ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَعِنْدَ غُرُوبِ الشَّمْسِ، جَمِيعُ الَّذِينَ كَانَ عِنْدَهُمْ سُقَمَاءُ بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ قَدَّمُوهُمْ إِلَيْهِ، فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ وَشَفَاهُمْ.
Δύνοντος ; δὲ τοῦ ; ἡλίου πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον ; αὐτοὺς πρὸς ; αὐτόν· ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἑνὶ ; ἑκάστῳ αὐτῶν ὁ ; ἐθεράπευσεν; αὐτούς.
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ الْجُمُوعُ يُفَتِّشُونَ عَلَيْهِ. فَجَاءُوا إِلَيْهِ وَأَمْسَكُوهُ لِئَلاَّ يَذْهَبَ عَنْهُمْ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον, ἔρημον καὶ οἱ ; ὄχλοι ἐζήτουν αὐτὸν καὶ ; ἦλθον ἕως ; αὐτοῦ αὐτὸν ; κατεῖχον ; καὶ μὴ πορεύεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν.
وَإِذْ كَانَ الْجَمْعُ يَزْدَحِمُ عَلَيْهِ لِيَسْمَعَ كَلِمَةَ اللهِ، كَانَ وَاقِفًا عِنْدَ بُحَيْرَةِ جَنِّيسَارَتَ.
Ἐγένετο ; δὲ τὸν ; ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ καὶ ; ἀκούειν τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν ; λίμνην Γεννησαρὲτ
فَدَخَلَ إِحْدَى السَّفِينَتَيْنِ الَّتِي كَانَتْ لِسِمْعَانَ، وَسَأَلَهُ أَنْ يُبْعِدَ قَلِيلاً عَنِ الْبَرِّ. ثُمَّ جَلَسَ وَصَارَ يُعَلِّمُ الْجُمُوعَ مِنَ السَّفِينَةِ.
ἐμβὰς ; δὲ εἰς ; ἓν τῶν ; πλοίων ὃ ἦν τοῦ ; Σίμωνος, ἠρώτησεν ; αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. ἀπὸ τῆς ; γῆς καὶ ; δὲ καθίσας ἐδίδασκεν τοὺς ; ὄχλους.¶ ἐκ τοῦ ; πλοίου
فَدَخَلَ إِحْدَى السَّفِينَتَيْنِ الَّتِي كَانَتْ لِسِمْعَانَ، وَسَأَلَهُ أَنْ يُبْعِدَ قَلِيلاً عَنِ الْبَرِّ. ثُمَّ جَلَسَ وَصَارَ يُعَلِّمُ الْجُمُوعَ مِنَ السَّفِينَةِ.
ἐμβὰς ; δὲ εἰς ; ἓν τῶν ; πλοίων ὃ ἦν τοῦ ; Σίμωνος, ἠρώτησεν ; αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. ἀπὸ τῆς ; γῆς καὶ ; δὲ καθίσας ἐδίδασκεν τοὺς ; ὄχλους.¶ ἐκ τοῦ ; πλοίου
وَلَمَّا فَرَغَ مِنَ الْكَلاَمِ قَالَ لِسِمْعَانَ: ابْعُدْ إِلَى الْعُمْقِ وَأَلْقُوا شِبَاكَكُمْ لِلصَّيْدِ.
Ὡς ; δὲ ἐπαύσατο λαλῶν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ ; βάθος, καὶ ; χαλάσατε τὰ ; δίκτυα ; ὑμῶν εἰς ; ἄγραν.
فَأَجَابَ سِمْعَانُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ تَعِبْنَا اللَّيْلَ كُلَّهُ وَلَمْ نَأْخُذْ شَيْئًا. وَلكِنْ عَلَى كَلِمَتِكَ أُلْقِي الشَّبَكَةَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, κοπιάσαντες δι᾽ ; τῆς ; νυκτὸς ὅλης οὐδὲν ; ἐλάβομεν, δὲ ἐπὶ τῷ ; ῥήματί ; σου χαλάσω τὸ; δίκτυον
فَلَمَّا رَأَى سِمْعَانُ بُطْرُسُ خَرَّ عِنْدَ رُكْبَتَيْ يَسُوعَ قَائِلاً: اخْرُجْ مِنْ سَفِينَتِي يَا رَبُّ، لأَنِّي رَجُلٌ خَاطِئٌ..
δὲ Ἰδὼν Σίμων Πέτρος προσέπεσεν τοῖς ; γόνασιν τοῦ ; Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, κύριε. ὅτι ; εἰμι, ἀνὴρ ἁμαρτωλός
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
فَذَاعَ الْخَبَرُ عَنْهُ أَكْثَرَ. فَاجْتَمَعَ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ لِكَيْ يَسْمَعُوا وَيُشْفَوْا بِهِ مِنْ أَمْرَاضِهِمْ.
Διήρχετο ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτοῦ· μᾶλλον καὶ ; συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ ; θεραπεύεσθαι ὑπ᾽ ; αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ; ἀσθενειῶν ; αὐτῶν·
وَأَمَّا هُوَ فَكَانَ يَعْتَزِلُ فِي الْبَرَارِي وَيُصَلِّي.
δὲ αὐτὸς ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ; ἐρήμοις καὶ ; προσευχόμενος.¶
فَشَعَرَ يَسُوعُ بِأَفْكَارِهِمْ، وَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: مَاذَا تُفَكِّرُونَ فِي قُلُوبِكُمْ.
Ἐπιγνοὺς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τί διαλογίζεσθε ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لابْنِ الإِنْسَانِ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَغْفِرَ الْخَطَايَا، قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ فِرَاشَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
δὲ ἵνα εἰδῆτε ὅτι ὁ ; υἱὸς ; ἔχει τοῦ ; ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας, εἶπεν τῷ ; παραλελυμένῳ· σοὶ λέγω, ἔγειραι καὶ ; ἄρας τὸ ; κλινίδιόν ; σου, πορεύου εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.
وَقَالُوا لَهُ: لِمَاذَا يَصُومُ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا كَثِيرًا وَيُقَدِّمُونَ طِلْبَاتٍ، وَكَذلِكَ تَلاَمِيذُ الْفَرِّيسِيِّينَ أَيْضًا، وَأَمَّا تَلاَمِيذُكَ فَيَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτόν· διὰ ; τί νηστεύουσιν οἱ ; μαθηταὶ Ἰωάννου πυκνὰ καὶ ; ποιοῦνται, δεήσεις ὁμοίως οἱ τῶν ; Φαρισαίων, καὶ δὲ οἱ ; σοὶ ἐσθίουσιν καὶ ; πίνουσιν.¶
وَلكِنْ سَتَأْتِي أَيَّامٌ حِينَ يُرْفَعُ الْعَرِيسُ عَنْهُمْ، فَحِينَئِذٍ يَصُومُونَ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ.
δὲ ἐλεύσονται ἡμέραι, ὅταν ἀπαρθῇ ὁ ; νυμφίος, ἀπ᾽ ; αὐτῶν τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις.
وَقَالَ لَهُمْ أَيْضًا مَثَلاً: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ رُقْعَةً مِنْ ثَوْبٍ جَدِيدٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْجَدِيدُ يَشُقُّهُ، وَالْعَتِيقُ لاَ تُوافِقُهُ الرُّقْعَةُ الَّتِي مِنَ الْجَدِيدِ.
ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς καὶ παραβολὴν ὅτι ; οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ἀπὸ ἱματίου καινοῦ ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; καὶ ; τὸ ; καινὸν σχίσας καὶ ; τῷ ; παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ; ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ ; καινοῦ.
وَكَانَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُرَاقِبُونَهُ هَلْ يَشْفِي فِي السَّبْتِ، لِكَيْ يَجِدُوا عَلَيْهِ شِكَايَةً.
δὲ οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι Παρετήρουν; αὐτὸν εἰ θεραπεύσει ἐν τῷ ; σαββάτῳ ἵνα εὕρωσιν αὐτοῦ. κατηγορίαν
أَمَّا هُوَ فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي يَدُهُ يَابِسَةٌ: قُمْ وَقِفْ فِي الْوَسْطِ. فَقَامَ وَوَقَفَ.
δὲ αὐτὸς ᾔδει τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν. καὶ ; εἶπεν τῷ ; ἀνδρὶ τῷ ; ἔχοντι τὴν ; χεῖρα· ξηρὰν Ἔγειραι καὶ ; στῆθι εἰς τὸ ; μέσον. δὲ ; ἀναστὰς ἔστη.
وَكُلُّ مَنْ سَأَلَكَ فَأَعْطِهِ، وَمَنْ أَخَذَ الَّذِي لَكَ فَلاَ تُطَالِبْهُ.
Παντὶ ; δὲ τῷ αἰτοῦντί ; σε δίδου· καὶ ; ἀπὸ ; τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει.
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً: هَلْ يَقْدِرُ أَعْمَى أَنْ يَقُودَ أَعْمَى. أَمَا يَسْقُطُ الاثْنَانِ فِي حُفْرَةٍ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· παραβολὴν μήτι δύναται τυφλὸς ὁδηγεῖν; τυφλὸν οὐχὶ πεσοῦνται ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
لَيْسَ التِّلْمِيذُ أَفْضَلَ مِنْ مُعَلِّمِهِ، بَلْ كُلُّ كَامِلاً يَكُونُ مِثْلَ مُعَلِّمِهِ.
Οὐκ ; ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν ; διδάσκαλον ; αὐτοῦ. δὲ πᾶς κατηρτισμένος ἔσται ὡς ὁ ; διδάσκαλος ; αὐτοῦ.¶
لِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
Τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου, δὲ τὴν ; δοκὸν τὴν ἐν τῷ ; ἰδίῳ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
لِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
Τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου, δὲ τὴν ; δοκὸν τὴν ἐν τῷ ; ἰδίῳ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
وَلِمَاذَا تَدْعُونَنِي: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ، وَأَنْتُمْ لاَ تَفْعَلُونَ مَا أَقُولُهُ.
τί ; δέ με ; καλεῖτε· κύριε κύριε, καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω;¶
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
وَلَمَّا أَكْمَلَ أَقْوَالَهُ كُلَّهَا فِي مَسَامِعِ الشَّعْبِ دَخَلَ كَفْرَنَاحُومَ.
Ἐπει δὲ ἐπλήρωσεν τὰ ; ῥήματα ; αὐτοῦ πάντα εἰς τὰς ; ἀκοὰς τοῦ ; λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς ; Καφαρναούμ.
فَلَمَّا سَمِعَ عَنْ يَسُوعَ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ شُيُوخَ الْيَهُودِ يَسْأَلُهُ أَنْ يَأْتِيَ وَيَشْفِيَ عَبْدَهُ.
δὲ ἀκούσας περὶ τοῦ ; Ἰησοῦ ἀπέστειλεν πρὸς ; αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν ; Ἰουδαίων ἐρωτῶν ; αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν ; δοῦλον ; αὐτοῦ.