ك
إصحاح
G4770
G4771.
G4772
المعنى المختصر للكلمة
sý: thou
اللفظ الأصلي σύ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (soo)
تكرار الورود في الكتاب 2627 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

thou

الإنجليزية — KJV Translation Tags
thou

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὑμῖν (233×) ὑμεῖς (149×) σὺ (87×) ὑμῖν· (67×) σοι (63×) ὑμῶν (55×) ἐν ; ὑμῖν (49×) ὑμῖν, (45×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2627 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ جَاءُوا مِنْ دَارِ رَئِيسِ الْمَجْمَعِ قَائِلِينَ: ابْنَتُكَ مَاتَتْ. لِمَاذَا تُتْعِبُ الْمُعَلِّمَ بَعْدُ.
ἔτι ; αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ; ἀρχισυναγώγου λέγοντες ὅτι ; ἡ ; θυγάτηρ ; σου ἀπέθανεν· τί σκύλλεις διδάσκαλον;¶ ἔτι
وَأَمْسَكَ بِيَدِ الصَّبِيَّةِ وَقَالَ لَهَا: طَلِيثَا، قُومِي.. الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا صَبِيَّةُ، لَكِ أَقُولُ: قُومِي.
καὶ ; κρατήσας τῆς ; χειρὸς τοῦ ; παιδίου λέγει αὐτῇ· ταλιθα κουμ, ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον, τὸ ; κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειραι
وَكُلُّ مَنْ لاَ يَقْبَلُكُمْ وَلاَ يَسْمَعُ لَكُمْ، فَاخْرُجُوا مِنْ هُنَاكَ وَانْفُضُوا التُّرَابَ الَّذِي تَحْتَ أَرْجُلِكُمْ شَهَادَةً عَلَيْهِمْ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: سَتَكُونُ لأَرْضِ سَدُومَ وَعَمُورَةَ يَوْمَ الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
καὶ ; ὅσοι; ἂν μὴ δέξωνται; ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν ; χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; ὑμῶν εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.¶ Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἔσται Σοδόμοις Γομόρροις ἐν ; ἡμέρᾳ κρίσεως, ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ. τῇ ; πόλει
وَكُلُّ مَنْ لاَ يَقْبَلُكُمْ وَلاَ يَسْمَعُ لَكُمْ، فَاخْرُجُوا مِنْ هُنَاكَ وَانْفُضُوا التُّرَابَ الَّذِي تَحْتَ أَرْجُلِكُمْ شَهَادَةً عَلَيْهِمْ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: سَتَكُونُ لأَرْضِ سَدُومَ وَعَمُورَةَ يَوْمَ الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
καὶ ; ὅσοι; ἂν μὴ δέξωνται; ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν ; χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; ὑμῶν εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.¶ Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἔσται Σοδόμοις Γομόρροις ἐν ; ἡμέρᾳ κρίσεως, ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ. τῇ ; πόλει
وَكُلُّ مَنْ لاَ يَقْبَلُكُمْ وَلاَ يَسْمَعُ لَكُمْ، فَاخْرُجُوا مِنْ هُنَاكَ وَانْفُضُوا التُّرَابَ الَّذِي تَحْتَ أَرْجُلِكُمْ شَهَادَةً عَلَيْهِمْ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: سَتَكُونُ لأَرْضِ سَدُومَ وَعَمُورَةَ يَوْمَ الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
καὶ ; ὅσοι; ἂν μὴ δέξωνται; ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν ; χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; ὑμῶν εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.¶ Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἔσται Σοδόμοις Γομόρροις ἐν ; ἡμέρᾳ κρίσεως, ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ. τῇ ; πόλει
وَكُلُّ مَنْ لاَ يَقْبَلُكُمْ وَلاَ يَسْمَعُ لَكُمْ، فَاخْرُجُوا مِنْ هُنَاكَ وَانْفُضُوا التُّرَابَ الَّذِي تَحْتَ أَرْجُلِكُمْ شَهَادَةً عَلَيْهِمْ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: سَتَكُونُ لأَرْضِ سَدُومَ وَعَمُورَةَ يَوْمَ الدِّينِ حَالَةٌ أَكْثَرُ احْتِمَالاً مِمَّا لِتِلْكَ الْمَدِينَةِ.
καὶ ; ὅσοι; ἂν μὴ δέξωνται; ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν ; χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ; ποδῶν ; ὑμῶν εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.¶ Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἔσται Σοδόμοις Γομόρροις ἐν ; ἡμέρᾳ κρίσεως, ἀνεκτότερον ἢ ἐκείνῃ. τῇ ; πόλει
لأَنَّ يُوحَنَّا كَانَ يَقُولُ لِهِيرُودُسَ: لاَ يَحِلُّ أَنْ تَكُونَ لَكَ امْرَأَةُ أَخِيكَ
γὰρ ὁ ; Ἰωάννης ἔλεγεν τῷ ; Ἡρῴδῃ οὐκ ἔξεστίν ὅτι ἔχειν σοι τὴν ; γυναῖκα τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου.
لأَنَّ يُوحَنَّا كَانَ يَقُولُ لِهِيرُودُسَ: لاَ يَحِلُّ أَنْ تَكُونَ لَكَ امْرَأَةُ أَخِيكَ
γὰρ ὁ ; Ἰωάννης ἔλεγεν τῷ ; Ἡρῴδῃ οὐκ ἔξεστίν ὅτι ἔχειν σοι τὴν ; γυναῖκα τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου.
دَخَلَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا وَرَقَصَتْ، فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ وَالْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ. فَقَالَ الْمَلِكُ لِلصَّبِيَّةِ: مَهْمَا أَرَدْتِ اطْلُبِي مِنِّي فَأُعْطِيَكِ.
καὶ ; εἰσελθούσης τῆς ; θυγατρὸς ; αὐτῆς τῆς ; Ἡρῳδιάδος καὶ ; ὀρχησαμένης καὶ ; ἀρεσάσης τῷ ; Ἡρῴδῃ καὶ ; τοῖς ; συνανακειμένοις εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τῷ ; κορασίῳ· ὃ θέλῃς, αἴτησόν με καὶ ; δώσω ; σοι.
وَأَقْسَمَ لَهَا أَنْ مَهْمَا طَلَبْتِ مِنِّي لأُعْطِيَنَّكِ حَتَّى نِصْفَ مَمْلَكَتِي.
καὶ ; ὤμοσεν αὐτῇ ὅ ; ὅτι; ἐάν αἰτήσῃς με δώσω ; σοι ἕως ἡμίσους τῆς ; βασιλείας ; μου.¶
فَقَالَ لَهُمْ: تَعَالَوْا أَنْتُمْ مُنْفَرِدِينَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ وَاسْتَرِيحُوا قَلِيلاً. لأَنَّ الْقَادِمِينَ وَالذَّاهِبِينَ كَانُوا كَثِيرِينَ، وَلَمْ تَتَيَسَّرْ لَهُمْ فُرْصَةٌ لِلأَكْلِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ; ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον καὶ ; ἀναπαύεσθε ὀλίγον· γὰρ οἱ ; ἐρχόμενοι καὶ ; οἱ ; ὑπάγοντες ἦσαν πολλοί, καὶ ; οὐδὲ εὐκαίρουν.¶ φαγεῖν
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا لَهُ: أَنَمْضِي وَنَبْتَاعُ خُبْزًا بِمِئَتَيْ دِينَارٍ وَنُعْطِيَهُمْ لِيَأْكُلُوا.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν ἄρτους διακοσίων δηναρίων καὶ ; δῶμεν; αὐτοῖς φαγεῖν;¶
ثُمَّ سَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ وَالْكَتَبَةُ: لِمَاذَا لاَ يَسْلُكُ تَلاَمِيذُكَ حَسَبَ تَقْلِيدِ الشُّيُوخِ، بَلْ يَأْكُلُونَ خُبْزًا بِأَيْدٍ غَيْرِ مَغْسُولَةٍ.
Ἔπειτα ἐπερωτῶσιν ; αὐτὸν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς· διὰ ; τί οὐ περιπατοῦσιν οἱ ; μαθηταί ; σου κατὰ τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων, ἀλλὰ ἐσθίουσιν τὸν ; ἄρτον;¶ χερσὶν ἀνίπτοις
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: حَسَنًا تَنَبَّأَ إِشَعْيَاءُ عَنْكُمْ أَنْتُمُ الْمُرَائِينَ. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هذَا الشَّعْبُ يُكْرِمُنِي بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا،
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς καλῶς ἐπροφήτευσεν Ἠσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ; ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται οὗτος ὁ ; λαὸς με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: حَسَنًا. رَفَضْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ لِتَحْفَظُوا تَقْلِيدَكُمْ.
καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· καλῶς ἀθετεῖτε τὴν ; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; τηρήσητε τὴν ; παράδοσιν ; ὑμῶν
لأَنَّ مُوسَى قَالَ: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمُ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ Μωϋσῆς εἶπεν· τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
لأَنَّ مُوسَى قَالَ: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمُ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ Μωϋσῆς εἶπεν· τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَقُولُونَ: إِنْ قَالَ إِنْسَانٌ لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ: قُرْبَانٌ، أَيْ هَدِيَّةٌ، هُوَ الَّذِي تَنْتَفِعُ بِهِ مِنِّي
δὲ ὑμεῖς λέγετε· ἐὰν εἴπῃ ἄνθρωπος τῷ ; πατρὶ ἢ τῇ ; μητρί· κορβᾶν, ὅ ; ἐστιν δῶρον, ὃ ; ἐὰν ὠφεληθῇς, ἐξ ; ἐμοῦ
مُبْطِلِينَ كَلاَمَ اللهِ بِتَقْلِيدِكُمُ الَّذِي سَلَّمْتُمُوهُ. وَأُمُورًا كَثِيرَةً مِثْلَ هذِهِ تَفْعَلُونَ.
ἀκυροῦντες τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ τῇ ; παραδόσει ; ὑμῶν ᾗ παρεδώκατε· καὶ ; παρόμοια πολλὰ τοιαῦτα ποιεῖτε.¶
فَقَالَ لَهَا: لأَجْلِ هذِهِ الْكَلِمَةِ، اذْهَبِي. قَدْ خَرَجَ الشَّيْطَانُ مِنِ ابْنَتِكِ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· διὰ τοῦτον τὸν ; λόγον ὕπαγε, ἐξελήλυθεν τὸ ; δαιμόνιον. ἐκ τῆς ; θυγατρός ; σου
فَتَنَهَّدَ بِرُوحِهِ وَقَالَ: لِمَاذَا يَطْلُبُ هذَا الْجِيلُ آيَةً. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَنْ يُعْطَى الْجِيلُ آيَةً.
Καὶ ; ἀναστενάξας τῷ ; πνεύματι ; αὐτοῦ λέγει· τί ἐπιζητεῖ αὕτη ἡ ; γενεὰ σημεῖον; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰ δοθήσεται τῇ ; γενεᾷ ταύτῃ ; σημεῖον.
فَعَلِمَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ أَنْ لَيْسَ عِنْدَكُمْ خُبْزٌ. أَلاَ تَشْعُرُونَ وَلاَ تَفْهَمُونَ. أَحَتَّى الآنَ قُلُوبُكُمْ غَلِيظَةٌ.
καὶ ; γνοὺς ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ὅτι οὐκ ἔχετε; ἄρτους οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε; ἔτι ἔχετε ; τὴν ; καρδίαν ; ὑμῶν; πεπωρωμένην
وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مِنَ الْقِيَامِ ههُنَا قَوْمًا لاَ يَذُوقُونَ حَتَّى يَرَوْا مَلَكُوتَ اللهِ قَدْ أَتَى بِقُوَّةٍ.
Καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσίν ; τῶν ἑστηκότων ὧδε εἰσίν ; τινες οἵτινες ; οὐ ; μὴ γεύσωνται θανάτου ; ἕως ἴδωσιν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν ; δυνάμει.¶
فَجَعَلَ بُطْرُسُ يَقولُ لِيَسُوعَ: يَا سَيِّدِي، جَيِّدٌ أَنْ نَكُونَ ههُنَا. فَلْنَصْنَعْ ثَلاَثَ مَظَالَّ: لَكَ وَاحِدَةً، وَلِمُوسَى وَاحِدَةً، وَلإِيلِيَّا وَاحِدَةً.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Πέτρος λέγει τῷ ; Ἰησοῦ· ῥαββί, καλόν ; ἐστιν ἡμᾶς ; εἶναι, ὧδε καὶ ; ποιήσωμεν τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ ; Μωϋσεῖ μίαν καὶ ; Ἠλίᾳ μίαν·
لكِنْ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا أَيْضًا قَدْ أَتَى، وَعَمِلُوا بِهِ كُلَّ مَا أَرَادُوا، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ.
ἀλλὰ λέγω ὑμῖν ὅτι Ἠλίας καὶ ἐλήλυθεν, καὶ ; ἐποίησαν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν καθὼς γέγραπται ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶
فَأَجَابَ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ قَدَّمْتُ إِلَيْكَ ابْنِي بِهِ رُوحٌ أَخْرَسُ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν· διδάσκαλε, ἤνεγκα πρὸς ; σὲ τὸν ; υἱόν ; μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.
وَحَيْثُمَا أَدْرَكَهُ يُمَزِّقْهُ فَيُزْبِدُ وَيَصِرُّ بِأَسْنَانِهِ وَيَيْبَسُ. فَقُلْتُ لِتَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ὅπου ; ἂν αὐτὸν ; καταλάβῃ, ῥήσσει ; αὐτόν· καὶ ; ἀφρίζει καὶ ; τρίζει τοὺς ; ὀδόντας ; αὐτοῦ καὶ ; ξηραίνεται. καὶ ; εἶπα τοῖς ; μαθηταῖς ; σου ἵνα ; αὐτὸ ; ἐκβάλωσιν, οὐκ ; καὶ ἴσχυσαν.¶
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الْجِيلُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ، إِلَى مَتَى أَكُونُ مَعَكُمْ. إِلَى مَتَى أَحْتَمِلُكُمْ. قَدِّمُوهُ إِلَيَّ..
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς λέγει· αὐτῷ ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε ἔσομαι, πρὸς ; ὑμᾶς ἕως πότε ἀνέξομαι ; ὑμῶν; φέρετε ; αὐτὸν πρός ; με.
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الْجِيلُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ، إِلَى مَتَى أَكُونُ مَعَكُمْ. إِلَى مَتَى أَحْتَمِلُكُمْ. قَدِّمُوهُ إِلَيَّ..
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς λέγει· αὐτῷ ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε ἔσομαι, πρὸς ; ὑμᾶς ἕως πότε ἀνέξομαι ; ὑμῶν; φέρετε ; αὐτὸν πρός ; με.
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ الْجَمْعَ يَتَرَاكَضُونَ، انْتَهَرَ الرُّوحَ النَّجِسَ قَائِلاً لَهُ: الرُّوحُ الأَخْرَسُ الأَصَمُّ، أَنَا آمُرُكَ: اخْرُجْ مِنْهُ وَلاَ تَدْخُلْهُ أَيْضًا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ὄχλος, ἐπισυντρέχει ἐπετίμησεν τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· πνεῦμα, ; τὸ τὸ ; ἄλαλον καὶ ; κωφὸν ἐγὼ ἐπιτάσσω ; σοι· ἔξελθε ἐξ ; αὐτοῦ, καὶ εἰσέλθῃς ; εἰς ; αὐτόν. μηκέτι