ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَزَرُبَّابِلُ وَلَدَ أَبِيهُودَ. وَأَبِيهُودُ وَلَدَ أَلِيَاقِيمَ. وَأَلِيَاقِيمُ وَلَدَ عَازُورَ.
Ζοροβαβὲλ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀβιούδ· Ἀβιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιακίμ· Ἐλιακὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀζώρ·
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
وَعَازُورُ وَلَدَ صَادُوقَ. وَصَادُوقُ وَلَدَ أَخِيمَ. وَأَخِيمُ وَلَدَ أَلِيُودَ.
Ἀζὼρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Σαδώκ· Σαδὼκ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἀχίμ· Ἀχὶμ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλιούδ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَأَلِيُودُ وَلَدَ أَلِيعَازَرَ. وَأَلِيعَازَرُ وَلَدَ مَتَّانَ. وَمَتَّانُ وَلَدَ يَعْقُوبَ.
Ἐλιοὺδ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἐλεάζαρ· Ἐλεάζαρ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ματθάν· Ματθὰν ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰακώβ·
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
أَمَّا وِلاَدَةُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ فَكَانَتْ هكَذَا: لَمَّا كَانَتْ مَرْيَمُ أُمُّهُ مَخْطُوبَةً لِيُوسُفَ، قَبْلَ أَنْ يَجْتَمِعَا، وُجِدَتْ حُبْلَى مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ἡ ; γέννησις Τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦν· οὕτως γὰρ Μαρίας μητρὸς ; αὐτοῦ μνηστευθείσης τῷ ; Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν εὑρέθη ἐν ; γαστρὶ ; ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου.
فَيُوسُفُ رَجُلُهَا إِذْ كَانَ بَارًّا، وَلَمْ يَشَأْ أَنْ يُشْهِرَهَا، أَرَادَ تَخْلِيَتَهَا سِرًّا.
Ἰωσὴφ ; δὲ ὁ ; ἀνὴρ ; αὐτῆς, ὢν δίκαιος καὶ ; μὴ θέλων αὐτὴν ; παραδειγματίσαι ἐβουλήθη ἀπολῦσαι ; αὐτήν.¶ λάθρᾳ
وَلكِنْ فِيمَا هُوَ مُتَفَكِّرٌ فِي هذِهِ الأُمُورِ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لَهُ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: يَا يُوسُفُ ابْنَ دَاوُدَ، لاَ تَخَفْ أَنْ تَأْخُذَ مَرْيَمَ امْرَأَتَكَ. لأَنَّ الَّذِي حُبِلَ بِهِ فِيهَا هُوَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος Ταῦτα ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐφάνη αὐτῷ κατ᾽ ὄναρ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαρίαν τὴν ; γυναῖκά ; σου· γὰρ γεννηθὲν ἐν ; αὐτῇ ἐκ πνεύματός ἐστιν ; ἁγίου.
فَسَتَلِدُ ابْنًا وَتَدْعُو اسْمَهُ يَسُوعَ. لأَنَّهُ يُخَلِّصُ شَعْبَهُ مِنْ خَطَايَاهُمْ.
τέξεται ; δὲ υἱόν, καὶ ; καλέσεις τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς ; γὰρ σώσει τὸν ; αὐτοῦ ; λαὸν ἀπὸ ἁμαρτιῶν ; αὐτῶν.¶ ; τῶν
وَهذَا كُلُّهُ كَانَ لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ مِنَ الرَّبِّ بِالنَّبِيِّ الْقَائِلِ:
Τοῦτο ; δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ; κυρίου διὰ ; τοῦ ; προφήτου λέγοντος·
فَلَمَّا اسْتَيْقَظَ يُوسُفُ مِنَ النَّوْمِ فَعَلَ كَمَا أَمَرَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ، وَأَخَذَ امْرَأَتَهُ.
δὲ Διεγερθεὶς ὁ ; Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ; ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν ; αὐτῷ ὁ ; ἄγγελος κυρίου· καὶ ; παρέλαβεν τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ
وَلَمَّا وُلِدَ يَسُوعُ فِي بَيْتِ لَحْمِ الْيَهُودِيَّةِ، فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ الْمَلِكِ، إِذَا مَجُوسٌ مِنَ الْمَشْرِقِ قَدْ جَاءُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ
δὲ γεννηθέντος Ἰησοῦ ; Τοῦ ἐν Βηθλέεμ τῆς ; Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα
فَلَمَّا سَمِعَ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ اضْطَرَبَ وَجَمِيعُ أُورُشَلِيمَ مَعَهُ.
δὲ Ἀκούσας Ἡρῴδης ὁ ; βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ ; πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾽ ; αὐτοῦ,
ثُمَّ أَرْسَلَهُمْ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ، وَقَالَ: اذْهَبُوا وَافْحَصُوا بِالتَّدْقِيقِ عَنِ الصَّبِيِّ. وَمَتَى وَجَدْتُمُوهُ فَأَخْبِرُونِي، لِكَيْ آتِيَ أَنَا أَيْضًا وَأَسْجُدَ لَهُ.
καὶ πέμψας ; αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπεν· πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ ; παιδίου. ἐπὰν ; δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ ; μοι ὅπως ἐλθὼν κἀγὼ προσκυνήσω αὐτῷ.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا مِنَ الْمَلِكِ ذَهَبُوا. وَإِذَا النَّجْمُ الَّذِي رَأَوْهُ فِي الْمَشْرِقِ يَتَقَدَّمُهُمْ حَتَّى جَاءَ وَوَقَفَ فَوْقُ، حَيْثُ كَانَ الصَّبِيُّ.
δὲ Οἱ ; ἀκούσαντες τοῦ ; βασιλέως ἐπορεύθησαν. καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ; ἀνατολῇ προῆγεν ; αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ ; παιδίον.
فَلَمَّا رَأَوْا النَّجْمَ فَرِحُوا فَرَحًا عَظِيمًا جِدًّا.
δὲ ἰδόντες τὸν ; ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα,
وَبَعْدَمَا انْصَرَفُوا، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ لِيُوسُفَ فِي حُلْمٍ قَائِلاً: قُمْ وَخُذِ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَاهْرُبْ إِلَى مِصْرَ، وَكُنْ هُنَاكَ حَتَّى أَقُولَ لَكَ. لأَنَّ هِيرُودُسَ مُزْمِعٌ أَنْ يَطْلُبَ الصَّبِيَّ لِيُهْلِكَهُ.
δὲ Ἀναχωρησάντων ; αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται τῷ ; Ἰωσὴφ κατ᾽ ὄναρ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; φεῦγε εἰς Αἴγυπτον ἴσθι ἐκεῖ ἕως εἴπω σοι· γὰρ Ἡρῴδης μέλλει ζητεῖν τὸ ; παιδίον ἀπολέσαι ; αὐτό.
فَلَمَّا مَاتَ هِيرُودُسُ، إِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ قَدْ ظَهَرَ فِي حُلْمٍ لِيُوسُفَ فِي مِصْرَ
δὲ Τελευτήσαντος τοῦ ; Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου φαίνεται κατ᾽ ὄναρ τῷ ; Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ
وَلكِنْ لَمَّا سَمِعَ أَنَّ أَرْخِيلاَوُسَ يَمْلِكُ عَلَى الْيَهُودِيَّةِ عِوَضًا عَنْ هِيرُودُسَ أَبِيهِ، خَافَ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى هُنَاكَ. وَإِذْ أُوحِيَ إِلَيْهِ فِي حُلْمٍ، انْصَرَفَ إِلَى نَوَاحِي الْجَلِيلِ.
δὲ Ἀκούσας ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ; Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ ἐφοβήθη ἀπελθεῖν. ἐκεῖ δὲ χρηματισθεὶς κατ᾽ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ ; μέρη τῆς ; Γαλιλαίας,
وَلكِنْ لَمَّا سَمِعَ أَنَّ أَرْخِيلاَوُسَ يَمْلِكُ عَلَى الْيَهُودِيَّةِ عِوَضًا عَنْ هِيرُودُسَ أَبِيهِ، خَافَ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى هُنَاكَ. وَإِذْ أُوحِيَ إِلَيْهِ فِي حُلْمٍ، انْصَرَفَ إِلَى نَوَاحِي الْجَلِيلِ.
δὲ Ἀκούσας ὅτι Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ; Ἰουδαίας ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ ἐφοβήθη ἀπελθεῖν. ἐκεῖ δὲ χρηματισθεὶς κατ᾽ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ ; μέρη τῆς ; Γαλιλαίας,
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ جَاءَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ يَكْرِزُ فِي بَرِّيَّةِ الْيَهُودِيَّةِ
Ἐν ; δὲ ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τῆς ; Ἰουδαίας
فَلَمَّا رَأَى كَثِيرِينَ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ وَالصَّدُّوقِيِّينَ يَأْتُونَ إِلَى مَعْمُودِيَّتِهِ، قَالَ لَهُمْ: يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي، مَنْ أَرَاكُمْ أَنْ تَهْرُبُوا مِنَ الْغَضَب الآتِي.
δὲ Ἰδὼν πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ ; Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ ; βάπτισμα ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ; ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς; μελλούσης
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
الَّذِي رَفْشُهُ فِي يَدِهِ، وَسَيُنَقِّي بَيْدَرَهُ، وَيَجْمَعُ قَمْحَهُ إِلَى الْمَخْزَنِ، وَأَمَّا التِّبْنُ فَيُحْرِقُهُ بِنَارٍ لاَ تُطْفَأُ.
οὗ πτύον ; τὸ ἐν τῇ ; χειρὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; διακαθαριεῖ ἅλωνα ; αὐτοῦ ; τὴν καὶ ; συνάξει τὸν ; σῖτον ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; ἀποθήκην δὲ τὸ ; ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.¶
وَلكِنْ يُوحَنَّا مَنَعَهُ قَائِلاً: أَنَا مُحْتَاجٌ أَنْ أَعْتَمِدَ مِنْكَ، وَأَنْتَ تَأْتِي إِلَيَّ.
δὲ ὁ ; Ἰωάννης διεκώλυεν ; αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ; ἔχω βαπτισθῆναι, ὑπὸ ; σοῦ καὶ ; σὺ ἔρχῃ πρός ; με;
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: اسْمَحِ الآنَ، لأَنَّهُ هكَذَا يَلِيقُ بِنَا أَنْ نُكَمِّلَ كُلَّ بِرّ. حِينَئِذٍ سَمَحَ لَهُ.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· ἄφες ἄρτι· γὰρ οὕτως πρέπον ; ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. τότε ἀφίησιν αὐτόν.¶
وَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ أَنَّ يُوحَنَّا أُسْلِمَ، انْصَرَفَ إِلَى الْجَلِيلِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη ἀνεχώρησεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν.