56
فَقَالَ: هَا أَنَا أَنْظُرُ السَّمَاوَاتِ مَفْتُوحَةً، وَابْنَ الإِنْسَانِ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς ; οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ ; τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
أعمال الرسل 8: 37
Act.8.37
فَقَالَ فِيلُبُّسُ: إِنْ كُنْتَ تُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ قَلْبِكَ يَجُوزُ. فَأَجَابَ وَقَالَ: أَنَا أُومِنُ أَنَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ هُوَ ابْنُ اللهِ.
εἶπε ; δὲ ὁ ; Φίλιππος· εἰ πιστεύεις ἐξ ὅλης τῆς ; καρδίας, ἔξεστιν. ἀποκριθεὶς ; δὲ εἶπε· πιστεύω τὸν ; Ἰησοῦν Χριστόν. εἶναι υἱὸν τοῦ ; θεοῦ
أعمال الرسل 9: 20
Act.9.20
وَلِلْوَقْتِ جَعَلَ يَكْرِزُ فِي الْمَجَامِعِ بِالْمَسِيحِ أَنْ هذَا هُوَ ابْنُ اللهِ.
καὶ ; εὐθέως ἐκήρυσσεν ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς τὸν ; χριστόν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ.¶
أعمال الرسل 10: 36
Act.10.36
الْكَلِمَةُ الَّتِي أَرْسَلَهَا إِلَى بَنِي إِسْرَائِيلَ يُبَشِّرُ بِالسَّلاَمِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ. هذَا هُوَ رَبُّ الْكُلِّ.
τὸν ; λόγον ὃν ἀπέστειλεν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗτός ἐστιν κύριος, πάντων
أعمال الرسل 13: 10
Act.13.10
وَقَالَ: أَيُّهَا الْمُمْتَلِئُ كُلَّ غِشٍّ وَكُلَّ خُبْثٍ. يَا ابْنَ إِبْلِيسَ. يَا عَدُوَّ كُلِّ بِرّ. أَلاَ تَزَالُ تُفْسِدُ سُبُلَ اللهِ الْمُسْتَقِيمَةَ.
εἶπεν· ὦ ; πλήρης παντὸς δόλου καὶ ; πάσης ῥᾳδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τὰς ; ὁδοὺς τοῦ ; κυρίου εὐθείας; ; τὰς
أعمال الرسل 13: 21
Act.13.21
وَمِنْ ثَمَّ طَلَبُوا مَلِكًا، فَأَعْطَاهُمُ اللهُ شَاوُلَ بْنَ قَيْسٍ، رَجُلاً مِنْ سِبْطِ بِنْيَامِينَ، أَرْبَعِينَ سَنَةً.
κἀκεῖθεν ᾐτήσαντο βασιλέα, καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτοῖς ὁ ; θεὸς τὸν ; Σαοὺλ υἱὸν Κίς, ἄνδρα ἐκ φυλῆς Βενιαμίν, τεσσεράκοντα· ἔτη
أعمال الرسل 13: 26
Act.13.26
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ بَنِي جِنْسِ إِبْرَاهِيمَ، وَالَّذِينَ بَيْنَكُمْ يَتَّقُونَ اللهَ، إِلَيْكُمْ أُرْسِلَتْ كَلِمَةُ هذَا الْخَلاَصِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, υἱοὶ γένους Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ἐν ; ὑμῖν φοβούμενοι τὸν ; θεόν, ὑμῖν ἀπεστάλη ὁ ; λόγος ταύτης τῆς ; σωτηρίας
أعمال الرسل 16: 1
Act.16.1
ثُمَّ وَصَلَ إِلَى دَرْبَةَ وَلِسْتَرَةَ، وَإِذَا تِلْمِيذٌ كَانَ هُنَاكَ اسْمُهُ تِيمُوثَاوُسُ، ابْنُ امْرَأَةٍ يَهُودِيَّةٍ مُؤْمِنَةٍ وَلكِنَّ أَبَاهُ يُونَانِيٌّ،
δὲ Κατήντησεν εἰς Δέρβην καὶ ; Λύστραν. καὶ ; ἰδοὺ μαθητής ; τις ἦν ἐκεῖ, ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικὸς ; τινος Ἰουδαίας πιστῆς, δὲ πατρὸς Ἕλληνος·
أعمال الرسل 19: 14
Act.19.14
وَكَانَ سَبْعََةُ بَنِينَ لِسَكَاوَا، رَجُل يَهُودِيٍّ رَئِيسِ كَهَنَةٍ، الَّذِينَ فَعَلُوا هذَا.
ἦσαν ; δέ ἑπτὰ οἱ ; υἱοὶ τινές; Σκευᾶ Ἰουδαίου ἀρχιερέως ποιοῦντες. τοῦτο
أعمال الرسل 23: 6
Act.23.6
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
أعمال الرسل 23: 16
Act.23.16
وَلكِنَّ ابْنَ أُخْتِ بُولُسَ سَمِعَ بِالْكَمِينِ، فَجَاءَ وَدَخَلَ الْمُعَسْكَرَ وَأَخْبَرَ بُولُسَ.
δὲ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀδελφῆς Παύλου Ἀκούσας τὴν ; ἐνέδραν, παραγενόμενος καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; παρεμβολὴν ἀπήγγειλεν τῷ ; Παύλῳ.
رومية 1: 4
Rom.1.4
وَتَعَيَّنَ ابْنَ اللهِ بِقُوَّةٍ مِنْ جِهَةِ رُوحِ الْقَدَاسَةِ، بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ: يَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا.
τοῦ ; ὁρισθέντος υἱοῦ θεοῦ ἐν ; δυνάμει κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν,
رومية 8: 3
Rom.8.3
لأَنَّهُ النَّامُوسُ عَاجِزًا عَنْهُ، فِي مَا كَانَ ضَعِيفًا بِالْجَسَدِ، فَاللهُ إِذْ أَرْسَلَ ابْنَهُ فِي شِبْهِ جَسَدِ الْخَطِيَّةِ، وَلأَجْلِ الْخَطِيَّةِ، دَانَ الْخَطِيَّةَ فِي الْجَسَدِ،
γὰρ τοῦ ; νόμου, τὸ ; ἀδύνατον ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ ; τῆς ; σαρκός, ὁ ; θεὸς πέμψας τὸν ; ἑαυτοῦ ; υἱὸν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ ; περὶ ἁμαρτίας κατέκρινεν τὴν ; ἁμαρτίαν ἐν τῇ ; σαρκί,
رومية 8: 14
Rom.8.14
لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ يَنْقَادُونَ بِرُوحِ اللهِ، فَأُولئِكَ هُمْ أَبْنَاءُ اللهِ.
γὰρ ὅσοι ἄγονται, πνεύματι θεοῦ οὗτοι εἰσιν. υἱοὶ θεοῦ
رومية 8: 19
Rom.8.19
لأَنَّ انْتِظَارَ الْخَلِيقَةِ يَتَوَقَّعُ اسْتِعْلاَنَ أَبْنَاءِ اللهِ.
γὰρ ἡ ; ἀποκαραδοκία τῆς ; κτίσεως ἀπεκδέχεται· τὴν ; ἀποκάλυψιν τῶν ; υἱῶν τοῦ ; θεοῦ