ك
إصحاح
G748
G749. archiereús
G750
المعنى المختصر للكلمة
archiereús: the high-priest (literally, of the Jews, typically, Christ)
اللفظ الأصلي ἀρχιερεύς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق archiereús (ar-khee-er-yuce)
تكرار الورود في الكتاب 123 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the high-priest (literally, of the Jews, typically, Christ)
2 by extension a chief priest
الإنجليزية — KJV Translation Tags
chief (high) priest chief of the priests

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οἱ ; ἀρχιερεῖς (30×) ὁ ; ἀρχιερεὺς (14×) ἀρχιερεὺς (8×) τοῦ ; ἀρχιερέως (8×) τῶν ; ἀρχιερέων (7×) τοὺς ; ἀρχιερεῖς (6×) ἀρχιερέα (4×) Οἱ ; ἀρχιερεῖς (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (123 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَدَعَا بِيلاَطُسُ رُؤَسَاءَ الْكَهَنَةِ وَالْعُظَمَاءَ وَالشَّعْبَ،
δὲ ; συγκαλεσάμενος Πιλᾶτος τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; τοὺς ; ἄρχοντας καὶ ; τὸν ; λαὸν
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
كَيْفَ أَسْلَمَهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَحُكَّامُنَا لِقَضَاءِ الْمَوْتِ وَصَلَبُوهُ.
ὅπως ; τε παρέδωκαν ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ἄρχοντες ; ἡμῶν εἰς ; κρίμα θανάτου καὶ ; ἐσταύρωσαν ; αὐτόν.
سَمِعَ الْفَرِّيسِيُّونَ الْجَمْعَ يَتَنَاجَوْنَ بِهذَا مِنْ نَحْوِهِ، فَأَرْسَلَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ خُدَّامًا لِيُمْسِكُوهُ.
ἤκουσαν οἱ ; Φαρισαῖοι τοῦ ; ὄχλου γογγύζοντος ταῦτα, περὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπέστειλαν οἱ ; Φαρισαῖοι οἱ ; ἀρχιερεῖς ὑπηρέτας ἵνα ; πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
فَجَاءَ الْخُدَّامُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا لَمْ تَأْتُوا بِهِ.
Ἦλθον ; οὖν οἱ ; ὑπηρέται πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; Φαρισαίους, καὶ ; εἶπον αὐτοῖς διὰ ; τί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
فَجَمَعَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ مَجْمَعًا وَقَالُوا: مَاذَا نَصْنَعُ. فَإِنَّ هذَا الإِنْسَانَ يَعْمَلُ آيَاتٍ كَثِيرَةً.
Συνήγαγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι συνέδριον καὶ ; ἔλεγον· τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ποιεῖ σημεῖα; πολλὰ
فَقَالَ لَهُمْ وَاحِدٌ مِنْهُمْ، وَهُوَ قَيَافَا، كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ: أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَ شَيْئًا،
δέ ; εἶπεν αὐτοῖς· Εἷς ; τις ἐξ ; αὐτῶν Καϊάφας, ὢν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου, ἐνιαυτοῦ ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν,
وَلَمْ يَقُلْ هذَا مِنْ نَفْسِهِ، بَلْ إِذْ كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ، تَنَبَّأَ أَنَّ يَسُوعَ مُزْمِعٌ أَنْ يَمُوتَ عَنِ الأُمَّةِ،
δὲ ; οὐκ εἶπεν, τοῦτο ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἀλλ᾽ ὢν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου ἐνιαυτοῦ ἐπροφήτευσεν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἔμελλεν ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τοῦ ; ἔθνους,
وَكَانَ أَيْضًا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ قَدْ أَصْدَرُوا أَمْرًا أَنَّهُ إِنْ عَرَفَ أَحَدٌ أَيْنَ هُوَ فَلْيَدُلَّ عَلَيْهِ، لِكَيْ يُمْسِكُوهُ.
δὲ καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι δεδώκεισαν ἐντολήν ἵνα ἐάν γνῷ τις ποῦ ἐστιν μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
فَتَشَاوَرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ لِيَقْتُلُوا لِعَازَرَ أَيْضًا،
ἐβουλεύσαντο ; δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἵνα ; ἀποκτείνωσιν, τὸν ; Λάζαρον καὶ
فَأَخَذَ يَهُوذَا الْجُنْدَ وَخُدَّامًا مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ، وَجَاءَ إِلَى هُنَاكَ بِمَشَاعِلَ وَمَصَابِيحَ وَسِلاَحٍ.
οὖν ; λαβὼν Ὁ ; Ἰούδας τὴν ; σπεῖραν καὶ ; ὑπηρέτας ἐκ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; ἐκ ; τῶν ; Φαρισαίων ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ ; λαμπάδων φανῶν καὶ ; ὅπλων.¶
ثُمَّ إِنَّ سِمْعَانَ بُطْرُسَ كَانَ مَعَهُ سَيْفٌ، فَاسْتَلَّهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى. وَكَانَ اسْمُ الْعَبْدِ مَلْخُسَ.
οὖν Σίμων Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν ; αὐτὴν καὶ ; ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀπέκοψεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον τὸ ; δεξιόν· ἦν ὄνομα τῷ ; δούλῳ Μάλχος.¶
وَمَضَوْا بِهِ إِلَى حَنَّانَ أَوَّلاً، لأَنَّهُ كَانَ حَمَا قَيَافَا الَّذِي كَانَ رَئِيسًا لِلْكَهَنَةِ فِي تِلْكَ السَّنَةِ.
καὶ ; ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς Ἅνναν πρῶτον· γὰρ ἦν πενθερὸς τοῦ ; Καϊάφα ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐκείνου. ἐνιαυτοῦ
وَكَانَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ وَالتِّلْمِيذُ الآخَرُ يَتْبَعَانِ يَسُوعَ، وَكَانَ ذلِكَ التِّلْمِيذُ مَعْرُوفًا عِنْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَدَخَلَ مَعَ يَسُوعَ إِلَى دَارِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
δὲ Σίμων Πέτρος καὶ ; ὁ ; μαθητής. ἄλλος Ἠκολούθει Ἰησοῦ δὲ ; ἦν ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ; συνεισῆλθεν τῷ ; Ἰησοῦ εἰς τὴν ; αὐλὴν τοῦ ; ἀρχιερέως.¶
وَكَانَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ وَالتِّلْمِيذُ الآخَرُ يَتْبَعَانِ يَسُوعَ، وَكَانَ ذلِكَ التِّلْمِيذُ مَعْرُوفًا عِنْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَدَخَلَ مَعَ يَسُوعَ إِلَى دَارِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
δὲ Σίμων Πέτρος καὶ ; ὁ ; μαθητής. ἄλλος Ἠκολούθει Ἰησοῦ δὲ ; ἦν ἐκεῖνος ὁ ; μαθητὴς γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ; συνεισῆλθεν τῷ ; Ἰησοῦ εἰς τὴν ; αὐλὴν τοῦ ; ἀρχιερέως.¶
وَأَمَّا بُطْرُسُ فَكَانَ وَاقِفًا عِنْدَ الْبَابِ خَارِجًا. فَخَرَجَ التِّلْمِيذُ الآخَرُ الَّذِي كَانَ مَعْرُوفًا عِنْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَكَلَّمَ الْبَوَّابَةَ فَأَدْخَلَ بُطْرُسَ.
δὲ Ὁ ; Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ ; θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; μαθητὴς ὁ ; ἄλλος ὅς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ; εἶπεν τῇ ; θυρωρῷ καὶ ; εἰσήγαγεν τῇ ; Πέτρον.
فَسَأَلَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ يَسُوعَ عَنْ تَلاَمِيذِهِ وَعَنْ تَعْلِيمِهِ.
οὖν ; ἠρώτησεν Ὁ ; ἀρχιερεὺς τὸν ; Ἰησοῦν περὶ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ τῆς ; διδαχῆς ; αὐτοῦ.
وَلَمَّا قَالَ هذَا لَطَمَ يَسُوعَ وَاحِدٌ مِنَ الْخُدَّامِ كَانَ وَاقِفًا، قَائِلاً: أَهكَذَا تُجَاوِبُ رَئِيسَ الْكَهَنَةِ.
δὲ αὐτοῦ ; εἰπόντος ταῦτα ἔδωκεν ; ῥάπισμα τῷ ; Ἰησοῦ εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ; ἀρχιερεῖ;
وَكَانَ حَنَّانُ قَدْ أَرْسَلَهُ مُوثَقًا إِلَى قَيَافَا رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
οὖν ὁ ; Ἅννας Ἀπέστειλεν ; αὐτὸν δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ; ἀρχιερέα.
قَالَ وَاحِدٌ مِنْ عَبِيدِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَهُوَ نَسِيبُ الَّذِي قَطَعَ بُطْرُسُ أُذْنَهُ: أَمَا رَأَيْتُكَ أَنَا مَعَهُ فِي الْبُسْتَانِ.
λέγει εἷς ἐκ τῶν ; δούλων τοῦ ; ἀρχιερέως ὢν συγγενὴς οὗ ἀπέκοψεν Πέτρος τὸ ; ὠτίον· οὐκ εἶδον ; σε ἐγώ μετ᾽ ; αὐτοῦ; ἐν τῷ ; κήπῳ
أَجَابَهُ بِيلاَطُسُ: أَلَعَلِّي أَنَا يَهُودِيٌّ. أُمَّتُكَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ أَسْلَمُوكَ إِلَيَّ. مَاذَا فَعَلْتَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ ; εἰμι; Ἰουδαῖός τὸ ; ἔθνος ; τὸ ; σὸν καὶ ; οἱ ; ἀρχιερεῖς παρέδωκάν ; σε ἐμοί· τί ἐποίησας;¶
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
مَعَ حَنَّانَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ وَقَيَافَا وَيُوحَنَّا وَالإِسْكَنْدَرِ، وَجَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا مِنْ عَشِيرَةِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
καὶ Ἄνναν τὸν; ἀρχιερέα καὶ ; Καϊάφαν καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; Ἀλέξανδρον καὶ ; ὅσοι ἦσαν ἐκ γένους ἀρχιερατικοῦ,
وَلَمَّا أُطْلِقَا أَتَيَا إِلَى رُفَقَائِهِمَا وَأَخْبَرَاهُمْ بِكُلِّ مَا قَالَهُ لَهُمَا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ.
Ἀπολυθέντες ; δὲ ἦλθον πρὸς τοὺς ; ἰδίους καὶ ; ἀπήγγειλαν ὅσα εἶπαν. πρὸς ; αὐτοὺς οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι
فَقَامَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الَّذِينَ مَعَهُ، الَّذِينَ هُمْ شِيعَةُ الصَّدُّوقِيِّينَ، وَامْتَلأُوا غَيْرَةً
Ἀναστὰς ; δὲ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πάντες οἱ σὺν ; αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν ; Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
فَلَمَّا سَمِعَ الْكَاهِنُ وَقَائِدُ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ هذِهِ الأَقْوَالَ، ارْتَابُوا مِنْ جِهَتِهِمْ: مَا عَسَى أَنْ يَصِيرَ هذَا.
ὡς ; δὲ ἤκουσαν ὅ ; τε ; ἱερεὺς καὶ ; ὁ ; στρατηγὸς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; οἱ ; ἀρχιερεῖς, τούτους τοὺς ; λόγους διηπόρουν περὶ ; αὐτῶν, τί ἂν γένοιτο τοῦτο.
فَلَمَّا أَحْضَرُوهُمْ أَوْقَفُوهُمْ فِي الْمَجْمَعِ. فَسَأَلَهُمْ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ
Ἀγαγόντες ; δὲ ; αὐτοὺς ἔστησαν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ. καὶ ; ἐπηρώτησεν ; αὐτοὺς ὁ ; ἀρχιερεὺς