ك
إصحاح
G2452
G2453. ioudaios
G2454
المعنى المختصر للكلمة
ioudaios: Judæan, i.e. belonging to Jehudah
اللفظ الأصلي Ἰουδαῖος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ioudaios (ee-oo-dah-yos)
تكرار الورود في الكتاب 189 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Judæan, i.e. belonging to Jehudah

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jew(-ess) of Judæa

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οἱ ; Ἰουδαῖοι (32×) τῶν ; Ἰουδαίων (21×) τῶν ; Ἰουδαίων, (10×) τοῖς ; Ἰουδαίοις (10×) Ἰουδαίων (9×) τῶν ; Ἰουδαίων. (9×) Ἰουδαῖοι (8×) Ἰουδαίους (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (189 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ إِنَّ الْجُنْدَ وَالْقَائِدَ وَخُدَّامَ الْيَهُودِ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ وَأَوْثَقُوهُ،
οὖν Ἡ ; σπεῖρα καὶ ; ὁ ; χιλίαρχος καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται τῶν ; Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἔδησαν ; αὐτὸν
وَكَانَ قَيَافَا هُوَ الَّذِي أَشَارَ عَلَى الْيَهُودِ أَنَّهُ خَيْرٌ أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ.
ἦν ; δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἀπολέσθαι ἄνθρωπον ἕνα ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ.¶
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَنَا كَلَّمْتُ الْعَالَمَ عَلاَنِيَةً. أَنَا عَلَّمْتُ كُلَّ حِينٍ فِي الْمَجْمَعِ وَفِي الْهَيْكَلِ حَيْثُ يَجْتَمِعُ الْيَهُودُ دَائِمًا. وَفِي الْخَفَاءِ لَمْ أَتَكَلَّمْ بِشَيْءٍ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλάλησα τῷ ; κόσμῳ. παρρησίᾳ ἐγὼ ἐδίδαξα πάντοτε ἐν τῇ ; συναγωγῇ καὶ ; ἐν τῷ ; ἱερῷ ὅπου συνέρχονται, οἱ ; Ἰουδαῖοι πάντοτε καὶ ; ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα ; οὐδέν.
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاحْكُمُوا عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِكُمْ. فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لاَ يَجُوزُ لَنَا أَنْ نَقْتُلَ أَحَدًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; κρίνατε αὐτόν. κατὰ τὸν ; νόμον ; ὑμῶν εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν ἀποκτεῖναι οὐδένα·
ثُمَّ دَخَلَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَدَعَا يَسُوعَ، وَقَالَ لَهُ: أنْتَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
οὖν Εἰσῆλθεν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; ἐφώνησεν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων;
أَجَابَهُ بِيلاَطُسُ: أَلَعَلِّي أَنَا يَهُودِيٌّ. أُمَّتُكَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ أَسْلَمُوكَ إِلَيَّ. مَاذَا فَعَلْتَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ ; εἰμι; Ἰουδαῖός τὸ ; ἔθνος ; τὸ ; σὸν καὶ ; οἱ ; ἀρχιερεῖς παρέδωκάν ; σε ἐμοί· τί ἐποίησας;¶
أَجَابَ يَسُوعُ: مَمْلَكَتِي لَيْسَتْ مِنْ هذَا الْعَالَمِ. لَوْ كَانَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هذَا الْعَالَمِ، لَكَانَ خُدَّامِي يُجَاهِدُونَ لِكَيْ لاَ أُسَلَّمَ إِلَى الْيَهُودِ. وَلكِنِ الآنَ لَيْسَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هُنَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ οὐκ ; ἔστιν ἐκ τούτου· τοῦ ; κόσμου εἰ ἦν βασιλεία ; ἡ ; ἐμή, ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου ἂν οἱ ; ὑπηρέται ; οἱ ; ἐμοὶ ἠγωνίζοντο ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· δὲ νῦν οὐκ ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ ἔστιν ; ἐντεῦθεν.¶
قَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: مَا هُوَ الْحَقُّ.. وَلَمَّا قَالَ هذَا خَرَجَ أَيْضًا إِلَى الْيَهُودِ وَقَالَ لَهُمْ: أَنَا لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; καὶ εἰπὼν τοῦτο ἐξῆλθεν πάλιν πρὸς τοὺς ; Ἰουδαίους καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
وَلَكُمْ عَادَةٌ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ وَاحِدًا فِي الْفِصْحِ. أَفَتُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ مَلِكَ الْيَهُودِ..
ἔστιν ; δὲ ; ὑμῖν συνήθεια ἵνα ἀπολύσω ὑμῖν ἕνα ἐν τῷ ; πάσχα· βούλεσθε ; οὖν ἀπολύσω ὑμῖν τὸν ; βασιλέα τῶν ; Ἰουδαίων;
وَكَانُوا يَقُولُونَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.. وَكَانُوا يَلْطِمُونَهُ.
καὶ ; ἔλεγον· χαῖρε, ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων. καὶ ; ἐδίδοσαν ; αὐτῷ ; ῥαπίσματα.¶
أَجَابَهُ الْيَهُودُ: لَنَا نَامُوسٌ، وَحَسَبَ نَامُوسِنَا يَجِبُ أَنْ يَمُوتَ، لأَنَّهُ جَعَلَ نَفْسَهُ ابْنَ اللهِ.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· ἡμεῖς ; ἔχομεν, νόμον καὶ ; κατὰ τὸν ; νόμον ; ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἐποίησεν.¶ ἑαυτὸν υἱὸν θεοῦ
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
وَكَانَ اسْتِعْدَادُ الْفِصْحِ، وَنَحْوُ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ. فَقَالَ لِلْيَهُودِ: هُوَذَا مَلِكُكُمْ..
ἦν ; δὲ παρασκευὴ τοῦ ; πάσχα, δὲ; ὡσεὶ ὥρα ἕκτη. καὶ ; λέγει τοῖς ; Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ ; βασιλεὺς ; ὑμῶν.
وَكَتَبَ بِيلاَطُسُ عُنْوَانًا وَوَضَعَهُ عَلَى الصَّلِيبِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ مَلِكُ الْيَهُودِ.
Ἔγραψεν ; καὶ ὁ ; Πιλᾶτος τίτλον καὶ ; ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ. ἦν ; δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
فَقَرَأَ هذَا الْعُنْوَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْمَكَانَ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ يَسُوعُ كَانَ قَرِيبًا مِنَ الْمَدِينَةِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا بِالْعِبْرَانِيَّةِ وَالْيُونَانِيَّةِ وَالّلاَتِينِيَّةِ.
οὖν ; ἀνέγνωσαν τοῦτον τὸν ; τίτλον πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ὁ ; τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἦν ἐγγὺς τῆς ; πόλεως καὶ ; ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί.¶ Ῥωμαϊστί,
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
فَأَخَذَا جَسَدَ يَسُوعَ، وَلَفَّاهُ بِأَكْفَانٍ مَعَ الأَطْيَابِ، كَمَا لِلْيَهُودِ عَادَةٌ أَنْ يُكَفِّنُوا.
ἔλαβον ; οὖν τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἔδησαν ; αὐτὸ ὀθονίοις μετὰ τῶν ; ἀρωμάτων, καθὼς τοῖς ; Ἰουδαίοις ἔθος ἐστὶν ἐνταφιάζειν.¶
فَهُنَاكَ وَضَعَا يَسُوعَ لِسَبَبِ اسْتِعْدَادِ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْقَبْرَ كَانَ قَرِيبًا.
ἐκεῖ ; οὖν ἔθηκαν τὸν ; Ἰησοῦν.¶ διὰ τὴν ; παρασκευὴν τῶν ; Ἰουδαίων, ὅτι τὸ ; μνημεῖον, ἦν ἐγγὺς
وَلَمَّا كَانَتْ عَشِيَّةُ ذلِكَ الْيَوْمِ، وَهُوَ أَوَّلُ الأُسْبُوعِ، وَكَانَتِ الأَبْوَابُ مُغَلَّقَةً حَيْثُ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، جَاءَ يَسُوعُ وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ، وَقَالَ لَهُمْ: سَلاَمٌ لَكُمْ.
Οὔσης ; οὖν ὀψίας ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων καὶ ; τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
وَكَانَ يَهُودٌ رِجَالٌ أَتْقِيَاءُ مِنْ كُلِّ أُمَّةٍ تَحْتَ السَّمَاءِ سَاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
Ἦσαν ; δὲ Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ; ὑπὸ τὸν ; οὐρανόν. κατοικοῦντες ἐν Ἰερουσαλὴμ
وَفَرِيجِيَّةَ وَبَمْفِيلِيَّةَ وَمِصْرَ، وَنَوَاحِيَ لِيبِيَّةَ الَّتِي نَحْوَ الْقَيْرَوَانِ، وَالرُّومَانِيُّونَ الْمُسْتَوْطِنُونَ يَهُودٌ وَدُخَلاَءُ،
Φρυγίαν τε ; καὶ ; Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ ; τὰ ; μέρη τῆς ; Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην καὶ ; οἱ ; Ῥωμαῖοι, ἐπιδημοῦντες Ἰουδαῖοί τε ; καὶ ; προσήλυτοι,
فَوَقَفَ بُطْرُسُ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ وَرَفَعَ صَوْتَهُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْيَهُودُ وَالسَّاكِنُونَ فِي أُورُشَلِيمَ أَجْمَعُونَ، لِيَكُنْ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ وَأَصْغُوا إِلَى كَلاَمِي،
Σταθεὶς ; δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ; ἕνδεκα ἐπῆρεν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ ; οἱ ; κατοικοῦντες Ἰερουσαλὴμ ἅπαντες ἔστω τοῦτο γνωστὸν ὑμῖν καὶ ; ἐνωτίσασθε τὰ ; ῥήματά ; μου.
وَأَمَّا شَاوُلُ فَكَانَ يَزْدَادُ قُوَّةً، وَيُحَيِّرُ الْيَهُودَ السَّاكِنِينَ فِي دِمَشْقَ مُحَقِّقًا أَنَّ هذَا هُوَ الْمَسِيحُ.
δὲ Σαῦλος μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ ; συνέχυννεν τοὺς ; Ἰουδαίους τοὺς ; κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός.
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامٌ كَثِيرَةٌ تَشَاوَرَ الْيَهُودُ لِيَقْتُلُوهُ،
ὡς ; δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν ; αὐτόν·
فَقَالُوا: إِنَّ كَرْنِيلِيُوسَ قَائِدَ مِئَةٍ، رَجُلاً بَارًّا وَخَائِفَ اللهِ وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ كُلِّ أُمَّةِ الْيَهُودِ، أُوحِيَ إِلَيْهِ بِمَلاَكٍ مُقَدَّسٍ أَنْ يَسْتَدْعِيَكَ إِلَى بَيْتِهِ وَيَسْمَعَ مِنْكَ كَلاَمًا.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Κορνήλιος ἑκατοντάρχης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ ; φοβούμενος τὸν ; θεὸν μαρτυρούμενός ὑπὸ ὅλου τοῦ ; ἔθνους τῶν ; Ἰουδαίων, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ; ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί ; σε εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀκοῦσαι παρὰ ; σοῦ. ῥήματα
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ كَيْفَ هُوَ مُحَرَّمٌ عَلَى رَجُل يَهُودِيٍّ أَنْ يَلْتَصِقَ بِأَحَدٍ أَجْنَبِيٍّ أَوْ يَأْتِيَ إِلَيْهِ. وَأَمَّا أَنَا فَقَدْ أَرَانِي اللهُ أَنْ لاَ أَقُولَ عَنْ إِنْسَانٍ مَا إِنَّهُ دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
ἔφη ; τε πρὸς ; αὐτούς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ὡς ἐστιν ἀθέμιτόν ἀνδρὶ Ἰουδαίῳ κολλᾶσθαι ἀλλοφύλῳ· ἢ προσέρχεσθαι κἀμοὶ ἔδειξεν ὁ ; θεὸς μηδένα λέγειν ἄνθρωπον, κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον