المعنى المختصر للكلمة
dé:
but, and,
etc.
اللفظ الأصلي
δέ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
dé
(deh)
تكرار الورود في الكتاب
2091
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
a primary particle (adversative or continuative);
المعنى والشرح المفصل
but, and, etc.
الإنجليزية — KJV Translation Tags
also
and
but
moreover
now (often unexpressed in English)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
δὲ (1066×)
δέ (42×)
εἰ ; δὲ (38×)
εἶπεν ; δὲ (30×)
Εἶπεν ; δὲ (30×)
ἦν ; δὲ (27×)
Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×)
δέ, (19×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 9: 34
Luk.9.34
وَفِيمَا هُوَ يَقُولُ ذلِكَ كَانَتْ سَحَابَةٌ فَظَلَّلَتْهُمْ. فَخَافُوا عِنْدَمَا دَخَلُوا فِي السَّحَابَةِ.
δὲ αὐτοῦ λέγοντος ταῦτα ἐγένετο νεφέλη καὶ ; ἐπεσκίασεν; αὐτούς. ἐφοβήθησαν δὲ ; ἐν τῷ ; εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; νεφέλην.
لوقا 9: 41
Luk.9.41
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: أَيُّهَا الْجِيلُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ وَالْمُلْتَوِي إِلَى مَتَى أَكُونُ مَعَكُمْ وَأَحْتَمِلُكُمْ. قَدِّمِ ابْنَكَ إِلَى هُنَا..
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν, ὦ ; γενεὰ ἄπιστος καὶ ; διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ἀνέξομαι ; ὑμῶν; προσάγαγε τὸν ; υἱόν ; σου. ὧδε
لوقا 9: 42
Luk.9.42
وَبَيْنَمَا آتٍ مَزَّقَهُ الشَّيْطَانُ وَصَرَعَهُ، فَانْتَهَرَ يَسُوعُ الرُّوحَ النَّجِسَ، وَشَفَى الصَّبِيَّ وَسَلَّمَهُ إِلَى أَبِيهِ.
ἔτι ; δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ; ἔρρηξεν ; αὐτὸν τὸ ; δαιμόνιον καὶ ; συνεσπάραξεν. ἐπετίμησεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; πνεύματι ἀκαθάρτῳ καὶ ; ἰάσατο τὸν ; παῖδα καὶ ; ἀπέδωκεν ; αὐτὸν τῷ πατρὶ ; αὐτοῦ.
لوقا 9: 42
Luk.9.42
وَبَيْنَمَا آتٍ مَزَّقَهُ الشَّيْطَانُ وَصَرَعَهُ، فَانْتَهَرَ يَسُوعُ الرُّوحَ النَّجِسَ، وَشَفَى الصَّبِيَّ وَسَلَّمَهُ إِلَى أَبِيهِ.
ἔτι ; δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ; ἔρρηξεν ; αὐτὸν τὸ ; δαιμόνιον καὶ ; συνεσπάραξεν. ἐπετίμησεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; πνεύματι ἀκαθάρτῳ καὶ ; ἰάσατο τὸν ; παῖδα καὶ ; ἀπέδωκεν ; αὐτὸν τῷ πατρὶ ; αὐτοῦ.
لوقا 9: 43
Luk.9.43
فَبُهِتَ الْجَمِيعُ مِنْ عَظَمَةِ اللهِ. وَإِذْ كَانَ الْجَمِيعُ يَتَعَجَّبُونَ مِنْ كُلِّ مَا فَعَلَ يَسُوعُ، قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
ἐξεπλήσσοντο ; δὲ πάντες ἐπὶ τῇ ; μεγαλειότητι τοῦ ; θεοῦ. δὲ πάντων θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν Ἰησοῦς, εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ·
لوقا 9: 43
Luk.9.43
فَبُهِتَ الْجَمِيعُ مِنْ عَظَمَةِ اللهِ. وَإِذْ كَانَ الْجَمِيعُ يَتَعَجَّبُونَ مِنْ كُلِّ مَا فَعَلَ يَسُوعُ، قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
ἐξεπλήσσοντο ; δὲ πάντες ἐπὶ τῇ ; μεγαλειότητι τοῦ ; θεοῦ. δὲ πάντων θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν Ἰησοῦς, εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ·
لوقا 9: 45
Luk.9.45
وَأَمَّا هُمْ فَلَمْ يَفْهَمُوا هذَا الْقَوْلَ، وَكَانَ مُخْفىً عَنْهُمْ لِكَيْ لاَ يَفْهَمُوهُ، وَخَافُوا أَنْ يَسْأَلُوهُ عَنْ هذَا الْقَوْلِ.
δὲ οἱ ; ἠγνόουν τοῦτο, τὸ ; ῥῆμα καὶ ; ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ᾽ ; αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται ; αὐτό. ἐφοβοῦντο ; καὶ ἐρωτῆσαι ; αὐτὸν περὶ τούτου.¶ τοῦ ; ῥήματος
لوقا 9: 49
Luk.9.49
فَأجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، رَأَيْنَا وَاحِدًا يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ بِاسْمِكَ فَمَنَعْنَاهُ، لأَنَّهُ لَيْسَ يَتْبَعُ مَعَنَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰωάννης εἶπεν· ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐκβάλλοντα δαιμόνια ἐπὶ; τῷ ; ὀνόματί ; σου καὶ ; αὐτὸν ; ἐκωλύσαμεν ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ᾽ ; ἡμῶν.¶
لوقا 9: 51
Luk.9.51
وَحِينَ تَمَّتِ الأَيَّامُ لارْتِفَاعِهِ ثَبَّتَ وَجْهَهُ لِيَنْطَلِقَ إِلَى أُورُشَلِيمَ،
Ἐγένετο ; δὲ ἐν ; τῷ ; συμπληροῦσθαι τὰς ; ἡμέρας τῆς ; ἀναλήμψεως ; αὐτοῦ καὶ ; αὐτὸς ; ἐστήρισεν τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ τοῦ ; πορεύεσθαι εἰς Ἰερουσαλήμ.
لوقا 9: 54
Luk.9.54
فَلَمَّا رَأَى ذلِكَ تِلْمِيذَاهُ يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا، قَالاَ: يَا رَبُّ، أَتُرِيدُ أَنْ نَقُولَ أَنْ تَنْزِلَ نَارٌ مِنَ السَّمَاءِ فَتُفْنِيَهُمْ، كَمَا فَعَلَ إِيلِيَّا أَيْضًا.
δὲ ἰδόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης εἶπαν· κύριε, θέλεις εἴπωμεν καταβῆναι πῦρ ἀπὸ τοῦ ; οὐρανοῦ καὶ ; ἀναλῶσαι ; αὐτούς ὡς ἐποίησεν; Ἠλίας καὶ
لوقا 9: 55
Luk.9.55
فَالْتَفَتَ وَانْتَهَرَهُمَا وَقَالَ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مِنْ أَيِّ رُوحٍ أَنْتُمَا.
στραφεὶς ; δὲ ἐπετίμησεν ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν, οὐκ οἰδατε οἵου πνεύματός ὑμεῖς. ; ἐστε
لوقا 9: 57
Luk.9.57
وَفِيمَا هُمْ سَائِرُونَ فِي الطَّرِيقِ قَالَ لَهُ وَاحِدٌ: يَا سَيِّدُ، أَتْبَعُكَ أَيْنَمَا تَمْضِي.
ἐγένετο ; δὲ αὐτῶν πορευομένων ἐν τῇ ; ὁδῷ εἶπέν πρὸς ; αὐτόν· τις κύριε. ἀκολουθήσω ; σοι ὅπου ; ἂν ἀπέρχῃ
لوقا 9: 58
Luk.9.58
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لِلثَّعَالِبِ أَوْجِرَةٌ، وَلِطُيُورِ السَّمَاءِ أَوْكَارٌ، وَأَمَّا ابْنُ الإِنْسَانِ فَلَيْسَ لَهُ أَيْنَ يُسْنِدُ رَأْسَهُ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· αἱ ; ἀλώπεκες ; ἔχουσιν, φωλεοὺς καὶ ; τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· δὲ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ κλίνῃ.¶ τὴν ; κεφαλὴν
لوقا 9: 59
Luk.9.59
وَقَالَ لآخَرَ: اتْبَعْنِي. فَقَالَ: يَا سَيِّدُ، ائْذَنْ لِي أَنْ أَمْضِيَ أَوَّلاً وَأَدْفِنَ أَبِي.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; ἕτερον· ἀκολούθει ; μοι. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν ; πατέρα ; μου.¶
لوقا 9: 60
Luk.9.60
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: دَعِ الْمَوْتَى يَدْفِنُونَ مَوْتَاهُمْ، وَأَمَّا أَنْتَ فَاذْهَبْ وَنَادِ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἄφες τοὺς ; νεκροὺς θάψαι τοὺς ; ἑαυτῶν ; νεκρούς. δὲ σὺ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
لوقا 9: 60
Luk.9.60
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: دَعِ الْمَوْتَى يَدْفِنُونَ مَوْتَاهُمْ، وَأَمَّا أَنْتَ فَاذْهَبْ وَنَادِ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἄφες τοὺς ; νεκροὺς θάψαι τοὺς ; ἑαυτῶν ; νεκρούς. δὲ σὺ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
لوقا 9: 61
Luk.9.61
وَقَالَ آخَرُ أَيْضًا: أَتْبَعُكَ يَا سَيِّدُ، وَلكِنِ ائْذَنْ لِي أَوَّلاً أَنْ أُوَدِّعَ الَّذِينَ فِي بَيْتِي.
δὲ ; Εἶπεν ἕτερος· καὶ ἀκολουθήσω ; σοι, κύριε· δὲ ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀποτάξασθαι τοῖς εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου.
لوقا 9: 62
Luk.9.62
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ يَدَهُ عَلَى الْمِحْرَاثِ وَيَنْظُرُ إِلَى الْوَرَاءِ يَصْلُحُ لِمَلَكُوتِ اللهِ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἐπ᾽ ἄροτρον καὶ ; βλέπων εἰς τὰ ; ὀπίσω εὔθετός ; ἐστιν εἰς ; τὴν; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
لوقا 10: 1
Luk.10.1
وَبَعْدَ ذلِكَ عَيَّنَ الرَّبُّ سَبْعِينَ آخَرِينَ أَيْضًا، وَأَرْسَلَهُمُ اثْنَيْنِ اثْنَيْنِ أَمَامَ وَجْهِهِ إِلَى كُلِّ مَدِينَةٍ وَمَوْضِعٍ حَيْثُ كَانَ هُوَ مُزْمِعًا أَنْ يَأْتِيَ.
Μετὰ ; δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ ; κύριος ἑβδομήκοντα ἑτέρους καὶ καὶ ; ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς δύο δύο πρὸ αὐτοῦ ; προσώπου εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ ; τόπον οὗ αὐτὸς ἤμελλεν ἔρχεσθαι.
لوقا 10: 2
Luk.10.2
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
لوقا 10: 12
Luk.10.12
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَكُونُ لِسَدُومَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
λέγω ; δὲ ὑμῖν ὅτι ἔσται Σοδόμοις ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ.¶ τῇ ; πόλει
لوقا 10: 16
Luk.10.16
اَلَّذِي يَسْمَعُ مِنْكُمْ يَسْمَعُ مِنِّي، وَالَّذِي يُرْذِلُكُمْ يُرْذِلُنِي، وَالَّذِي يُرْذِلُنِي يُرْذِلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἀκούει, ἐμοῦ καὶ ; ὁ ἀθετῶν ; ὑμᾶς ἐμὲ ; ἀθετεῖ· ὁ ; δὲ ἐμὲ ; ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά ; με.¶
لوقا 10: 17
Luk.10.17
فَرَجَعَ السَّبْعُونَ بِفَرَحٍ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، حَتَّى الشَّيَاطِينُ تَخْضَعُ لَنَا بِاسْمِكَ..
Ὑπέστρεψαν ; δὲ οἱ ; ἑβδομήκοντα μετὰ ; χαρᾶς λέγοντες· κύριε, καὶ τὰ ; δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; σου.
لوقا 10: 18
Luk.10.18
فَقَالَ لَهُمْ: رَأَيْتُ الشَّيْطَانَ سَاقِطًا مِثْلَ الْبَرْقِ مِنَ السَّمَاءِ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν ; σατανᾶν πεσόντα. ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
لوقا 10: 20
Luk.10.20
وَلكِنْ لاَ تَفْرَحُوا بِهذَا: أَنَّ الأَرْوَاحَ تَخْضَعُ لَكُمْ، بَلِ افْرَحُوا بِالْحَرِيِّ أَنَّ أَسْمَاءَكُمْ كُتِبَتْ فِي السَّمَاوَاتِ.
πλὴν μὴ χαίρετε ἐν ; τούτῳ ὅτι τὰ ; πνεύματα ὑποτάσσεται· ὑμῖν δὲ χαίρετε μᾶλλον ὅτι τὰ ; ὀνόματα ; ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
لوقا 10: 28
Luk.10.28
فَقَالَ لَهُ: بِالصَّوَابِ أَجَبْتَ. اِفْعَلْ هذَا فَتَحْيَا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· ποίει τοῦτο καὶ ; ζήσῃ.¶
لوقا 10: 29
Luk.10.29
وَأَمَّا هُوَ فَإِذْ أَرَادَ أَنْ يُبَرِّرَ نَفْسَهُ، قَاَلَ لِيَسُوعَ: وَمَنْ هُوَ قَرِيبِي.
δὲ Ὁ ; θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· καὶ ; τίς ἐστίν μου ; πλησίον;
لوقا 10: 30
Luk.10.30
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: إِنْسَانٌ كَانَ نَازِلاً مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَرِيحَا، فَوَقَعَ بَيْنَ لُصُوصٍ، فَعَرَّوْهُ وَجَرَّحُوهُ، وَمَضَوْا وَتَرَكُوهُ بَيْنَ حَيٍّ وَمَيْتٍ.
ὑπολαβὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός ; τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ καὶ ; περιέπεσεν λῃσταῖς οἳ ; καὶ ; ἐκδύσαντες ; αὐτὸν καὶ ; πληγὰς ; ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ ; τυγχάνοντα.
لوقا 10: 31
Luk.10.31
فَعَرَضَ أَنَّ كَاهِنًا نَزَلَ فِي تِلْكَ الطَّرِيقِ، فَرَآهُ وَجَازَ مُقَابِلَهُ.
κατὰ ; συγκυρίαν ; δὲ ἱερεύς ; τις κατέβαινεν ἐν ἐκείνῃ, τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ἰδὼν ; αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν.
لوقا 10: 32
Luk.10.32
وَكَذلِكَ لاَوِيٌّ أَيْضًا، إِذْ صَارَ عِنْدَ الْمَكَانِ جَاءَ وَنَظَرَ وَجَازَ مُقَابِلَهُ.
ὁμοίως ; δὲ Λευίτης καὶ γενόμενος ; κατὰ τὸν ; τόπον ἐλθὼν καὶ ; ἰδὼν ἀντιπαρῆλθεν.