ك
إصحاح
G224
G225. alḗtheia
G226
المعنى المختصر للكلمة
alḗtheia: truth
اللفظ الأصلي ἀλήθεια
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق alḗtheia (al-ay-thi-a)
تكرار الورود في الكتاب 107 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

truth

الإنجليزية — KJV Translation Tags
true X truly truth verity

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῆς ; ἀληθείας (11×) ἀληθείας (9×) τὴν ; ἀλήθειαν (9×) ἐπ᾽ ; ἀληθείας (5×) ἐν ; ἀληθείᾳ (5×) ἀλήθειαν (5×) ἀλήθεια (4×) ἀληθείᾳ. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (107 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 22: 16 Mat.22.16
فَأَرْسَلُوا إِلَيْهِ تَلاَمِيذَهُمْ مَعَ الْهِيرُودُسِيِّينَ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ صَادِقٌ وَتُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ بِالْحَقِّ، وَلاَ تُبَالِي بِأَحَدٍ، لأَنَّكَ لاَ تَنْظُرُ إِلَى وُجُوهِ النَّاسِ.
καὶ ; ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτῶν μετὰ τῶν ; Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ; εἶ ἀληθὴς καὶ ; διδάσκεις, τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ ἐν ; ἀληθείᾳ καὶ ; οὐ μέλει ; σοι περὶ ; οὐδενός, γὰρ οὐ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων.
وَأَمَّا الْمَرْأَةُ فَجَاءَتْ وَهِيَ خَائِفَةٌ وَمُرْتَعِدَةٌ، عَالِمَةً بِمَا حَصَلَ لَهَا، فَخَرَّتْ وَقَالَتْ لَهُ الْحَقَّ كُلَّهُ.
δὲ Ἡ ; γυνὴ ἦλθεν φοβηθεῖσα καὶ ; τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ᾽ ; αὐτῇ, καὶ ; προσέπεσεν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ τὴν ; ἀλήθειαν.¶ πᾶσαν
فَلَمَّا جَاءُوا قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ صَادِقٌ وَلاَ تُبَالِي بِأَحَدٍ، لأَنَّكَ لاَ تَنْظُرُ إِلَى وُجُوهِ النَّاسِ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ. أَيَجُوزُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ. نُعْطِي أَمْ لاَ نُعْطِي.
δὲ οἱ ; ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ; εἶ ἀληθὴς καὶ ; οὐ μέλει ; σοι περὶ ; οὐδενός· γὰρ οὐ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων ἀλλ᾽ ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ ἔξεστιν δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;¶
فَقَالَ لَهُ الْكَاتِبُ: جَيِّدًا يَا مُعَلِّمُ. بِالْحَقِّ قُلْتَ، لأَنَّهُ اللهُ وَاحِدٌ وَلَيْسَ آخَرُ سِوَاهُ.
εἶπεν ; καὶ αὐτῷ ὁ ; γραμματεύς· καλῶς, διδάσκαλε, ἐπ᾽ ; ἀληθείας εἶπες ὅτι θεὸς εἷς ; ἐστιν καὶ ; οὐκ ; ἔστιν ἄλλος πλὴν ; αὐτοῦ.
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
وَلَمَّا مَضَى نَحْوُ سَاعَةٍ وَاحِدَةٍ أَكَّدَ آخَرُ قَائِلاً: بِالْحَقِّ إِنَّ هذَا أَيْضًا كَانَ مَعَهُ، لأَنَّهُ جَلِيلِيٌّ أَيْضًا..
καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς διϊσχυρίζετο ἄλλος ; τις λέγων· ἐπ᾽ ; ἀληθείας οὗτος καὶ ἦν· μετ᾽ ; αὐτοῦ γὰρ Γαλιλαῖός ; ἐστιν. καὶ
وَالْكَلِمَةُ صَارَ جَسَدًا وَحَلَّ بَيْنَنَا، وَرَأَيْنَا مَجْدَهُ، مَجْدًا كَمَا لِوَحِيدٍ مِنَ الآبِ، مَمْلُوءًا نِعْمَةً وَحَقًّا.
καὶ ; ὁ ; λόγος ἐγένετο σὰρξ καὶ ; ἐσκήνωσεν ἐν ; ἡμῖν, καὶ ; ἐθεασάμεθα τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ; ἀληθείας.¶
لأَنَّ النَّامُوسَ بِمُوسَى أُعْطِيَ، أَمَّا النِّعْمَةُ وَالْحَقُّ فَبِيَسُوعَ الْمَسِيحِ صَارَا.
ὅτι ὁ ; νόμος διὰ ; Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ ; χάρις καὶ ; ἡ ; ἀλήθεια διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.¶
وَأَمَّا مَنْ يَفْعَلُ الْحَقَّ فَيُقْبِلُ إِلَى النُّورِ، لِكَيْ تَظْهَرَ أَعْمَالُهُ أَنَّهَا بِاللهِ مَعْمُولَةٌ.
δὲ ὁ ποιῶν τὴν ; ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ ; φῶς ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ ; τὰ ; ἔργα ὅτι ἐν ; θεῷ ἐστιν ; εἰργασμένα.¶
وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ، وَهِيَ الآنَ، حِينَ السَّاجِدُونَ الْحَقِيقِيُّونَ يَسْجُدُونَ لِلآبِ بِالرُّوحِ وَالْحَقِّ، لأَنَّ الآبَ طَالِبٌ مِثْلَ هؤُلاَءِ السَّاجِدِينَ لَهُ.
ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν, νῦν ὅτε οἱ ; προσκυνηταὶ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσιν τῷ ; πατρὶ ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ· καὶ ; γὰρ ὁ ; πατὴρ ζητεῖ τοιούτους τοὺς ; προσκυνοῦντας αὐτόν.
اَللهُ رُوحٌ. وَالَّذِينَ يَسْجُدُونَ لَهُ فَبِالرُّوحِ وَالْحَقِّ يَنْبَغِي أَنْ يَسْجُدُوا.
ὁ ; θεός, πνεῦμα καὶ ; τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.¶
أَنْتُمْ أَرْسَلْتُمْ إِلَى يُوحَنَّا فَشَهِدَ لِلْحَقِّ.
ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ἰωάννην, καὶ ; μεμαρτύρηκεν τῇ ; ἀληθείᾳ·
وَتَعْرِفُونَ الْحَقَّ، وَالْحَقُّ يُحَرِّرُكُمْ.
καὶ ; γνώσεσθε τὴν ; ἀλήθειαν, καὶ ; ἡ ; ἀλήθεια ἐλευθερώσει ; ὑμᾶς.¶
وَتَعْرِفُونَ الْحَقَّ، وَالْحَقُّ يُحَرِّرُكُمْ.
καὶ ; γνώσεσθε τὴν ; ἀλήθειαν, καὶ ; ἡ ; ἀλήθεια ἐλευθερώσει ; ὑμᾶς.¶
وَلكِنَّكُمُ الآنَ تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي، وَأَنَا إِنْسَانٌ قَدْ كَلَّمَكُمْ بِالْحَقِّ الَّذِي سَمِعَهُ مِنَ اللهِ. هذَا لَمْ يَعْمَلْهُ إِبْرَاهِيمُ.
δὲ νῦν ζητεῖτέ με ; ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς ; ὑμῖν ; λελάληκα τὴν ; ἀλήθειαν ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ ; θεοῦ· τοῦτο οὐκ ἐποίησεν. Ἀβραὰμ
أَنْتُمْ مِنْ أَبٍ هُوَ إِبْلِيسُ، وَشَهَوَاتِ أَبِيكُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَعْمَلُوا. ذَاكَ كَانَ قَتَّالاً لِلنَّاسِ مِنَ الْبَدْءِ، وَلَمْ يَثْبُتْ فِي الْحَقِّ لأَنَّهُ لَيْسَ فِيهِ حَقٌّ. مَتَى تَكَلَّمَ بِالْكَذِبِ فَإِنَّمَا يَتَكَلَّمُ مِمَّا لَهُ، لأَنَّهُ كَذَّابٌ وَأَبُو الْكَذَّابِ.
ὑμεῖς ; ἐστὲ ἐκ τοῦ ; πατρὸς τοῦ διαβόλου καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἦν ἀνθρωποκτόνος ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ ; οὐκ ἔστηκεν, ἐν τῇ ; ἀληθείᾳ ὅτι οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ. ἀλήθεια ὅταν λαλῇ τὸ ; ψεῦδος, λαλεῖ, ἐκ τῶν ; ἰδίων ὅτι ; ἐστὶν ψεύστης καὶ ; ὁ ; πατὴρ αὐτοῦ.
أَنْتُمْ مِنْ أَبٍ هُوَ إِبْلِيسُ، وَشَهَوَاتِ أَبِيكُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَعْمَلُوا. ذَاكَ كَانَ قَتَّالاً لِلنَّاسِ مِنَ الْبَدْءِ، وَلَمْ يَثْبُتْ فِي الْحَقِّ لأَنَّهُ لَيْسَ فِيهِ حَقٌّ. مَتَى تَكَلَّمَ بِالْكَذِبِ فَإِنَّمَا يَتَكَلَّمُ مِمَّا لَهُ، لأَنَّهُ كَذَّابٌ وَأَبُو الْكَذَّابِ.
ὑμεῖς ; ἐστὲ ἐκ τοῦ ; πατρὸς τοῦ διαβόλου καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἦν ἀνθρωποκτόνος ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ ; οὐκ ἔστηκεν, ἐν τῇ ; ἀληθείᾳ ὅτι οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ. ἀλήθεια ὅταν λαλῇ τὸ ; ψεῦδος, λαλεῖ, ἐκ τῶν ; ἰδίων ὅτι ; ἐστὶν ψεύστης καὶ ; ὁ ; πατὴρ αὐτοῦ.
وَأَمَّا أَنَا فَلأَنِّي أَقُولُ الْحَقَّ لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
δὲ ἐγὼ ὅτι λέγω, τὴν ; ἀλήθειαν οὐ πιστεύετέ μοι.
مَنْ مِنْكُمْ يُبَكِّتُنِي عَلَى خَطِيَّةٍ. فَإِنْ كُنْتُ أَقُولُ الْحَقَّ، فَلِمَاذَا لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
τίς ἐξ ; ὑμῶν ἐλέγχει ; με περὶ ἁμαρτίας; εἰ ; δὲ λέγω, ἀλήθειαν διὰ ; τί οὐ ὑμεῖς ; πιστεύετέ μοι;
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ الطَّرِيقُ وَالْحَقُّ وَالْحَيَاةُ. لَيْسَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَى الآبِ إِلاَّ بِي.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ; ὁδὸς καὶ ; ἡ ; ἀλήθεια καὶ ; ἡ ; ζωή. οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν ; πατέρα εἰ ; μὴ δι᾽ ; ἐμοῦ.
رُوحُ الْحَقِّ الَّذِي لاَ يَسْتَطِيعُ الْعَالَمُ أَنْ يَقْبَلَهُ، لأَنَّهُ لاَ يَرَاهُ وَلاَ يَعْرِفُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَعْرِفُونَهُ لأَنَّهُ مَاكِثٌ مَعَكُمْ وَيَكُونُ فِيكُمْ.
τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὃ οὐ δύναται ὁ ; κόσμος λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ ; αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει ; αὐτό· ὑμεῖς γινώσκετε ; αὐτό, ὅτι μένει παρ᾽ ; ὑμῖν καὶ ; ἔσται. ἐν ; ὑμῖν
وَمَتَى جَاءَ الْمُعَزِّي الَّذِي سَأُرْسِلُهُ أَنَا إِلَيْكُمْ مِنَ الآبِ، رُوحُ الْحَقِّ، الَّذِي مِنْ عِنْدِ الآبِ يَنْبَثِقُ، فَهُوَ يَشْهَدُ لِي.
Ὅταν ; δὲ ἔλθῃ ὁ ; παράκλητος ὃν πέμψω ἐγὼ ὑμῖν παρὰ τοῦ ; πατρός, τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ ; πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ; ἐμοῦ·
لكِنِّي أَقُولُ لَكُمُ الْحَقَّ: إِنَّهُ خَيْرٌ لَكُمْ أَنْ أَنْطَلِقَ، لأَنَّهُ إِنْ لَمْ أَنْطَلِقْ لاَ يَأْتِيكُمُ الْمُعَزِّي، وَلكِنْ إِنْ ذَهَبْتُ أُرْسِلُهُ إِلَيْكُمْ.
ἀλλ᾽ ἐγὼ ; λέγω ὑμῖν· τὴν ; ἀλήθειαν συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ; ἀπέλθω· γὰρ ἐὰν μὴ ἀπέλθω, οὐκ ἐλεύσεται ὁ ; παράκλητος δὲ ἐὰν πορευθῶ, πέμψω ; αὐτὸν πρὸς ; ὑμᾶς.
وَأَمَّا مَتَى جَاءَ ذَاكَ، رُوحُ الْحَقِّ، فَهُوَ يُرْشِدُكُمْ إِلَى جَمِيعِ الْحَقِّ، لأَنَّهُ لاَ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ كُلُّ مَا يَسْمَعُ يَتَكَلَّمُ بِهِ، وَيُخْبِرُكُمْ بِأُمُورٍ آتِيَةٍ.
δὲ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὁδηγήσει ; ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν; ἀλήθειαν γὰρ οὐ λαλήσει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾽ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν. τὰ ἐρχόμενα
وَأَمَّا مَتَى جَاءَ ذَاكَ، رُوحُ الْحَقِّ، فَهُوَ يُرْشِدُكُمْ إِلَى جَمِيعِ الْحَقِّ، لأَنَّهُ لاَ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ كُلُّ مَا يَسْمَعُ يَتَكَلَّمُ بِهِ، وَيُخْبِرُكُمْ بِأُمُورٍ آتِيَةٍ.
δὲ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὁδηγήσει ; ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν; ἀλήθειαν γὰρ οὐ λαλήσει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾽ ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν. τὰ ἐρχόμενα
قَدِّسْهُمْ فِي حَقِّكَ. كَلَامُكَ هُوَ حَقٌّ.
ἁγίασον ; αὐτοὺς ἐν τῇ ; ἀληθείᾳ ; σου· ὁ ; λόγος ; ὁ ; σὸς ἐστιν. ἀλήθειά
وَلأَجْلِهِمْ أُقَدِّسُ أَنَا ذَاتِي، لِيَكُونُوا هُمْ أَيْضًا مُقَدَّسِينَ فِي الْحَقِّ.
καὶ ; ὑπὲρ ; αὐτῶν ἁγιάζω ἐγὼ ἐμαυτόν, ἵνα ὦσιν ; αὐτοὶ καὶ ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ.
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
قَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: مَا هُوَ الْحَقُّ.. وَلَمَّا قَالَ هذَا خَرَجَ أَيْضًا إِلَى الْيَهُودِ وَقَالَ لَهُمْ: أَنَا لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; καὶ εἰπὼν τοῦτο ἐξῆλθεν πάλιν πρὸς τοὺς ; Ἰουδαίους καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.