المعنى المختصر للكلمة
ioudaios:
Judæan, i.e. belonging
to Jehudah
اللفظ الأصلي
Ἰουδαῖος
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ioudaios
(ee-oo-dah-yos)
تكرار الورود في الكتاب
189
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
Judæan, i.e. belonging to Jehudah
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jew(-ess)
of Judæa
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
οἱ ; Ἰουδαῖοι (32×)
τῶν ; Ἰουδαίων (21×)
τῶν ; Ἰουδαίων, (10×)
τοῖς ; Ἰουδαίοις (10×)
Ἰουδαίων (9×)
τῶν ; Ἰουδαίων. (9×)
Ἰουδαῖοι (8×)
Ἰουδαίους (7×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (189 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 18: 14
Act.18.14
وَإِذْ كَانَ بُولُسُ مُزْمِعًا أَنْ يَفْتَحَ فَاهُ قَالَ غَالِيُونُ لِلْيَهُودِ: لَوْ كَانَ ظُلْمًا أَوْ خُبْثًا رَدِيًّا أَيُّهَا الْيَهُودُ، لَكُنْتُ بِالْحَقِّ قَدِ احْتَمَلْتُكُمْ.
δὲ τοῦ ; Παύλου Μέλλοντος ἀνοίγειν τὸ ; στόμα εἶπεν ὁ ; Γαλλίων πρὸς ; τοὺς ; Ἰουδαίους· εἰ ; μὲν ; οὖν ἦν ἀδίκημά ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρόν, ὦ Ἰουδαῖοι, ἂν κατὰ ; λόγον ἠνεσχόμην; ὑμῶν·
أعمال الرسل 18: 19
Act.18.19
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
أعمال الرسل 18: 28
Act.18.28
لأَنَّهُ كَانَ بِاشْتِدَادٍ يُفْحِمُ الْيَهُودَ جَهْرًا، مُبَيِّنًا بِالْكُتُبِ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ.
γὰρ εὐτόνως διακατηλέγχετο τοῖς ; Ἰουδαίοις δημοσίᾳ ἐπιδεικνὺς διὰ ; τῶν ; γραφῶν τὸν ; Ἰησοῦν.¶ εἶναι χριστὸν
أعمال الرسل 19: 13
Act.19.13
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος
أعمال الرسل 19: 14
Act.19.14
وَكَانَ سَبْعََةُ بَنِينَ لِسَكَاوَا، رَجُل يَهُودِيٍّ رَئِيسِ كَهَنَةٍ، الَّذِينَ فَعَلُوا هذَا.
ἦσαν ; δέ ἑπτὰ οἱ ; υἱοὶ τινές; Σκευᾶ Ἰουδαίου ἀρχιερέως ποιοῦντες. τοῦτο
أعمال الرسل 19: 17
Act.19.17
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
أعمال الرسل 19: 33
Act.19.33
فَاجْتَذَبُوا إِسْكَنْدَرَ مِنَ الْجَمْعِ، وَكَانَ الْيَهُودُ يَدْفَعُونَهُ. فَأَشَارَ إِسْكَنْدَرُ بِيَدِهِ يُرِيدُ أَنْ يَحْتَجَّ لِلشَّعْبِ.
δὲ ; προεβίβασαν Ἀλέξανδρον ἐκ τοῦ ; ὄχλου τῶν ; Ἰουδαίων· προβαλόντων ; αὐτὸν δὲ ; κατασείσας Ἀλέξανδρος τὴν ; χεῖρα ἤθελεν ἀπολογεῖσθαι τῷ ; δήμῳ.
أعمال الرسل 19: 34
Act.19.34
فَلَمَّا عَرَفُوا أَنَّهُ يَهُودِيٌّ، صَارَ صَوْتٌ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمِيعِ صَارِخِينَ نَحْوَ مُدَّةِ سَاعَتَيْنِ: عَظِيمَةٌ هِيَ أَرْطَامِيسُ الأَفَسُسِيِّينَ..
δὲ ἐπιγνόντων ὅτι ; ἐστιν, Ἰουδαῖός ἐγένετο φωνὴ μία ἐκ πάντων κραζόντων· ὡς ἐπὶ δύο ; ὥρας μεγάλη ἡ ; Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
أعمال الرسل 20: 3
Act.20.3
فَصَرَفَ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ. ثُمَّ إِذْ حَصَلَتْ مَكِيدَةٌ مِنَ الْيَهُودِ عَلَيْهِ، وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَصْعَدَ إِلَى سُورِيَّةَ، صَارَ رَأْيٌ أَنْ يَرْجعَ عَلَى طَرِيقِ مَكِدُونِيَّةَ.
ποιήσας ; τε τρεῖς, μῆνας γενομένης ἐπιβουλῆς ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων αὐτῷ μέλλοντι ἀνάγεσθαι εἰς τὴν ; Συρίαν, ἐγένετο γνώμη τοῦ ; ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας.
أعمال الرسل 20: 19
Act.20.19
أَخْدِمُ الرَّبَّ بِكُلِّ تَوَاضُعٍ وَدُمُوعٍ كَثِيرَةٍ، وَبِتَجَارِبَ أَصَابَتْنِي بِمَكَايِدِ الْيَهُودِ.
δουλεύων τῷ ; κυρίῳ μετὰ ; πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ; δακρύων πολλῶν καὶ ; πειρασμῶν τῶν ; συμβάντων ; μοι ἐν ; ταῖς ; ἐπιβουλαῖς τῶν ; Ἰουδαίων·
أعمال الرسل 21: 11
Act.21.11
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
أعمال الرسل 21: 20
Act.21.20
فَلَمَّا سَمِعُوا كَانُوا يُمَجِّدُونَ الرَّبَّ. وَقَالُوا لَهُ: أَنْتَ تَرَى أَيُّهَا الأَخُ كَمْ يُوجَدُ رَبْوَةً مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا، وَهُمْ جَمِيعًا غَيُورُونَ لِلنَّامُوسِ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν ; κύριον εἶπόν ; τε αὐτῷ· θεωρεῖς ἀδελφέ, πόσαι εἰσὶν μυριάδες ἐν ; τοῖς ; Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων καὶ πάντες ζηλωταὶ ; ὑπάρχουσιν. τοῦ ; νόμου
أعمال الرسل 21: 21
Act.21.21
وَقَدْ أُخْبِرُوا عَنْكَ أَنَّكَ تُعَلِّمُ جَمِيعَ الْيَهُودِ الَّذِينَ بَيْنَ الأُمَمِ الارْتِدَادَ عَنْ مُوسَى، قَائِلاً أَنْ لاَ يَخْتِنُوا أَوْلاَدَهُمْ وَلاَ يَسْلُكُوا حَسَبَ الْعَوَائِدِ.
κατηχήθησαν ; δὲ περὶ ; σοῦ ὅτι ; διδάσκεις πάντας Ἰουδαίους τοὺς κατὰ τὰ ; ἔθνη ἀποστασίαν ἀπὸ Μωϋσέως λέγων μὴ ; περιτέμνειν τὰ ; τέκνα μηδὲ περιπατεῖν. τοῖς ἔθεσιν
أعمال الرسل 21: 27
Act.21.27
وَلَمَّا قَارَبَتِ الأَيَّامُ السَّبْعَةُ أَنْ تَتِمَّ، رَآهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ أَسِيَّا فِي الْهَيْكَلِ، فَأَهَاجُوا كُلَّ الْجَمْعِ وَأَلْقَوْا عَلَيْهِ الأَيَادِيَ
ὡς ; δὲ ἔμελλον αἱ ; ἡμέραι ἑπτὰ συντελεῖσθαι, οἱ ; θεασάμενοι ; αὐτὸν Ἰουδαῖοι ἀπὸ τῆς ; Ἀσίας ἐν τῷ ; ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ; ὄχλον καὶ ; ἐπέβαλον ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας
أعمال الرسل 21: 39
Act.21.39
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
أعمال الرسل 22: 3
Act.22.3
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
أعمال الرسل 22: 12
Act.22.12
ثُمَّ إِنَّ حَنَانِيَّا رَجُلاً تَقِيًّا حَسَبَ النَّامُوسِ، وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِ السُّكَّانِ
δέ Ἁνανίας τις, ; ἀνὴρ εὐσεβὴς κατὰ τὸν ; νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν ; Ἰουδαίων, κατοικούντων
أعمال الرسل 22: 30
Act.22.30
وَفِي الْغَدِ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ: لِمَاذَا يَشْتَكِي الْيَهُودُ حَلَّهُ مِنَ الرِّبَاطِ، وَأَمَرَ أَنْ يَحْضُرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَكُلُّ مَجْمَعِهِمْ. فَأَحْدَرَ بُولُسَ وَأَقَامَهُ لَدَيْهِمْ.
Τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλές, τὸ ; τί κατηγορεῖται παρὰ; τῶν ; Ἰουδαίων, ἔλυσεν ; αὐτὸν ἀπὸ τῶν ; δεσμῶν καὶ ; ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ὅλον τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν, καταγαγὼν τὸν ; Παῦλον ἔστησεν εἰς ; αὐτούς.¶
أعمال الرسل 23: 12
Act.23.12
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ صَنَعَ بَعْضُ الْيَهُودِ اتِّفَاقًا، وَحَرَمُوا أَنْفُسَهُمْ قَائِلِينَ: إِنَّهُمْ لاَ يَأْكُلُونَ وَلاَ يَشْرَبُونَ حَتَّى يَقْتُلُوا بُولُسَ.
δὲ ; Γενομένης ἡμέρας ποιήσαντες τινες τῶν; τὸν Ἰουδαίων συστροφὴν ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς λέγοντες μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως ; οὗ ἀποκτείνωσιν τὸν ; Παῦλον.
أعمال الرسل 23: 20
Act.23.20
فَقَالَ: إِنَّ الْيَهُودَ تَعَاهَدُوا أَنْ يَطْلُبُوا مِنْكَ أَنْ تُنْزِلَ بُولُسَ غَدًا إِلَى الْمَجْمَعِ، كَأَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَسْتَخْبِرُوا عَنْهُ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
εἶπεν ; δὲ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ; ἐρωτῆσαί σε καταγάγῃς τὸν ; Παῦλον αὔριον εἰς τὸ ; συνέδριον ὡς μέλλοντές πυνθάνεσθαι περὶ ; αὐτοῦ. τι ; ἀκριβέστερον
أعمال الرسل 23: 27
Act.23.27
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
أعمال الرسل 23: 30
Act.23.30
ثُمَّ لَمَّا أُعْلِمْتُ بِمَكِيدَةٍ عَتِيدَةٍ أَنْ تَصِيرَ عَلَى الرَّجُلِ مِنَ الْيَهُودِ، أَرْسَلْتُهُ لِلْوَقْتِ إِلَيْكَ، آمِرًا الْمُشْتَكِينَ أَيْضًا أَنْ يَقُولُوا لَدَيْكَ مَا عَلَيْهِ. كُنْ مُعَافىً.
δέ μηνυθείσης ; μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ; ἄνδρα ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων ἔπεμψα ἐξαυτῆς πρὸς ; σὲ παραγγείλας τοῖς ; κατηγόροις καὶ λέγειν ἐπὶ ; σοῦ. τὰ ; πρὸς ; αὐτὸν ἔρρωσο¶
أعمال الرسل 24: 5
Act.24.5
فَإِنَّنَا إِذْ وَجَدْنَا هذَا الرَّجُلَ مُفْسِدًا وَمُهَيِّجَ فِتْنَةٍ بَيْنَ جَمِيعِ الْيَهُودِ الَّذِينَ فِي الْمَسْكُونَةِ، وَمِقْدَامَ شِيعَةِ النَّاصِرِيِّينَ،
εὑρόντες ; γὰρ τοῦτον τὸν ; ἄνδρα λοιμὸν καὶ ; κινοῦντα στάσιν πᾶσιν τοῖς ; Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν ; οἰκουμένην πρωτοστάτην ; τε τῆς ; αἱρέσεως· τῶν ; Ναζωραίων
أعمال الرسل 24: 9
Act.24.9
ثُمَّ وَافَقَهُ الْيَهُودُ أَيْضًا قَائِلِينَ: إِنَّ هذِهِ الأُمُورَ هكَذَا.
δὲ συνέθεντο οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ φάσκοντες ταῦτα οὕτως ; ἔχειν.¶
أعمال الرسل 24: 18
Act.24.18
وَفِي ذلِكَ وَجَدَنِي مُتَطَهِّرًا فِي الْهَيْكَلِ، لَيْسَ مَعَ جَمْعٍ وَلاَ مَعَ شَغَبٍ، قَوْمٌ هُمْ يَهُودٌ مِنْ أَسِيَّا،
ἐν ; οἷς εὗρόν ; με ἡγνισμένον ἐν τῷ ; ἱερῷ οὐ μετὰ ὄχλου οὐδὲ μετὰ θορύβου, τινὲς Ἰουδαῖοι, ἀπὸ τῆς ; Ἀσίας
أعمال الرسل 24: 24
Act.24.24
ثُمَّ بَعْدَ أَيَّامٍ جَاءَ فِيلِكْسُ مَعَ دُرُوسِّلاَ امْرَأَتِهِ، وَهِيَ يَهُودِيَّةٌ. فَاسْتَحْضَرَ بُولُسَ وَسَمِعَ مِنْهُ عَنِ الإِيمَانِ بِالْمَسِيحِ.
δὲ Μετὰ ἡμέρας ; τινὰς παραγενόμενος ὁ ; Φῆλιξ σὺν Δρουσίλλῃ τῇ ; αὐτοῦ; γυναικὶ οὔσῃ Ἰουδαίᾳ μετεπέμψατο τὸν ; Παῦλον καὶ ; ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ τῆς ; πίστεως. εἰς ; Χριστὸν
أعمال الرسل 24: 27
Act.24.27
وَلكِنْ لَمَّا كَمِلَتْ سَنَتَانِ، قَبِلَ فِيلِكْسُ بُورْكِيُوسَ فَسْتُوسَ خَلِيفَةً لَهُ. وَإِذْ كَانَ فِيلِكْسُ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، تَرَكَ بُولُسَ مُقَيَّدًا.
δὲ πληρωθείσης Διετίας ἔλαβεν ὁ ; Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον, διάδοχον τε ὁ ; Φῆλιξ θέλων καταθέσθαι τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριτας κατέλιπεν τὸν ; Παῦλον δεδεμένον.¶
أعمال الرسل 25: 2
Act.25.2
فَعَرَضَ لَهُ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَوُجُوهُ الْيَهُودِ ضِدَّ بُولُسَ، وَالْتَمَسُوا مِنْهُ
ἐνεφάνισάν ; δὲ αὐτῷ ὁ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ ; πρῶτοι τῶν ; Ἰουδαίων κατὰ τοῦ ; Παύλου καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν
أعمال الرسل 25: 7
Act.25.7
فَلَمَّا حَضَرَ، وَقَفَ حَوْلَهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ كَانُوا قَدِ انْحَدَرُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَقَدَّمُوا عَلَى بُولُسَ دَعَاوِيَ كَثِيرَةً وَثَقِيلَةً لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُبَرْهِنُوهَا.
Παραγενομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περιέστησαν ; αὐτὸν οἱ ; Ἰουδαῖοι αὐτὸν ; καταβεβηκότες ἀπὸ Ἱεροσολύμων φέροντες κατὰ τοῦ ; Παῦλου, αἰτιώματα πολλὰ καὶ ; βαρέα ἃ ; οὐκ ἴσχυον ἀποδεῖξαι,
أعمال الرسل 25: 8
Act.25.8
إِذْ كَانَ هُوَ يَحْتَجُّ: أَنِّي مَا أَخْطَأْتُ بِشَيْءٍ، لاَ إِلَى نَامُوسِ الْيَهُودِ وَلاَ إِلَى الْهَيْكَلِ وَلاَ إِلَى قَيْصَرَ.
ἀπολογουμένου ; αὐτοῦ ὅτι τι ; ἥμαρτον.¶ οὔτε εἰς τὸν ; νόμον τῶν ; Ἰουδαίων οὔτε εἰς τὸ ; ἱερὸν οὔτε εἰς Καίσαρά