ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
بَلْ أُرِيكُمْ مِمَّنْ تَخَافُونَ: خَافُوا مِنَ الَّذِي بَعْدَمَا يَقْتُلُ، لَهُ سُلْطَانٌ أَنْ يُلْقِيَ فِي جَهَنَّمَ. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: مِنْ هذَا خَافُوا.
δὲ ὑποδείξω ; ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ; ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν ; γέενναν. ναὶ λέγω ὑμῖν· τοῦτον φοβήθητε.
وَأَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَنِ اعْتَرَفَ بِي قُدَّامَ النَّاسِ، يَعْتَرِفُ بِهِ ابْنُ الإِنْسَانِ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ; ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; ὁμολογήσει ἐν ; αὐτῷ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἔμπροσθεν τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ·
وَمَنْ أَنْكَرَنِي قُدَّامَ النَّاسِ، يُنْكَرُ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
ὁ ; δὲ ἀρνησάμενός ; με ἐνώπιον τῶν ; ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ.
وَكُلُّ مَنْ قَالَ كَلِمَةً عَلَى ابْنِ الإِنْسَانِ يُغْفَرُ لَهُ، وَأَمَّا مَنْ جَدَّفَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ فَلاَ يُغْفَرُ لَهُ.
καὶ ; πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· δὲ τῷ βλασφημήσαντι εἰς τὸ ; πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἀφεθήσεται.¶
وَقَالَ لَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمْعِ: يَا مُعَلِّمُ، قُلْ لأَخِي أَنْ يُقَاسِمَنِي الْمِيرَاثَ.
Εἶπεν ; δέ αὐτῷ· τις ἐκ τοῦ ; ὄχλου διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ; ἀδελφῷ ; μου μερίσασθαι ; μετ᾽ ; ἐμοῦ τὴν ; κληρονομίαν.
وَقَالَ لَهُمُ: انْظُرُوا وَتَحَفَّظُوا مِنَ الطَّمَعِ، فَإِنَّهُ مَتَى كَانَ لأَحَدٍ كَثِيرٌ فَلَيْسَتْ حَيَاتُهُ مِنْ أَمْوَالِهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· ὁρᾶτε καὶ ; φυλάσσεσθε ἀπὸ τῆς; πλεονεξίας, ὅτι ἐν ; τῷ τινὶ περισσεύειν οὐκ ἡ ; ζωὴ ; αὐτοῦ ἐστιν ; ἐκ τῶν ; ὑπαρχόντων ; αὐτοῦ
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً قَائِلاً: إِنْسَانٌ غَنِيٌّ أَخْصَبَتْ كُورَتُهُ،
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς παραβολὴν λέγων· ἀνθρώπου ; τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ ; χώρα.
فَقَالَ لَهُ اللهُ: يَا غَبِيُّ. هذِهِ اللَّيْلَةَ تُطْلَبُ نَفْسُكَ مِنْكَ، فَهذِهِ الَّتِي أَعْدَدْتَهَا لِمَنْ تَكُونُ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἀπαιτοῦσιν τὴν ; ψυχήν ; σου ἀπὸ ; σοῦ. ἃ ; δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;
فَقَالَ لَهُ اللهُ: يَا غَبِيُّ. هذِهِ اللَّيْلَةَ تُطْلَبُ نَفْسُكَ مِنْكَ، فَهذِهِ الَّتِي أَعْدَدْتَهَا لِمَنْ تَكُونُ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἀπαιτοῦσιν τὴν ; ψυχήν ; σου ἀπὸ ; σοῦ. ἃ ; δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;
وَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: مِنْ أَجْلِ هذَا أَقُولُ لَكُمْ: لاَ تَهْتَمُّوا لِحَيَاتِكُمْ بِمَا تَأْكُلُونَ، وَلاَ لِلْجَسَدِ بِمَا تَلْبَسُونَ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ· διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν· μὴ μεριμνᾶτε τῇ ; ψυχῇ ; ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ ; σώματι τί ἐνδύσησθε.
وَمَنْ مِنْكُمْ إِذَا اهْتَمَّ يَقْدِرُ أَنْ يَزِيدَ عَلَى قَامَتِهِ ذِرَاعًا وَاحِدَةً.
τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν μεριμνῶν δύναται ἐπὶ ; προσθεῖναι αὐτοῦ ; ἡλικίαν πῆχυν ἕνα;
تَأَمَّلُوا الزَّنَابِقَ كَيْفَ تَنْمُو: لاَ تَتْعَبُ وَلاَ تَغْزِلُ، وَلكِنْ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ وَلاَ سُلَيْمَانُ فِي كُلِّ مَجْدِهِ كَانَ يَلْبَسُ كَوَاحِدَةٍ مِنْهَا.
κατανοήσατε τὰ ; κρίνα πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει. δὲ λέγω ὑμῖν· οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ; ἓν τούτων.
فَإِنْ كَانَ الْعُشْبُ الَّذِي يُوجَدُ الْيَوْمَ فِي الْحَقْلِ وَيُطْرَحُ غَدًا فِي التَّنُّورِ يُلْبِسُهُ اللهُ هكَذَا، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ يُلْبِسُكُمْ أَنْتُمْ يَا قَلِيلِي الإِيمَانِ.
εἰ ; δὲ τὸν ; χόρτον ὄντα σήμερον ἐν τῷ ; ἀγρῷ βαλλόμενον αὔριον εἰς κλίβανον ἀμφιέννυσιν ὁ ; θεὸς οὕτως πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;
فَإِنَّ هذِهِ كُلَّهَا تَطْلُبُهَا أُمَمُ الْعَالَمِ. وَأَمَّا أَنْتُمْ فَأَبُوكُمْ يَعْلَمُ أَنَّكُمْ تَحْتَاجُونَ إِلَى هذِهِ.
γὰρ ταῦτα πάντα ἐπιζητεῖ τὰ ; ἔθνη τοῦ ; κόσμου δὲ ὑμῶν ; ὁ ; πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων.
وَإِنَّمَا اعْلَمُوا هذَا: أَنَّهُ لَوْ عَرَفَ رَبُّ الْبَيْتِ فِي أَيَّةِ سَاعَةٍ يَأْتِي السَّارِقُ لَسَهِرَ، وَلَمْ يَدَعْ بَيْتَهُ يُنْقَبُ.
δὲ γινώσκετε Τοῦτο ὅτι εἰ ᾔδει ὁ ; οἰκοδεσπότης ποίᾳ ὥρᾳ ἔρχεται, ὁ ; κλέπτης ἐγρηγόρησεν ; ἂν οὐκ ; ἂν ἀφῆκεν αὐτοῦ. ; οἶκον ; τὸν διορυγῆναι
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا رَبُّ، أَلَنَا تَقُولُ هذَا الْمَثَلَ أَمْ لِلْجَمِيعِ أَيْضًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κύριε, πρὸς ; ἡμᾶς λέγεις ταύτην τὴν ; παραβολὴν ἢ πρὸς ; πάντας; καὶ
فَقَالَ الرَّبُّ: فَمَنْ هُوَ الْوَكِيلُ الأَمِينُ الْحَكِيمُ الَّذِي يُقِيمُهُ سَيِّدُهُ عَلَى خَدَمِهِ لِيُعْطِيَهُمُ الْعُلُوفَةَ فِي حِينِهَا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; κύριος· τίς ; ἄρα ἐστὶν ὁ ; οἰκονόμος πιστὸς καὶ ; φρόνιμος ὃν καταστήσει ὁ ; κύριος ἐπὶ τῆς ; θεραπείας ; αὐτοῦ διδόναι τὸ ; σιτομέτριον; ἐν καιρῷ
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
وَأَمَّا ذلِكَ الْعَبْدُ الَّذِي يَعْلَمُ إِرَادَةَ سَيِّدِهِ وَلاَ يَسْتَعِدُّ وَلاَ يَفْعَلُ بحَسَبِ إِرَادَتِهِ، فَيُضْرَبُ كَثِيرًا.
δὲ Ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ καὶ ; μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ δαρήσεται πολλάς.
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
ثُمَّ قَالَ أَيْضًا لِلْجُمُوعِ: إِذَا رَأَيْتُمُ السَّحَابَ تَطْلُعُ مِنَ الْمَغَارِبِ فَلِلْوَقْتِ تَقُولُونَ: إِنَّهُ يَأْتِي مَطَرٌ، فَيَكُونُ هكَذَا.
δὲ Ἔλεγεν καὶ τοῖς ; ὄχλοις· ὅταν ἴδητε τὴν ; νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσμῶν, εὐθέως λέγετε ὅτι ἔρχεται, ὄμβρος καὶ ; γίνεται οὕτως.
يَا مُرَاؤُونَ. تَعْرِفُونَ أَنْ تُمَيِّزُوا وَجْهَ الأَرْضِ وَالسَّمَاءِ، وَأَمَّا هذَا الزَّمَانُ فَكَيْفَ لاَ تُمَيِّزُونَهُ.
ὑποκριταί, οἴδατε δοκιμάζειν, τὸ ; πρόσωπον τῆς ; γῆς καὶ ; τοῦ ; οὐρανοῦ δὲ τοῦτον τὸν ; καιρὸν πῶς οὐκ δοκιμάζετε
وَلِمَاذَا لاَ تَحْكُمُونَ بِالْحَقِّ مِنْ قِبَلِ نُفُوسِكُمْ.
τί ; δὲ οὐ κρίνετε τὸ ; δίκαιον; καὶ ; ἀφ᾽ ἑαυτῶν
وَكَانَ حَاضِرًا فِي ذلِكَ الْوَقْتِ قَوْمٌ يُخْبِرُونَهُ عَنِ الْجَلِيلِيِّينَ الَّذِينَ خَلَطَ بِيلاَطُسُ دَمَهُمْ بِذَبَائِحِهِمْ.
δέ Παρῆσαν ἐν αὐτῷ τῷ ; καιρῷ τινες ἀπαγγέλλοντες ; αὐτῷ περὶ τῶν ; Γαλιλαίων ὧν ἔμιξεν Πιλᾶτος τὸ ; αἷμα μετὰ ; τῶν ; θυσιῶν ; αὐτῶν.¶
وَقَالَ هذَا الْمَثَلَ: كَانَتْ لِوَاحِدٍ شَجَرَةُ تِينٍ مَغْرُوسَةٌ فِي كَرْمِهِ، فَأَتَى يَطْلُبُ فِيهَا ثَمَرًا وَلَمْ يَجِدْ.
Ἔλεγεν ; δὲ ταύτην τὴν ; παραβολήν· εἶχέν τις συκῆν πεφυτευμένην ἐν τῷ ; ἀμπελῶνι ; αὐτοῦ καὶ ; ἦλθεν ζητῶν ἐν ; αὐτῇ καρπὸν καὶ ; οὐχ εὗρεν.
فَقَالَ لِلْكَرَّامِ: هُوَذَا ثَلاَثُ سِنِينَ آتِي أَطْلُبُ ثَمَرًا فِي هذِهِ التِّينَةِ وَلَمْ أَجِدْ. اِقْطَعْهَا. لِمَاذَا تُبَطِّلُ الأَرْضَ أَيْضًا.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὸν ; ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἀφ᾽ ; οὗ ; ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν ταύτῃ τῇ ; συκῇ καὶ ; οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον ; αὐτήν· ἱνατί καταργεῖ;¶ τὴν ; γῆν καὶ
فَأَجابَ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ، وَهُوَ مُغْتَاظٌ لأَنَّ يَسُوعَ أَبْرَأَ فِي السَّبْتِ، وَقَالَ لِلْجَمْعِ: هِيَ سِتَّةُ أَيَّامٍ يَنْبَغِي فِيهَا الْعَمَلُ، فَفِي هذِهِ ائْتُوا وَاسْتَشْفُوا، وَلَيْسَ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς, ἐθεράπευσεν τῷ σαββάτῳ ἔλεγεν τῷ ; ὄχλῳ ὅτι ; εἰσὶν ἓξ ἡμέραι δεῖ ἐν ; αἷς ἐργάζεσθαι· ἐν ; οὖν ταύταις ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ ; μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου.¶
وَهذِهِ، وَهِيَ ابْنَةُ إِبْراهِيمَ، قَدْ رَبَطَهَا الشَّيْطَانُ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنْ تُحَلَّ مِنْ هذَا الرِّبَاطِ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
ταύτην ; δὲ οὖσαν θυγατέρα Ἀβραὰμ ἣν ; ἔδησεν ὁ ; σατανᾶς ἰδοὺ ; καὶ ; ὀκτὼ δέκα ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τούτου τοῦ ; δεσμοῦ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου;¶