ك
إصحاح
G5462
G5463. chaírō
G5464
المعنى المختصر للكلمة
chaírō: to be "cheer"ful, i.e. calmly happy or well-off
اللفظ الأصلي χαίρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق chaírō (khah-ee-ro)
تكرار الورود في الكتاب 73 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل
1 to be "cheer"ful, i.e. calmly happy or well-off
2 impersonally, especially as salutation (on meeting or parting), be well
الإنجليزية — KJV Translation Tags
farewell be glad God speed greeting hall joy(- fully) rejoice

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

χαίρετε (6×) χαίρω (4×) ἐχάρησαν (3×) χαῖρε (3×) χαίροντες, (3×) χαίροντες (3×) χαίρει (3×) Ἐχάρην (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (73 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا رَأَوْا النَّجْمَ فَرِحُوا فَرَحًا عَظِيمًا جِدًّا.
δὲ ἰδόντες τὸν ; ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα,
اِفْرَحُوا وَتَهَلَّلُوا، لأَنَّ أَجْرَكُمْ عَظِيمٌ فِي السَّمَاوَاتِ، فَإِنَّهُمْ هكَذَا طَرَدُوا الأَنْبِيَاءَ الَّذِينَ قَبْلَكُمْ.
χαίρετε καὶ ; ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ ; μισθὸς ; ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς· γὰρ οὕτως ἐδίωξαν τοὺς ; προφήτας τοὺς πρὸ ; ὑμῶν.¶
متى 18: 13 Mat.18.13
وَإِنِ اتَّفَقَ أَنْ يَجِدَهُ، فَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَفْرَحُ بِهِ أَكْثَرَ مِنَ التِّسْعَةِ وَالتِّسْعِينَ الَّتِي لَمْ تَضِلَّ.
καὶ ; ἐὰν γένηται εὑρεῖν ; αὐτό, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαίρει ἐπ᾽ ; αὐτῷ μᾶλλον ἢ ἐπὶ ; τοῖς ; ἐννέα ἐνενήκοντα τοῖς μὴ πεπλανημένοις.
متى 26: 49 Mat.26.49
فَلِلْوَقْتِ تَقَدَّمَ إِلَى يَسُوعَ وَقَالَ: السَّلاَمُ يَا سَيِّدِي. وَقَبَّلَهُ.
καὶ ; εὐθέως προσελθὼν τῷ ; Ἰησοῦ εἶπεν· χαῖρε ῥαββί, κατεφίλησεν ; αὐτόν.¶ ; καὶ
متى 27: 29 Mat.27.29
وَضَفَرُوا إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَقَصَبَةً فِي يَمِينِهِ. وَكَانُوا يَجْثُونَ قُدَّامَهُ وَيَسْتَهْزِئُونَ بِهِ قَائِلِينَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.
πλέξαντες ; καὶ στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν; κεφαλὴν; αὐτοῦ καὶ ; κάλαμον ἐπὶ τὴν; δεξιὰν; αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν ; αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
وَفِيمَا هُمَا مُنْطَلِقَتَانِ لِتُخْبِرَا تَلاَمِيذَهُ إِذَا يَسُوعُ لاَقَاهُمَا وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكُمَا. فَتَقَدَّمَتَا وَأَمْسَكَتَا بِقَدَمَيْهِ وَسَجَدَتَا لَهُ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπήντησεν; αὐταῖς λέγων· χαίρετε. δὲ ; προσελθοῦσαι ἐκράτησαν ; αἱ αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας καὶ ; προσεκύνησαν αὐτῷ.¶
وَلَمَّا سَمِعُوا فَرِحُوا، وَوَعَدُوهُ أَنْ يُعْطُوهُ فِضَّةً. وَكَانَ يَطْلُبُ كَيْفَ يُسَلِّمُهُ فِي فُرْصَةٍ مُوافِقَةٍ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐχάρησαν καὶ ; ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ; δοῦναι· ἀργύριον καὶ ; ἐζήτει πῶς αὐτὸν ; παραδοῖ.¶ εὐκαίρως
وَابْتَدَأُوا يُسَلِّمُونَ عَلَيْهِ السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.
καὶ ; ἤρξαντο ἀσπάζεσθαι αὐτόν· χαῖρε ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
وَيَكُونُ لَكَ فَرَحٌ وَابْتِهَاجٌ، وَكَثِيرُونَ سَيَفْرَحُونَ بِوِلاَدَتِهِ،
καὶ ; ἔσται σοι χαρά καὶ ; ἀγαλλίασις, καὶ ; πολλοὶ χαρήσονται. ἐπὶ ; τῇ ; γεννήσει; αὐτοῦ
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
اِفْرَحُوا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ وَتَهَلَّلُوا، فَهُوَذَا أَجْرُكُمْ عَظِيمٌ فِي السَّمَاءِ. لأَنَّ آبَاءَهُمْ هكَذَا كَانُوا يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ.
χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ καὶ ; σκιρτήσατε· ἰδοὺ ; γὰρ ὁ ; μισθὸς ; ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ ; οὐρανῷ. γὰρ οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν.¶ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα ἐποίουν τοῖς ; προφήταις
وَلكِنْ لاَ تَفْرَحُوا بِهذَا: أَنَّ الأَرْوَاحَ تَخْضَعُ لَكُمْ، بَلِ افْرَحُوا بِالْحَرِيِّ أَنَّ أَسْمَاءَكُمْ كُتِبَتْ فِي السَّمَاوَاتِ.
πλὴν μὴ χαίρετε ἐν ; τούτῳ ὅτι τὰ ; πνεύματα ὑποτάσσεται· ὑμῖν δὲ χαίρετε μᾶλλον ὅτι τὰ ; ὀνόματα ; ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
وَلكِنْ لاَ تَفْرَحُوا بِهذَا: أَنَّ الأَرْوَاحَ تَخْضَعُ لَكُمْ، بَلِ افْرَحُوا بِالْحَرِيِّ أَنَّ أَسْمَاءَكُمْ كُتِبَتْ فِي السَّمَاوَاتِ.
πλὴν μὴ χαίρετε ἐν ; τούτῳ ὅτι τὰ ; πνεύματα ὑποτάσσεται· ὑμῖν δὲ χαίρετε μᾶλλον ὅτι τὰ ; ὀνόματα ; ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
وَإِذْ قَالَ هذَا أُخْجِلَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا يُعَانِدُونَهُ، وَفَرِحَ كُلُّ الْجَمْعِ بِجَمِيعِ الأَعْمَالِ الْمَجِيدَةِ الْكَائِنَةِ مِنْهُ.
Καὶ λέγοντος ; αὐτοῦ ταῦτα κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι ; αὐτῷ, καὶ ; ἔχαιρεν πᾶς ὁ ; ὄχλος ἐπὶ ; πᾶσιν τοῖς ; ἐνδόξοις γινομένοις ὑπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
وَإِذَا وَجَدَهُ يَضَعُهُ عَلَى مَنْكِبَيْهِ فَرِحًا،
καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ; ὤμους ; ἑαυτοῦ χαίρων,
وَلكِنْ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ نَفْرَحَ وَنُسَرَّ، لأَنَّ أَخَاكَ هذَا كَانَ مَيِّتًا فَعَاشَ، وَكَانَ ضَالُا فَوُجِدَ.
δὲ ἔδει, εὐφρανθῆναι καὶ ; χαρῆναι ὅτι ὁ ; ἀδελφός ; σου οὗτος ἦν νεκρὸς καὶ ; ἀνέζησεν καὶ ; ἦν ἀπολωλὼς καὶ ; εὑρέθη.¶
فَأَسْرَعَ وَنَزَلَ وَقَبِلَهُ فَرِحًا.
καὶ ; σπεύσας κατέβη καὶ ; ὑπεδέξατο ; αὐτὸν χαίρων.
وَلَمَّا قَرُبَ عِنْدَ مُنْحَدَرِ جَبَلِ الزَّيْتُونِ، ابْتَدَأَ كُلُّ جُمْهُورِ التَّلاَمِيذِ يَفْرَحُونَ وَيُسَبِّحُونَ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ، لأَجْلِ جَمِيعِ الْقُوَّاتِ الَّتِي نَظَرُوا،
δὲ Ἐγγίζοντος ; αὐτοῦ ; ἤδη πρὸς τῇ ; καταβάσει τοῦ ; ὄρους τῶν ; ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ ; πλῆθος τῶν ; μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν ; θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν δυνάμεων ὧν εἶδον
فَفَرِحُوا وَعَاهَدُوهُ أَنْ يُعْطُوهُ فِضَّةً.
καὶ ; ἐχάρησαν καὶ ; συνέθεντο αὐτῷ ; δοῦναι. ἀργύριον
وَأَمَّا هِيرُودُسُ فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ فَرِحَ جِدًّا، لأَنَّهُ كَانَ يُرِيدُ مِنْ زَمَانٍ طَوِيل أَنْ يَرَاهُ، لِسَمَاعِهِ عَنْهُ أَشْيَاءَ كَثِيرَةً، وَتَرَجَّى أَنْ يَرَى آيَةً تُصْنَعُ مِنْهُ.
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· γὰρ ἦν θέλων ἐξ χρόνων ἱκανοῦ ἰδεῖν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; ἀκούειν περὶ ; αὐτοῦ πολλὰ καὶ ; ἤλπιζέν ἰδεῖν τι ; σημεῖον γινόμενον. ὑπ᾽ ; αὐτοῦ
مَنْ لَهُ الْعَرُوسُ فَهُوَ الْعَرِيسُ، وَأَمَّا صَدِيقُ الْعَرِيسِ الَّذِي يَقِفُ وَيَسْمَعُهُ فَيَفْرَحُ فَرَحًا مِنْ أَجْلِ صَوْتِ الْعَرِيسِ. إِذًا فَرَحِي هذَا قَدْ كَمَلَ.
Ὁ ; ἔχων τὴν ; νύμφην ἐστίν. νυμφίος δὲ ὁ ; φίλος τοῦ ; νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ; ἀκούων ; αὐτοῦ, χαίρει χαρᾷ διὰ τὴν ; φωνὴν τοῦ ; νυμφίου. οὖν ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ αὕτη πεπλήρωται.
وَالْحَاصِدُ يَأْخُذُ أُجْرَةً وَيَجْمَعُ ثَمَرًا لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، لِكَيْ يَفْرَحَ الزَّارِعُ وَالْحَاصِدُ مَعًا.
καὶ ; ὁ ; θερίζων λαμβάνει μισθὸν καὶ ; συνάγει καρπὸν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον, ἵνα χαίρῃ καὶ ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ὁ ; θερίζων. ὁμοῦ
أَبُوكُمْ إِبْرَاهِيمُ تَهَلَّلَ بِأَنْ يَرَى يَوْمِي فَرَأَى وَفَرِحَ.
ὁ ; πατὴρ ; ὑμῶν Ἀβραὰμ ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ; ἡμέραν ; τὴν ; ἐμὴν καὶ ; εἶδεν καὶ ; ἐχάρη.
وَأَنَا أَفْرَحُ لأَجْلِكُمْ إِنِّي لَمْ أَكُنْ هُنَاكَ، لِتُؤْمِنُوا. وَلكِنْ لِنَذْهَبْ إِلَيْهِ..
καὶ ; χαίρω δι᾽ ; ὑμᾶς, ὅτι ; οὐκ ; ἤμην ἐκεῖ· ἵνα ; πιστεύσητε, ἀλλ᾽ ἄγωμεν πρὸς ; αὐτόν.¶
سَمِعْتُمْ أَنِّي قُلْتُ لَكُمْ: أَنَا أَذْهَبُ ثُمَّ آتِي إِلَيْكُمْ. لَوْ كُنْتُمْ تُحِبُّونَنِي لَكُنْتُمْ تَفْرَحُونَ لأَنِّي قُلْتُ أَمْضِي إِلَى الآبِ، لأَنَّ أَبِي أَعْظَمُ مِنِّي.
ἠκούσατε ὅτι ; ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ; ὑμᾶς. εἰ ἠγαπᾶτέ ; με, ἂν ἐχάρητε ὅτι εἶπον πορεύομαι πρὸς τὸν ; πατέρα, ὅτι ὁ ; πατὴρ ; μου μείζων ; ἐστιν. μού
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ سَتَبْكُونَ وَتَنُوحُونَ وَالْعَالَمُ يَفْرَحُ. أَنْتُمْ سَتَحْزَنُونَ، وَلكِنَّ حُزْنَكُمْ يَتَحَوَّلُ إِلَى فَرَحٍ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ ; θρηνήσετε ; ὑμεῖς, ὁ ; δὲ ; κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾽ ἡ ; λύπη ; ὑμῶν γενήσεται. εἰς χαρὰν
فَأَنْتُمْ كَذلِكَ، عِنْدَكُمُ الآنَ حُزْنٌ. وَلكِنِّي سَأَرَاكُمْ أَيْضًا فَتَفْرَحُ قُلُوبُكُمْ، وَلاَ يَنْزِعُ أَحَدٌ فَرَحَكُمْ مِنْكُمْ
ὑμεῖς ; οὖν Καὶ ἔχετε, νῦν λύπην δὲ ὄψομαι ; ὑμᾶς πάλιν καὶ ; χαρήσεται ὑμῶν ; ἡ ; καρδία, καὶ αἴρει οὐδεὶς τὴν ; χαρὰν ; ὑμῶν ἀφ᾽ ; ὑμῶν,
وَكَانُوا يَقُولُونَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.. وَكَانُوا يَلْطِمُونَهُ.
καὶ ; ἔλεγον· χαῖρε, ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων. καὶ ; ἐδίδοσαν ; αὐτῷ ; ῥαπίσματα.¶
وَأَمَّا هُمْ فَذَهَبُوا فَرِحِينَ مِنْ أَمَامِ الْمَجْمَعِ، لأَنَّهُمْ حُسِبُوا مُسْتَأْهِلِينَ أَنْ يُهَانُوا مِنْ أَجْلِ اسْمِهِ.
μὲν ; οὖν Οἱ ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπὸ προσώπου τοῦ ; συνεδρίου, ὅτι κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι· ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος ; αὐτοῦ
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶