ك
إصحاح
G5612
G5613. hōs
G5614
المعنى المختصر للكلمة
hōs: which how, i.e. in that manner (very variously used, as follows)
اللفظ الأصلي ὡς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hōs (hoce)
تكرار الورود في الكتاب 245 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

which how, i.e. in that manner (very variously used, as follows)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
about after (that) (according) as (it had been, it were) as soon (as) even as (like) for how (greatly) like (as, unto) since so (that) that to wit unto when(-soever) while X with all speed

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὡς (212×) καὶ ; ὡς (11×) Καὶ ; ὡς (4×) ὥς (2×) οὖν ; ὡς (2×) δὲ ; ὡς (2×) Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς (2×) Ὡς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (245 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا هُوَ يَقْتَرِبُ نَظَرَ إِلَى الْمَدِينَةِ وَبَكَى عَلَيْهَا
Καὶ ; ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν ; πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾽ ; αὐτῇ
وَأَمَّا أَنَّ الْمَوْتَى يَقُومُونَ، فَقَدْ دَلَّ عَلَيْهِ مُوسَى أَيْضًا فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ كَمَا يَقُولُ: اَلرَّبُّ إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ ὅτι οἱ ; νεκροί, ἐγείρονται ἐμήνυσεν Μωϋσῆς καὶ ἐπὶ τῆς ; βάτου ὡς λέγει κύριον τὸν ; θεὸν Ἀβραὰμ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰσαὰκ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰακώβ.
لأَنْ مَنْ هُوَ أَكْبَرُ: أَلَّذِي يَتَّكِئُ أَمِ الَّذِي يَخْدُمُ. أَلَيْسَ الَّذِي يَتَّكِئُ. وَلكِنِّي أَنَا بَيْنَكُمْ كَالَّذِي يَخْدُمُ.
γὰρ τίς μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἢ ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; δὲ ἐγὼ ; εἰμι ἐν ; μέσῳ ; ὑμῶν εἰμι ; ὡς ὁ ; διακονῶν.
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالشُّيُوخِ الْمُقْبِلِينَ عَلَيْهِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ.
δὲ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς πρὸς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; στρατηγοὺς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; πρεσβυτέρους· τοὺς ; παραγενομένους ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων;
فَالْتَفَتَ الرَّبُّ وَنَظَرَ إِلَى بُطْرُسَ، فَتَذَكَّرَ بُطْرُسُ كَلاَمَ الرَّبِّ، كَيْفَ قَالَ لَهُ: إِنَّكَ قَبْلَ أَنْ يَصِيحَ الدِّيكُ تُنْكِرُنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
καὶ ; στραφεὶς ὁ ; κύριος ἐνέβλεψεν τῷ ; Πέτρῳ, καὶ ; ὑπεμνήσθη ὁ ; Πέτρος τοῦ ; λόγου τοῦ ; κυρίου ὡς εἶπεν αὐτῷ ὅτι πρὶν φωνῆσαι ἀλέκτορα ἀπαρνήσῃ ; με τρίς.
وَلَمَّا كَانَ النَّهَارُ اجْتَمَعَتْ مَشْيَخَةُ الشَّعْبِ: رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ، وَأَصْعَدُوهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ
Καὶ ; ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ ; πρεσβυτέριον τοῦ ; λαοῦ, ἀρχιερεῖς τε ; καὶ ; γραμματεῖς, καὶ ; ἀνήγαγον; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; ἑαυτῶν
وَقَالَ لَهُمْ: قَدْ قَدَّمْتُمْ إِلَيَّ هذَا الإِنْسَانَ كَمَنْ يُفْسِدُ الشَّعْبَ. وَهَا أَنَا قَدْ فَحَصْتُ قُدَّامَكُمْ وَلَمْ أَجِدْ فِي هذَا الإِنْسَانِ عِلَّةً مِمَّا تَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ.
εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τοῦτον τὸν ; ἄνθρωπον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν ; λαόν· καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀνακρίνας ἐνώπιον ; ὑμῶν οὐθὲν εὗρον ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνθρώπῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ᾽ ; αὐτοῦ·
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ أَمْسَكُوا سِمْعَانَ، رَجُلاً قَيْرَوَانِيًّا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَوَضَعُوا عَلَيْهِ الصَّلِيبَ لِيَحْمِلَهُ خَلْفَ يَسُوعَ.
Καὶ ; ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου τοῦ ἐρχομένου ἀπ᾽ ἀγροῦ ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν ; σταυρὸν φέρειν ὄπισθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
وَتَبِعَتْهُ نِسَاءٌ كُنَّ قَدْ أَتَيْنَ مَعَهُ مِنَ الْجَلِيلِ، وَنَظَرْنَ الْقَبْرَ وَكَيْفَ وُضِعَ جَسَدُهُ.
κατακολουθήσασαι ; δὲ ; καὶ γυναῖκες αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ, ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐθεάσαντο τὸ ; μνημεῖον καὶ ; ὡς ἐτέθη τὸ ; σῶμα ; αὐτοῦ.
لَيْسَ هُوَ ههُنَا، لكِنَّهُ قَامَ. اُذْكُرْنَ كَيْفَ كَلَّمَكُنَّ وَهُوَ بَعْدُ فِي الْجَلِيلِ
οὐκ ἔστιν ὧδε ἀλλ᾽ ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ; ὑμῖν ὢν ἔτι ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ
فَقَالَ بَعْضُهُمَا لِبَعْضٍ: أَلَمْ يَكُنْ قَلْبُنَا مُلْتَهِبًا فِينَا إِذْ كَانَ يُكَلِّمُنَا فِي الطَّرِيقِ وَيُوضِحُ لَنَا الْكُتُبَ.
καὶ ; εἶπαν πρὸς ; ἀλλήλους· οὐχὶ ἦν ἡ ; καρδία ; ἡμῶν καιομένη ἐν ; ἡμῖν ὡς ἐλάλει ; ἡμῖν ἐν τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ὡς ; διήνοιγεν ἡμῖν τὰς ; γραφάς;¶
وَأَمَّا هُمَا فَكَانَا يُخْبِرَانِ بِمَا حَدَثَ فِي الطَّرِيقِ، وَكَيْفَ عَرَفَاهُ عِنْدَ كَسْرِ الْخُبْزِ.
καὶ ; αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ὡς ἐγνώσθη ; αὐτοῖς ἐν τῇ ; κλάσει τοῦ ; ἄρτου.¶
وَالْكَلِمَةُ صَارَ جَسَدًا وَحَلَّ بَيْنَنَا، وَرَأَيْنَا مَجْدَهُ، مَجْدًا كَمَا لِوَحِيدٍ مِنَ الآبِ، مَمْلُوءًا نِعْمَةً وَحَقًّا.
καὶ ; ὁ ; λόγος ἐγένετο σὰρξ καὶ ; ἐσκήνωσεν ἐν ; ἡμῖν, καὶ ; ἐθεασάμεθα τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ; ἀληθείας.¶
فَقَالَ لَهُمَا: تَعَالَيَا وَانْظُرَا. فَأَتَيَا وَنَظَرَا أَيْنَ كَانَ يَمْكُثُ، وَمَكَثَا عِنْدَهُ ذلِكَ الْيَوْمَ. وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ الْعَاشِرَةِ.
λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ; ἴδετε ἦλθαν καὶ ; εἶδαν ποῦ μένει, καὶ ; ἔμειναν παρ᾽ ; αὐτῷ ἐκείνην· τὴν ; ἡμέραν δέ ; ἦν ὡς ὥρα δεκάτη.
فَلَمَّا شَبِعُوا، قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: اجْمَعُوا الْكِسَرَ الْفَاضِلَةَ لِكَيْ لاَ يَضِيعَ شَيْءٌ.
δὲ ; ὡς ἐνεπλήσθησαν λέγει τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ ; κλάσματα περισσεύσαντα ἵνα μή ἀπόληται. τι
فَلَمَّا كَانُوا قَدْ جَذَّفُوا نَحْوَ خَمْسٍ وَعِشْرِينَ أَوْ ثَلاَثِينَ غَلْوَةً، نَظَرُوا يَسُوعَ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ مُقْتَرِبًا مِنَ السَّفِينَةِ، فَخَافُوا.
οὖν ἐληλακότες ὡς πέντε εἴκοσι ἢ τριάκοντα, σταδίους θεωροῦσιν Ἰησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης καὶ ; ἐγγὺς ; γινόμενον, τοῦ ; πλοίου καὶ ; ἐφοβήθησαν.
وَلَمَّا كَانَ إِخْوَتُهُ قَدْ صَعِدُوا، حِينَئِذٍ صَعِدَ هُوَ أَيْضًا إِلَى الْعِيدِ، لاَ ظَاهِرًا بَلْ كَأَنَّهُ فِي الْخَفَاءِ.
Ὡς ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ ἀνέβησαν τότε ἀνέβη αὐτὸς καὶ εἰς τὴν ; ἑορτήν, οὐ φανερῶς ἀλλ᾽ ὡς ἐν κρυπτῷ.
أَجَابَ الْخُدَّامُ: لَمْ يَتَكَلَّمْ إِنْسَانٌ هكَذَا مِثْلَ هذَا الإِنْسَانِ..
ἀπεκρίθησαν οἱ ; ὑπηρέται· οὐδέποτε ἐλάλησεν ἄνθρωπος οὕτως ὡς οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος.
فَلَمَّا سَمِعَتْ مَرْثَا أَنَّ يَسُوعَ آتٍ لاَقَتْهُ، وَأَمَّا مَرْيَمُ فَاسْتَمَرَّتْ جَالِسَةً فِي الْبَيْتِ.
οὖν ; ὡς ἤκουσεν Ἡ ; Μάρθα, ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν ; αὐτῷ· δὲ Μαριὰμ ἐκαθέζετο. ἐν τῷ ; οἴκῳ
أَمَّا تِلْكَ فَلَمَّا سَمِعَتْ قَامَتْ سَرِيعًا وَجَاءَتْ إِلَيْهِ.
δὲ ἐκείνη ὡς ἤκουσεν ἐγείρεται ταχὺ καὶ ; ἔρχεται πρὸς ; αὐτόν.
فَمَرْيَمُ لَمَّا أَتَتْ إِلَى حَيْثُ كَانَ يَسُوعُ وَرَأَتْهُ، خَرَّتْ عِنْدَ رِجْلَيْهِ قَائِلَةً لَهُ: يَا سَيِّدُ، لَوْ كُنْتَ ههُنَا لَمْ يَمُتْ أَخِي..
ἡ ; οὖν ; Μαριὰμ ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ; Ἰησοῦς, ἰδοῦσα ; αὐτὸν ἔπεσεν εἰς αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας λέγουσα αὐτῷ· κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ; ἀπέθανεν μου ; ὁ ; ἀδελφός.
فَلَمَّا رَآهَا يَسُوعُ تَبْكِي، وَالْيَهُودُ الَّذِينَ جَاءُوا مَعَهَا يَبْكُونَ، انْزَعَجَ بِالرُّوحِ وَاضْطَرَبَ،
οὖν ; ὡς εἶδεν ; αὐτὴν Ἰησοῦς κλαίουσαν καὶ ; τοὺς ; Ἰουδαίους συνελθόντας ; αὐτῇ κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ ; πνεύματι καὶ ; ἐτάραξεν ; ἑαυτὸν
وَأَمَّا يَسُوعُ فَلَمَّا جَاءُوا إِلَيْهِ لَمْ يَكْسِرُوا سَاقَيْهِ، لأَنَّهُمْ رَأَوْهُ قَدْ مَاتَ.
δὲ τὸν ; Ἰησοῦν ἐλθόντες, ἐπὶ οὐ κατέαξαν αὐτοῦ ; τὰ ; σκέλη, ὡς εἶδον ; αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα,
وَفِيمَا كَانُوا يَشْخَصُونَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُنْطَلِقٌ، إِذَا رَجُلاَنِ قَدْ وَقَفَا بِهِمْ بِلِبَاسٍ أَبْيَضَ،
καὶ ; ὡς ἦσαν ἀτενίζοντες εἰς τὸν ; οὐρανὸν αὐτοῦ, πορευομένου καὶ ; ἰδοὺ ἄνδρες ; δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ; ἐσθῆτι λευκῇ
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ قَامَ بُطْرُسُ فِي وَسْطِ التَّلاَمِيذِ، وَكَانَ عِدَّةُ أَسْمَاءٍ مَعًا نَحْوَ مِئَةٍ وَعِشْرِينَ. فَقَالَ:
Καὶ ; ἐν ταύταις ταῖς ; ἡμέραις ἀναστὰς Πέτρος ἐν μέσῳ τῶν ; μαθητῶν ἦν ; τε ὄχλος ὀνομάτων ἐπὶ ὡς ἑκατὸν εἴκοσι· εἶπεν·
لأَنَّ هؤُلاَءِ لَيْسُوا سُكَارَى كَمَا أَنْتُمْ تَظُنُّونَ، لأَنَّهَا السَّاعَةُ الثَّالِثَةُ مِنَ النَّهَارِ.
γὰρ οὗτοι οὐ μεθύουσιν, ὡς ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε ἔστιν ; γὰρ ὥρα τρίτη τῆς ἡμέρας,
فَلَمَّا رَأَى بُطْرُسُ أَجَابَ الشَّعْبَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ تَتَعَجَّبُونَ مِنْ هذَا. وَلِمَاذَا تَشْخَصُونَ إِلَيْنَا، كَأَنَّنَا بِقُوَّتِنَا أَوْ تَقْوَانَا قَدْ جَعَلْنَا هذَا يَمْشِي.
ἰδὼν ; δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς ; τὸν ; λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ; τί ἀτενίζετε ἡμῖν ὡς ἰδίᾳ ; δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ ; αὐτόν; περιπατεῖν
ثُمَّ حَدَثَ بَعْدَ مُدَّةِ نَحْوِ ثَلاَثِ سَاعَاتٍ، أَنَّ امْرَأَتَهُ دَخَلَتْ، وَلَيْسَ لَهَا خَبَرُ مَا جَرَى.
ἐγένετο ; δὲ διάστημα ὡς τριῶν ὡρῶν καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ εἰσῆλθεν. μὴ εἰδυῖα τὸ ; γεγονὸς
يَا قُسَاةَ الرِّقَابِ، وَغَيْرَ الْمَخْتُونِينَ بِالْقُلُوبِ وَالآذَانِ. أَنْتُمْ دَائِمًا تُقَاوِمُونَ الرُّوحَ الْقُدُسَ. كَمَا كَانَ آبَاؤُكُمْ كَذلِكَ أَنْتُمْ.
σκληροτράχηλοι καὶ ; ἀπερίτμητοι τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; τοῖς ; ὠσίν, ὑμῶν ἀεὶ ἀντιπίπτετε, τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἁγίῳ ὡς οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν καὶ ὑμεῖς·
وَأَمَّا فَصْلُ الْكِتَابِ الَّذِي كَانَ يَقْرَأُهُ فَكَانَ هذَا: مِثْلَ شَاةٍ سِيقَ إِلَى الذَّبْحِ، وَمِثْلَ خَرُوفٍ صَامِتٍ أَمَامَ الَّذِي يَجُزُّهُ هكَذَا لَمْ يَفْتَحْ فَاهُ.
ἡ ; δὲ ; περιοχὴ τῆς ; γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἤχθη, ἐπὶ σφαγὴν καὶ ; ὡς ἀμνὸς ἄφωνος, ἐναντίον τοῦ κείροντος; αὐτὸν οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.