المعنى المختصر للكلمة
iēsous:
Jesus (i.e. Jehoshua), the name of our Lord
and two (three) other Israelites
اللفظ الأصلي
Ἰησοῦς
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
iēsous
(ee-ay-sooce)
تكرار الورود في الكتاب
946
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
Jesus (i.e. Jehoshua), the name of our Lord and two (three) other Israelites
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jesus
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὁ ; Ἰησοῦς (255×)
Ἰησοῦ (184×)
ὁ ; Ἰησοῦς· (105×)
Ἰησοῦς (62×)
Ἰησοῦν (47×)
τὸν ; Ἰησοῦν (46×)
τοῦ ; Ἰησοῦ (26×)
Ὁ ; Ἰησοῦς (25×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (946 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 18: 37
Jhn.18.37
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
يوحنا 19: 1
Jhn.19.1
فَحِينَئِذٍ أَخَذَ بِيلاَطُسُ يَسُوعَ وَجَلَدَهُ.
Τότε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Πιλᾶτος τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐμαστίγωσεν.
يوحنا 19: 5
Jhn.19.5
فَخَرَجَ يَسُوعُ خَارِجًا وَهُوَ حَامِلٌ إِكْلِيلَ الشَّوْكِ وَثَوْبَ الأُرْجُوانِ. فَقَالَ لَهُمْ هُوَذَا الإِنْسَانُ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ; στέφανον ἀκάνθινον καὶ ; τὸ ; ἱμάτιον. πορφυροῦν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ; ἄνθρωπος.
يوحنا 19: 9
Jhn.19.9
فَدَخَلَ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَقَالَ لِيَسُوعَ: مِنْ أَيْنَ أَنْتَ.. وَأَمَّا يَسُوعُ فَلَمْ يُعْطِهِ جَوَابًا.
καὶ ; εἰσῆλθεν πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; λέγει τῷ ; Ἰησοῦ· πόθεν εἶ ; σύ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ. ἀπόκρισιν
يوحنا 19: 9
Jhn.19.9
فَدَخَلَ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَقَالَ لِيَسُوعَ: مِنْ أَيْنَ أَنْتَ.. وَأَمَّا يَسُوعُ فَلَمْ يُعْطِهِ جَوَابًا.
καὶ ; εἰσῆλθεν πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; λέγει τῷ ; Ἰησοῦ· πόθεν εἶ ; σύ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ. ἀπόκρισιν
يوحنا 19: 11
Jhn.19.11
أَجَابَ يَسُوعُ: لَمْ يَكُنْ لَكَ عَلَيَّ سُلْطَانٌ الْبَتَّةَ، لَوْ لَمْ تَكُنْ قَدْ أُعْطِيتَ مِنْ فَوْقُ. لِذلِكَ الَّذِي أَسْلَمَنِي إِلَيْكَ لَهُ خَطِيَّةٌ أَعْظَمُ.
ἀπεκρίθη ὁ; Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες κατ᾽ ; ἐμοῦ ἐξουσίαν οὐδεμίαν, εἰ ; μὴ ἦν δεδομένον ; σοι ἄνωθεν· διὰ ; τοῦτο ὁ παραδιδούς; μέ σοι ἔχει. ἁμαρτίαν μείζονα
يوحنا 19: 13
Jhn.19.13
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ هذَا الْقَوْلَ أَخْرَجَ يَسُوعَ، وَجَلَسَ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ فِي مَوْضِعٍ يُقَالُ لَهُ الْبَلاَطُ وَبِالْعِبْرَانِيَّةِ جَبَّاثَا.
οὖν ἀκούσας Ὁ ; Πιλᾶτος τοῦτον τὸν; λόγον ἤγαγεν ; ἔξω τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ ; βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ ; δὲ Γαββαθα.
يوحنا 19: 16
Jhn.19.16
فَحِينَئِذٍ أَسْلَمَهُ إِلَيْهِمْ لِيُصْلَبَ. فَأَخَذُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ.
Τότε ; οὖν παρέδωκεν ; αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα ; σταυρωθῇ. παρέλαβον ; δὲ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀπήγαγον·
يوحنا 19: 18
Jhn.19.18
حَيْثُ صَلَبُوهُ، وَصَلَبُوا اثْنَيْنِ آخَرَيْنِ مَعَهُ مِنْ هُنَا وَمِنْ هُنَا، وَيَسُوعُ فِي الْوَسْطِ.
ὅπου αὐτὸν ; ἐσταύρωσαν καὶ δύο ἄλλους μετ᾽ ; αὐτοῦ ἐντεῦθεν καὶ ; ἐντεῦθεν, δὲ ; τὸν ; Ἰησοῦν.¶ μέσον
يوحنا 19: 19
Jhn.19.19
وَكَتَبَ بِيلاَطُسُ عُنْوَانًا وَوَضَعَهُ عَلَى الصَّلِيبِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ مَلِكُ الْيَهُودِ.
Ἔγραψεν ; καὶ ὁ ; Πιλᾶτος τίτλον καὶ ; ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ. ἦν ; δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
يوحنا 19: 20
Jhn.19.20
فَقَرَأَ هذَا الْعُنْوَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْمَكَانَ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ يَسُوعُ كَانَ قَرِيبًا مِنَ الْمَدِينَةِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا بِالْعِبْرَانِيَّةِ وَالْيُونَانِيَّةِ وَالّلاَتِينِيَّةِ.
οὖν ; ἀνέγνωσαν τοῦτον τὸν ; τίτλον πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ὁ ; τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἦν ἐγγὺς τῆς ; πόλεως καὶ ; ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί.¶ Ῥωμαϊστί,
يوحنا 19: 23
Jhn.19.23
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
يوحنا 19: 25
Jhn.19.25
وَكَانَتْ وَاقِفَاتٍ عِنْدَ صَلِيبِ يَسُوعَ، أُمُّهُ، وَأُخْتُ أُمِّهِ مَرْيَمُ زَوْجَةُ كِلُوبَا، وَمَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ.
Εἱστήκεισαν ; δὲ παρὰ τῷ ; σταυρῷ τοῦ ; Ἰησοῦ ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; ἡ ; ἀδελφὴ τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ ; Κλωπᾶ καὶ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνή.¶
يوحنا 19: 26
Jhn.19.26
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أُمَّهُ، وَالتِّلْمِيذَ الَّذِي كَانَ يُحِبُّهُ وَاقِفًا، قَالَ لأُمِّهِ: يَا امْرَأَةُ، هُوَذَا ابْنُكِ.
οὖν ἰδὼν Ἰησοῦς τὴν ; μητέρα καὶ ; τὸν ; μαθητὴν ὃν ἠγάπα, παρεστῶτα λέγει τῇ ; μητρί ; αὐτοῦ· γύναι, ἰδοὺ ὁ ; υἱός ; σου.
يوحنا 19: 28
Jhn.19.28
بَعْدَ هذَا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ كَمَلَ، فَلِكَيْ يَتِمَّ الْكِتَابُ قَالَ: أَنَا عَطْشَانُ.
Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; ἤδη πάντα τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ ; γραφή, λέγει· διψῶ.
يوحنا 19: 30
Jhn.19.30
فَلَمَّا أَخَذَ يَسُوعُ الْخَلَّ قَالَ: قَدْ أُكْمِلَ. وَنَكَّسَ رَأْسَهُ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
ὅτε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸ ; ὄξος εἶπεν· τετέλεσται. καὶ ; κλίνας τὴν ; κεφαλὴν παρέδωκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
يوحنا 19: 33
Jhn.19.33
وَأَمَّا يَسُوعُ فَلَمَّا جَاءُوا إِلَيْهِ لَمْ يَكْسِرُوا سَاقَيْهِ، لأَنَّهُمْ رَأَوْهُ قَدْ مَاتَ.
δὲ τὸν ; Ἰησοῦν ἐλθόντες, ἐπὶ οὐ κατέαξαν αὐτοῦ ; τὰ ; σκέλη, ὡς εἶδον ; αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα,
يوحنا 19: 38
Jhn.19.38
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
يوحنا 19: 38
Jhn.19.38
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
يوحنا 19: 39
Jhn.19.39
وَجَاءَ أَيْضًا نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي أَتَى أَوَّلاً إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً، وَهُوَ حَامِلٌ مَزِيجَ مُرّ وَعُودٍ نَحْوَ مِئَةِ مَنًا.
ἦλθεν ; δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν τὸ ; πρῶτον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ; ἀλόης ὡσεὶ ἑκατόν.¶ λίτρας
يوحنا 19: 40
Jhn.19.40
فَأَخَذَا جَسَدَ يَسُوعَ، وَلَفَّاهُ بِأَكْفَانٍ مَعَ الأَطْيَابِ، كَمَا لِلْيَهُودِ عَادَةٌ أَنْ يُكَفِّنُوا.
ἔλαβον ; οὖν τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἔδησαν ; αὐτὸ ὀθονίοις μετὰ τῶν ; ἀρωμάτων, καθὼς τοῖς ; Ἰουδαίοις ἔθος ἐστὶν ἐνταφιάζειν.¶
يوحنا 19: 42
Jhn.19.42
فَهُنَاكَ وَضَعَا يَسُوعَ لِسَبَبِ اسْتِعْدَادِ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْقَبْرَ كَانَ قَرِيبًا.
ἐκεῖ ; οὖν ἔθηκαν τὸν ; Ἰησοῦν.¶ διὰ τὴν ; παρασκευὴν τῶν ; Ἰουδαίων, ὅτι τὸ ; μνημεῖον, ἦν ἐγγὺς
يوحنا 20: 2
Jhn.20.2
فَرَكَضَتْ وَجَاءَتْ إِلَى سِمْعَانَ بُطْرُسَ وَإِلَى التِّلْمِيذِ الآخَرِ الَّذِي كَانَ يَسُوعُ يُحِبُّهُ، وَقَالَتْ لَهُمَا: أَخَذُوا السَّيِّدَ مِنَ الْقَبْرِ، وَلَسْنَا نَعْلَمُ أَيْنَ وَضَعُوهُ..
τρέχει ; οὖν καὶ ; ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ ; πρὸς τὸν ; μαθητὴν ἄλλον ὃν ὁ ; Ἰησοῦς ἐφίλει καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἦραν τὸν ; κύριον ἐκ τοῦ ; μνημείου, καὶ ; οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν ; αὐτόν.¶
يوحنا 20: 12
Jhn.20.12
فَنَظَرَتْ مَلاَكَيْنِ بِثِيَابٍ بِيضٍ جَالِسَيْنِ وَاحِدًا عِنْدَ الرَّأْسِ وَالآخَرَ عِنْدَ الرِّجْلَيْنِ، حَيْثُ كَانَ جَسَدُ يَسُوعَ مَوْضُوعًا.
καὶ ; θεωρεῖ δύο ; ἀγγέλους ἐν ; λευκοῖς καθεζομένους ἕνα πρὸς τῇ ; κεφαλῇ καὶ ; ἕνα πρὸς τοῖς ; ποσίν, ὅπου τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. ἔκειτο
يوحنا 20: 14
Jhn.20.14
وَلَمَّا قَالَتْ هذَا الْتَفَتَتْ إِلَى الْوَرَاءِ، فَنَظَرَتْ يَسُوعَ وَاقِفًا، وَلَمْ تَعْلَمْ أَنَّهُ يَسُوعُ.
Καὶ εἰποῦσα ταῦτα ἐστράφη εἰς τὰ ; ὀπίσω καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι ; ἐστιν. ὁ ; Ἰησοῦς
يوحنا 20: 14
Jhn.20.14
وَلَمَّا قَالَتْ هذَا الْتَفَتَتْ إِلَى الْوَرَاءِ، فَنَظَرَتْ يَسُوعَ وَاقِفًا، وَلَمْ تَعْلَمْ أَنَّهُ يَسُوعُ.
Καὶ εἰποῦσα ταῦτα ἐστράφη εἰς τὰ ; ὀπίσω καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι ; ἐστιν. ὁ ; Ἰησοῦς
يوحنا 20: 15
Jhn.20.15
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، لِمَاذَا تَبْكِينَ. مَنْ تَطْلُبِينَ. فَظَنَّتْ تِلْكَ أَنَّهُ الْبُسْتَانِيُّ، فَقَالَتْ لَهُ: يَا سَيِّدُ، إِنْ كُنْتَ أَنْتَ قَدْ حَمَلْتَهُ فَقُلْ لِي أَيْنَ وَضَعْتَهُ، وَأَنَا آخُذُهُ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; δοκοῦσα ἐκείνη ὅτι ; ἐστιν ὁ ; κηπουρός λέγει αὐτῷ· κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας ; αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας ; αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ; ἀρῶ.
يوحنا 20: 16
Jhn.20.16
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا مَرْيَمُ فَالْتَفَتَتْ تِلْكَ وَقَالَتْ لَهُ: رَبُّونِي. الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا مُعَلِّمُ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· Μαρία στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ ραββουνι, ὃ λέγεται, διδάσκαλε.
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
يوحنا 20: 19
Jhn.20.19
وَلَمَّا كَانَتْ عَشِيَّةُ ذلِكَ الْيَوْمِ، وَهُوَ أَوَّلُ الأُسْبُوعِ، وَكَانَتِ الأَبْوَابُ مُغَلَّقَةً حَيْثُ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، جَاءَ يَسُوعُ وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ، وَقَالَ لَهُمْ: سَلاَمٌ لَكُمْ.
Οὔσης ; οὖν ὀψίας ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων καὶ ; τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.