ك
إصحاح
G2530
G2531. kathṓs
G2532
المعنى المختصر للكلمة
kathṓs: just (or inasmuch) as, that
اللفظ الأصلي καθώς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kathṓs (kath-oce)
تكرار الورود في الكتاب 179 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

just (or inasmuch) as, that

الإنجليزية — KJV Translation Tags
according to (according, even) as how when

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καθὼς (159×) καθώς (10×) καὶ ; καθὼς (6×) Καὶ ; καθὼς (2×) καὶ ; καθώς (1×) Καθὼς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (179 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶
كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ الْحَيُّ، وَأَنَا حَيٌّ بِالآبِ، فَمَنْ يَأْكُلْنِي فَهُوَ يَحْيَا بِي.
καθὼς ἀπέστειλέν ; με ὁ ; πατὴρ ζῶν κἀγὼ ζῶ διὰ ; τὸν ; πατέρα, καὶ ; ὁ τρώγων ; με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾽ ; ἐμέ.
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
مَنْ آمَنَ بِي، كَمَا قَالَ الْكِتَابُ، تَجْرِي مِنْ بَطْنِهِ أَنْهَارُ مَاءٍ حَيٍّ.
ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ ; γραφή, ῥεύσουσιν ἐκ τῆς ; κοιλίας ; αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: مَتَى رَفَعْتُمُ ابْنَ الإِنْسَانِ، فَحِينَئِذٍ تَفْهَمُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ، وَلَسْتُ أَفْعَلُ شَيْئًا مِنْ نَفْسِي، بَلْ أَتَكَلَّمُ بِهذَا كَمَا عَلَّمَنِي أَبِي.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, καὶ ; ποιῶ ; οὐδέν, ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἀλλὰ λαλῶ. ταῦτα καθὼς ἐδίδαξέν ; με ὁ ; πατὴρ ; μου,
كَمَا أَنَّ الآبَ يَعْرِفُنِي وَأَنَا أَعْرِفُ الآبَ. وَأَنَا أَضَعُ نَفْسِي عَنِ الْخِرَافِ.
καθὼς ὁ ; πατὴρ γινώσκει ; με κἀγὼ γινώσκω πατέρα, καὶ ; τίθημι τὴν ; ψυχήν ; μου ὑπὲρ τῶν ; προβάτων.
وَلكِنَّكُمْ لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنْ خِرَافِي، كَمَا قُلْتُ لَكُمْ.
ἀλλ᾽ ; ὑμεῖς οὐ πιστεύετε, γάρ; ἐστὲ οὐκ ἐκ τῶν ; προβάτων ; τῶν ; ἐμῶν καθὼς εἶπον ὑμῖν.
وَوَجَدَ يَسُوعُ جَحْشًا فَجَلَسَ عَلَيْهِ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ:
Εὑρὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ ; αὐτό, καθώς ἐστιν γεγραμμένον·
وَأَنَا أَعْلَمُ أَنَّ وَصِيَّتَهُ هِيَ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ. فَمَا أَتَكَلَّمُ أَنَا فَكَمَا قَالَ لِي الآبُ هكَذَا أَتَكَلَّمُ.
καὶ ; οἶδα ὅτι ἡ ; ἐντολὴ ; αὐτοῦ ἐστιν. ζωὴ αἰώνιός οὖν λαλῶ, ἐγὼ καθὼς εἴρηκέν μοι ὁ ; πατήρ, οὕτως λαλῶ.¶
لأَنِّي أَعْطَيْتُكُمْ مِثَالاً، حَتَّى كَمَا صَنَعْتُ أَنَا بِكُمْ تَصْنَعُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا.
γὰρ ἔδωκα ; ὑμῖν, ὑπόδειγμα ἵνα καθὼς ἐποίησα ἐγὼ ὑμῖν ποιῆτε. ὑμεῖς καὶ
يَا أَوْلاَدِي، أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ. سَتَطْلُبُونَنِي، وَكَمَا قُلْتُ لِلْيَهُودِ: حَيْثُ أَذْهَبُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا، أَقُولُ لَكُمْ أَنْتُمُ الآنَ.
τεκνία, εἰμι. μεθ᾽ ; ὑμῶν μικρὸν ἔτι ζητήσετέ ; με, καὶ ; καθὼς εἶπον τοῖς ; Ἰουδαίοις ὅτι ; ὅπου ὑπάγω, ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν, λέγω ὑμῖν ἄρτι.¶
وَصِيَّةً جَدِيدَةً أَنَا أُعْطِيكُمْ: أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا. كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ تُحِبُّونَ أَنْتُمْ أَيْضًا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς ἀγαπᾶτε ὑμεῖς καὶ ἀλλήλους.
سَلاَمًا أَتْرُكُ لَكُمْ. سَلاَمِي أُعْطِيكُمْ. لَيْسَ كَمَا يُعْطِي الْعَالَمُ أُعْطِيكُمْ أَنَا. لاَ تَضْطَرِبْ قُلُوبُكُمْ وَلاَ تَرْهَبْ.
Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην ; τὴν ; ἐμὴν δίδωμι ; ὑμῖν· οὐ καθὼς δίδωσιν, ὁ ; κόσμος δίδωμι ; ὑμῖν. ἐγὼ μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ; ἡ ; καρδία μηδὲ δειλιάτω.
وَلكِنْ لِيَفْهَمَ الْعَالَمُ أَنِّي أُحِبُّ الآبَ، وَكَمَا أَوْصَانِي الآبُ هكَذَا أَفْعَلُ. قُومُوا نَنْطَلِقْ مِنْ ههُنَا.
ἀλλ᾽ ἵνα ; γνῷ ὁ ; κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν ; πατέρα, καὶ ; καθὼς ἐνετείλατό ; μοι ὁ ; πατήρ, οὕτως ποιῶ.¶ ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν.¶
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ
كَمَا أَحَبَّنِي الآبُ كَذلِكَ أَحْبَبْتُكُمْ أَنَا. اُثْبُتُوا فِي مَحَبَّتِي.
καθὼς ἠγάπησέν ; με ὁ ; πατήρ, κἀγὼ ; ὑμᾶς ; ἠγάπησα· μείνατε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; τῇ ; ἐμῇ.
إِنْ حَفِظْتُمْ وَصَايَايَ تَثْبُتُونَ فِي مَحَبَّتِي، كَمَا أَنِّي أَنَا قَدْ حَفِظْتُ وَصَايَا أَبِي وَأَثْبُتُ فِي مَحَبَّتِهِ.
ἐὰν τηρήσητε, τὰς ; ἐντολάς ; μου μενεῖτε ἐν τῇ ; ἀγάπῃ ; μου· καθὼς ἐγὼ τετήρηκα, τὰς ; ἐντολὰς τοῦ ; πατρός ; μου καὶ ; μένω ἐν αὐτοῦ ; τῇ ; ἀγάπῃ.¶
هذِهِ هِيَ وَصِيَّتِي أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ.
αὕτη ἐστὶν ἡ ; ἐντολὴ ; ἡ ; ἐμὴ ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς.
إِذْ أَعْطَيْتَهُ سُلْطَانًا عَلَى كُلِّ جَسَدٍ لِيُعْطِيَ حَيَاةً أَبَدِيَّةً لِكُلِّ مَنْ أَعْطَيْتَهُ.
καθὼς ἔδωκας ; αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα ; δώσῃ ; αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. πᾶν ὃ δέδωκας ; αὐτῷ,
وَلَسْتُ أَنَا بَعْدُ فِي الْعَالَمِ، وَأَمَّا هؤُلاَءِ فَهُمْ فِي الْعَالَمِ، وَأَنَا آتِي إِلَيْكَ. أَيُّهَا الآبُ الْقُدُّوسُ، احْفَظْهُمْ فِي اسْمِكَ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي، لِيَكُونُوا وَاحِدًا كَمَا نَحْنُ.
καὶ ; οὐκέτι ; εἰμὶ ἐν τῷ ; κόσμῳ, καὶ οὗτοι εἰσίν, ἐν τῷ ; κόσμῳ κἀγὼ ἔρχομαι.¶ πρὸς ; σὲ Πάτερ ἅγιε, τήρησον ; αὐτοὺς ἐν τῷ ; ὀνόματί ; σου οὕς δέδωκάς ; μοι ἵνα ; ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.
أَنَا قَدْ أَعْطَيْتُهُمْ كَلاَمَكَ، وَالْعَالَمُ أَبْغَضَهُمْ لأَنَّهُمْ لَيْسُوا مِنَ الْعَالَمِ، كَمَا أَنِّي أَنَا لَسْتُ مِنَ الْعَالَمِ،
ἐγὼ δέδωκα ; αὐτοῖς τὸν ; λόγον ; σου, καὶ ; ὁ ; κόσμος ἐμίσησεν ; αὐτούς, ὅτι οὐκ ; εἰσὶν ἐκ τοῦ ; κόσμου καθὼς ἐγὼ οὐκ ἐκ τοῦ ; κόσμου.
لَيْسُوا مِنَ الْعَالَمِ كَمَا أَنِّي أَنَا لَسْتُ مِنَ الْعَالَمِ.
οὐκ ; εἰσὶν ἐκ τοῦ ; κόσμου καθὼς ἐγὼ οὐκ ; εἰμὶ ἐκ τοῦ ; κόσμου.
كَمَا أَرْسَلْتَنِي إِلَى الْعَالَمِ أَرْسَلْتُهُمْ أَنَا إِلَى الْعَالَمِ،
καθὼς ἐμὲ ; ἀπέστειλας εἰς τὸν ; κόσμον, ἀπέστειλα ; αὐτοὺς κἀγὼ εἰς τὸν ; κόσμον.
لِيَكُونَ الْجَمِيعُ وَاحِدًا، كَمَا أَنَّكَ أَنْتَ أَيُّهَا الآبُ فِيَّ وَأَنَا فِيكَ، لِيَكُونُوا هُمْ أَيْضًا وَاحِدًا فِينَا، لِيُؤْمِنَ الْعَالَمُ أَنَّكَ أَرْسَلْتَنِي.
ἵνα ; ὦσιν πάντες ἓν καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; σοί, ἵνα αὐτοὶ καὶ ἓν ἐν ; ἡμῖν ἵνα ; πιστεύσῃ ὁ ; κόσμος ὅτι ; σύ με ; ἀπέστειλας.
وَأَنَا قَدْ أَعْطَيْتُهُمُ الْمَجْدَ الَّذِي أَعْطَيْتَنِي، لِيَكُونُوا وَاحِدًا كَمَا أَنَّنَا نَحْنُ وَاحِدٌ.
κἀγὼ αὐτοῖς, ; δέδωκα τὴν ; δόξαν ἣν δέδωκάς ; μοι ἵνα ; ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ; ἐσμεν· ἕν
أَنَا فِيهِمْ وَأَنْتَ فِيَّ لِيَكُونُوا مُكَمَّلِينَ إِلَى وَاحِدٍ، وَلِيَعْلَمَ الْعَالَمُ أَنَّكَ أَرْسَلْتَنِي، وَأَحْبَبْتَهُمْ كَمَا أَحْبَبْتَنِي.
ἐγὼ ἐν ; αὐτοῖς καὶ ; σὺ ἐν ; ἐμοί, ἵνα ; ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ; ἵνα ; γινώσκῃ ὁ ; κόσμος ὅτι ; σύ με ; ἀπέστειλας καὶ ; ἠγάπησας ; αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ; ἠγάπησας.¶
فَأَخَذَا جَسَدَ يَسُوعَ، وَلَفَّاهُ بِأَكْفَانٍ مَعَ الأَطْيَابِ، كَمَا لِلْيَهُودِ عَادَةٌ أَنْ يُكَفِّنُوا.
ἔλαβον ; οὖν τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἔδησαν ; αὐτὸ ὀθονίοις μετὰ τῶν ; ἀρωμάτων, καθὼς τοῖς ; Ἰουδαίοις ἔθος ἐστὶν ἐνταφιάζειν.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: سَلاَمٌ لَكُمْ. كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ أُرْسِلُكُمْ أَنَا.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν· καθὼς ἀπέσταλκέν ; με ὁ ; πατὴρ πέμπω ; ὑμᾶς. κἀγὼ
وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَابْتَدَأُوا يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ أُخْرَى كَمَا أَعْطَاهُمُ الرُّوحُ أَنْ يَنْطِقُوا.
καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤρξαντο λαλεῖν γλώσσαις ἑτέραις καθὼς ἐδίδου τὸ ; πνεῦμα αὐτοῖς.¶ ἀποφθέγγεσθαι
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ اسْمَعُوا هذِهِ الأَقْوَالَ: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ رَجُلٌ قَدْ تَبَرْهَنَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ بِقُوَّاتٍ وَعَجَائِبَ وَآيَاتٍ صَنَعَهَا اللهُ بِيَدِهِ فِي وَسْطِكُمْ، كَمَا أَنْتُمْ أَيْضًا تَعْلَمُونَ.
Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τούτους· τοὺς ; λόγους Ἰησοῦν τὸν ; Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀποδεδειγμένον εἰς ; ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ δυνάμεσιν καὶ ; τέρασιν καὶ ; σημείοις οἷς ; ἐποίησεν ὁ ; θεὸς δι᾽ ; αὐτοῦ ἐν μέσῳ ; ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ καὶ οἴδατε,