ك
إصحاح
G5612
G5613. hōs
G5614
المعنى المختصر للكلمة
hōs: which how, i.e. in that manner (very variously used, as follows)
اللفظ الأصلي ὡς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hōs (hoce)
تكرار الورود في الكتاب 245 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

which how, i.e. in that manner (very variously used, as follows)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
about after (that) (according) as (it had been, it were) as soon (as) even as (like) for how (greatly) like (as, unto) since so (that) that to wit unto when(-soever) while X with all speed

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὡς (212×) καὶ ; ὡς (11×) Καὶ ; ὡς (4×) ὥς (2×) οὖν ; ὡς (2×) δὲ ; ὡς (2×) Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς (2×) Ὡς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (245 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
الَّذِي لأَجْلِهِ أَنَا سَفِيرٌ فِي سَلاَسِلَ، لِكَيْ أُجَاهِرَ فِيهِ كَمَا يَجِبُ أَنْ أَتَكَلَّمَ.
οὗ ὑπὲρ πρεσβεύω ἐν ἁλύσει, ἵνα παρρησιάσωμαι ἐν ; αὐτῷ ὡς δεῖ με ; λαλῆσαι.¶
فَإِنَّ اللهَ شَاهِدٌ لِي كَيْفَ أَشْتَاقُ إِلَى جَمِيعِكُمْ فِي أَحْشَاءِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
γάρ ; ἐστιν ὁ ; θεός, Μάρτυς μου ὡς ἐπιποθῶ πάντας ; ὑμᾶς ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ. Χριστοῦ
حَسَبَ انْتِظَارِي وَرَجَائِي أَنِّي لاَ أُخْزَى فِي بَلْ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ كَمَا فِي كُلِّ حِينٍ، كَذلِكَ الآنَ، يَتَعَظَّمُ الْمَسِيحُ فِي جَسَدِي، سَوَاءٌ كَانَ بِحَيَاةٍ أَمْ بِمَوْتٍ.
κατὰ τὴν ; ἀποκαραδοκίαν καὶ ; ἐλπίδα ; μου ὅτι οὐδενὶ αἰσχυνθήσομαι ἐν ἀλλ᾽ ἐν ; πάσῃ παρρησίᾳ ὡς πάντοτε καὶ νῦν μεγαλυνθήσεται Χριστὸς ἐν τῷ ; σώματί ; μου, εἴτε διὰ ; ζωῆς εἴτε διὰ ; θανάτου.¶
إِذًا يَا أَحِبَّائِي، كَمَا أَطَعْتُمْ كُلَّ حِينٍ، لَيْسَ كَمَا فِي حُضُورِي فَقَطْ، بَلِ الآنَ بِالأَوْلَى جِدًّا فِي غِيَابِي، تَمِّمُوا خَلاَصَكُمْ بِخَوْفٍ وَرِعْدَةٍ،
Ὥστε, ἀγαπητοί ; μου, καθὼς ὑπηκούσατε, πάντοτε μὴ ὡς ἐν τῇ ; παρουσίᾳ ; μου μόνον ἀλλὰ νῦν μᾶλλον πολλῷ ἐν τῇ ; ἀπουσίᾳ ; μου, κατεργάζεσθε· τὴν ; ἑαυτῶν ; σωτηρίαν μετὰ ; φόβου καὶ ; τρόμου
فَكَمَا قَبِلْتُمُ الْمَسِيحَ يَسُوعَ الرَّبَّ اسْلُكُوا فِيهِ،
οὖν ; Ὡς παρελάβετε τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν ; κύριον, περιπατεῖτε ἐν ; αὐτῷ
إِذًا إِنْ كُنْتُمْ قَدْ مُتُّمْ مَعَ الْمَسِيحِ عَنْ أَرْكَانِ الْعَالَمِ، فَلِمَاذَا كَأَنَّكُمْ عَائِشُونَ فِي الْعَالَمِ. تُفْرَضُ عَلَيْكُمْ فَرَائِضُ:
οὖν Εἰ ἀπεθάνετε σὺν τῷ ; Χριστῷ ἀπὸ τῶν ; στοιχείων τοῦ ; κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε;
أَيُّهَا الْعَبِيدُ، أَطِيعُوا فِي كُلِّ شَيْءٍ حَسَبَ الْجَسَدِ، لاَ بِخِدْمَةِ الْعَيْنِ كَمَنْ يُرْضِي النَّاسَ، بَلْ بِبَسَاطَةِ الْقَلْبِ، خَائِفِينَ الرَّبَّ.
Οἱ δοῦλοι, ὑπακούετε κατὰ πάντα κατὰ σάρκα μὴ ἐν ; ὀφθαλμοδουλείαις ὡς ἀνθρωπάρεσκοι ἀλλ᾽ ἐν ; ἁπλότητι καρδίας φοβούμενοι τὸν ; κυρίοις,
وَكُلُّ مَا فَعَلْتُمْ، فَاعْمَلُوا مِنَ الْقَلْبِ، كَمَا لِلرَّبِّ لَيْسَ لِلنَّاسِ،
καὶ ; πᾶν ὃ ; τι ; ἐὰν ποιῆτε, ἐργάζεσθε ἐκ ψυχῆς ὡς τῷ ; κυρίῳ οὐκ ἀνθρώποις·
كَيْ أُظْهِرَهُ كَمَا يَجِبُ أَنْ أَتَكَلَّمَ.
ἵνα φανερώσω ὡς δεῖ με ; λαλῆσαι.¶
بَلْ كَمَا اسْتُحْسِنَّا مِنَ اللهِ أَنْ نُؤْتَمَنَ عَلَى الإِنْجِيلِ، هكَذَا نَتَكَلَّمُ، لاَ كَأَنَّنَا نُرْضِي النَّاسَ بَلِ اللهَ الَّذِي يَخْتَبِرُ قُلُوبَنَا.
ἀλλὰ καθὼς δεδοκιμάσμεθα ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ πιστευθῆναι τὸ ; εὐαγγέλιον, οὕτως λαλοῦμεν, οὐχ ὡς ἀρέσκοντες ἀνθρώποις ἀλλὰ τῷ ; θεῷ τῷ δοκιμάζοντι τὰς ; καρδίας ; ἡμῶν.
أَنْتُمْ شُهُودٌ، وَاللهُ، كَيْفَ بِطَهَارَةٍ وَبِبِرّ وَبِلاَ لَوْمٍ كُنَّا بَيْنَكُمْ أَنْتُمُ الْمُؤْمِنِينَ.
ὑμεῖς μάρτυρες καὶ ; ὁ ; θεός, ὡς ὁσίως καὶ ; δικαίως καὶ ; ἀμέμπτως ἐγενήθημεν, ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν
كَمَا تَعْلَمُونَ كَيْفَ كُنَّا نَعِظُ كُلَّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ كَالأَبِ لأَوْلاَدِهِ، وَنُشَجِّعُكُمْ،
καθάπερ οἴδατε, ὡς παρακαλοῦντες ; ὑμᾶς ἕκαστον ἕνα ὑμῶν ὡς ; πατὴρ τέκνα ; ἑαυτοῦ καὶ ; παραμυθούμενοι ; καὶ
أَنْ لاَ تَتَزَعْزَعُوا سَرِيعًا عَنْ ذِهْنِكُمْ، وَلاَ تَرْتَاعُوا، لاَ بِرُوحٍ وَلاَ بِكَلِمَةٍ وَلاَ بِرِسَالَةٍ كَأَنَّهَا مِنَّا: أَيْ أَنَّ يَوْمَ الْمَسِيحِ قَدْ حَضَرَ.
εἰς μὴ σαλευθῆναι ; ὑμᾶς ταχέως ἀπὸ τοῦ ; νοὸς μήτε θροεῖσθαι, μήτε διὰ ; πνεύματος μήτε διὰ ; λόγου μήτε δι᾽ ; ἐπιστολῆς ὡς δι᾽ ; ἡμῶν, ὡς ὅτι ἡ ; ἡμέρα τοῦ ; Χριστοῦ ἐνέστηκεν
أَنْ لاَ تَتَزَعْزَعُوا سَرِيعًا عَنْ ذِهْنِكُمْ، وَلاَ تَرْتَاعُوا، لاَ بِرُوحٍ وَلاَ بِكَلِمَةٍ وَلاَ بِرِسَالَةٍ كَأَنَّهَا مِنَّا: أَيْ أَنَّ يَوْمَ الْمَسِيحِ قَدْ حَضَرَ.
εἰς μὴ σαλευθῆναι ; ὑμᾶς ταχέως ἀπὸ τοῦ ; νοὸς μήτε θροεῖσθαι, μήτε διὰ ; πνεύματος μήτε διὰ ; λόγου μήτε δι᾽ ; ἐπιστολῆς ὡς δι᾽ ; ἡμῶν, ὡς ὅτι ἡ ; ἡμέρα τοῦ ; Χριστοῦ ἐνέστηκεν
وَالْعَجَائِزَ كَأُمَّهَاتٍ، وَالْحَدَثَاتِ كَأَخَوَاتٍ، بِكُلِّ طَهَارَةٍ.
πρεσβυτέρας ὡς ; μητέρας, νεωτέρας ἀδελφὰς ; ὡς ἐν ; πάσῃ ἁγνείᾳ.
إِنِّي أَشْكُرُ اللهَ الَّذِي أَعْبُدُهُ مِنْ أَجْدَادِي بِضَمِيرٍ طَاهِرٍ، كَمَا أَذْكُرُكَ بِلاَ انْقِطَاعٍ فِي طَلِبَاتِي لَيْلاً وَنَهَارًا،
ἔχω Χάριν τῷ ; θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν ; συνειδήσει, καθαρᾷ ὡς ἔχω ; τὴν ; περὶ ; σοῦ ; μνείαν ἀδιάλειπτον ἐν ταῖς ; δεήσεσίν ; μου νυκτὸς καὶ ; ἡμέρας
مِنْ أَجْلِ هذَا تَرَكْتُكَ فِي كِرِيتَ لِكَيْ تُكَمِّلَ تَرْتِيبَ الأُمُورِ النَّاقِصَةِ، وَتُقِيمَ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ شُيُوخًا كَمَا أَوْصَيْتُكَ.
χάριν Τούτου κατέλιπόν; σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα ἐπιδιορθώσῃ τὰ λείποντα καὶ ; καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους ὡς ἐγώ ; σοι ; διεταξάμην·
مِنْ أَجْلِ الْمَحَبَّةِ، أَطْلُبُ بِالْحَرِيِّ إِذْ أَنَا إِنْسَانٌ هكَذَا نَظِيرُ بُولُسَ الشَّيْخِ، وَالآنَ أَسِيرُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ أَيْضًا
διὰ τὴν ; ἀγάπην παρακαλῶ, μᾶλλον ὢν τοιοῦτος ὡς Παῦλος πρεσβύτης νυνὶ δέσμιος Ἰησοῦ· Χριστοῦ καὶ
وَلكِنْ بِدُونِ رَأْيِكَ لَمْ أُرِدْ أَنْ أَفْعَلَ لِكَيْ لاَ يَكُونَ خَيْرُكَ كَأَنَّهُ عَلَى سَبِيلِ الاضْطِرَارِ بَلْ عَلَى سَبِيلِ الاخْتِيَارِ.
δὲ χωρὶς τῆς ; σῆς ; γνώμης οὐδὲν ἠθέλησα ποιῆσαι, ἵνα μὴ ᾖ τὸ ; ἀγαθόν ; σου ὡς κατὰ ἀνάγκην ἀλλὰ κατὰ ἑκούσιον.
حَالَ كَوْنِهِ أَمِينًا لِلَّذِي أَقَامَهُ، كَمَا كَانَ مُوسَى أَيْضًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ.
ὄντα πιστὸν τῷ ποιήσαντι ; αὐτὸν ὡς Μωϋσῆς καὶ ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ.
فَلاَ تُقَسُّوا قُلُوبَكُمْ، كَمَا فِي الإِسْخَاطِ، يَوْمَ التَّجْرِبَةِ فِي الْقَفْرِ
μὴ σκληρύνητε τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν ὡς ἐν τῷ ; παραπικρασμῷ κατὰ ; τὴν ; ἡμέραν τοῦ ; πειρασμοῦ ἐν τῇ ; ἐρήμῳ,
حَتَّى أَقْسَمْتُ فِي غَضَبِي: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتِي.
ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ; ὀργῇ ; μου· εἰ εἰσελεύσονται τὴν ; κατάπαυσίν ; μου.¶
إِذْ قِيلَ: الْيَوْمَ، إِنْ سَمِعْتُمْ صَوْتَهُ فَلاَ تُقَسُّوا قُلُوبَكُمْ، كَمَا فِي الإِسْخَاطِ.
ἐν ; τῷ ; λέγεσθαι· σήμερον ἐὰν ἀκούσητε, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ μὴ σκληρύνητε τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν ὡς ἐν τῷ ; παραπικρασμῷ.
لأَنَّنَا نَحْنُ الْمُؤْمِنِينَ نَدْخُلُ الرَّاحَةَ، كَمَا قَالَ: حَتَّى أَقْسَمْتُ فِي غَضَبِي: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتِي مَعَ كَوْنِ الأَعْمَالِ قَدْ أُكْمِلَتْ مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ.
γὰρ οἱ ; πιστεύσαντες Εἰσερχόμεθα ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ; ὀργῇ ; μου· εἰ εἰσελεύσονται ; εἰς τὴν ; κατάπαυσίν ; μου· καίτοι τῶν ; ἔργων γενηθέντων. ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
حَتَّى أَقُولُ كَلِمَةً: إِنَّ لاَوِي أَيْضًا الآخِذَ الأَعْشَارَ قَدْ عُشِّرَ بِإِبْرَاهِيمَ.
καὶ ; ὡς εἰπεῖν· ἔπος Λευὶ καὶ λαμβάνων δεκάτας δεδεκάτωται. δι᾽ ; Ἀβραὰμ
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
اُذْكُرُوا الْمُقَيَّدِينَ كَأَنَّكُمْ مُقَيَّدُونَ مَعَهُمْ، وَالْمُذَلِّينَ كَأَنَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا فِي الْجَسَدِ.
μιμνῄσκεσθε τῶν ; δεσμίων ὡς συνδεδεμένοι, τῶν ; κακουχουμένων ὡς αὐτοὶ καὶ ὄντες ; ἐν σώματι.¶
اُذْكُرُوا الْمُقَيَّدِينَ كَأَنَّكُمْ مُقَيَّدُونَ مَعَهُمْ، وَالْمُذَلِّينَ كَأَنَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا فِي الْجَسَدِ.
μιμνῄσκεσθε τῶν ; δεσμίων ὡς συνδεδεμένοι, τῶν ; κακουχουμένων ὡς αὐτοὶ καὶ ὄντες ; ἐν σώματι.¶
أَطِيعُوا مُرْشِدِيكُمْ وَاخْضَعُوا، لأَنَّهُمْ يَسْهَرُونَ لأَجْلِ نُفُوسِكُمْ كَأَنَّهُمْ سَوْفَ يُعْطُونَ حِسَابًا، لِكَيْ يَفْعَلُوا ذلِكَ بِفَرَحٍ، لاَ آنِّينَ، لأَنَّ هذَا غَيْرُ نَافِعٍ لَكُمْ.
Πείθεσθε τοῖς ; ἡγουμένοις ; ὑμῶν καὶ ; ὑπείκετε· αὐτοὶ ; γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ; ψυχῶν ; ὑμῶν ὡς ἀποδώσοντες, λόγον ἵνα ποιῶσιν τοῦτο μετὰ ; χαρᾶς καὶ ; μὴ στενάζοντες· γὰρ τοῦτο.¶ ἀλυσιτελὲς ὑμῖν