ك
إصحاح
G4770
G4771.
G4772
المعنى المختصر للكلمة
sý: thou
اللفظ الأصلي σύ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (soo)
تكرار الورود في الكتاب 2627 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

thou

الإنجليزية — KJV Translation Tags
thou

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὑμῖν (233×) ὑμεῖς (149×) σὺ (87×) ὑμῖν· (67×) σοι (63×) ὑμῶν (55×) ἐν ; ὑμῖν (49×) ὑμῖν, (45×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2627 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَائِلاً: آهِ. مَا لَنَا وَلَكَ يَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ. أَتَيْتَ لِتُهْلِكَنَا. أَنَا أَعْرِفُكَ مَنْ أَنْتَ: قُدُّوسُ اللهِ.
λέγων· ἔα τί ἡμῖν καὶ ; σοί, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ; ἡμᾶς; οἶδά ; σε τίς εἶ, ὁ ; ἅγιος τοῦ ; θεοῦ.
وَلَمَّا وَجَدُوهُ قَالُوا لَهُ: إِنَّ الْجَمِيعَ يَطْلُبُونَكَ.
καὶ εὑρόντες; αὐτὸν λέγουσιν αὐτῷ ὅτι πάντες ζητοῦσίν ; σε.¶
وَقَالَ لَهُ: انْظُرْ، لاَ تَقُلْ لأَحَدٍ شَيْئًا، بَلِ اذْهَبْ أَرِ نَفْسَكَ لِلْكَاهِنِ وَقَدِّمْ عَنْ تَطْهِيرِكَ مَا أَمَرَ بِهِ مُوسَى، شَهَادَةً لَهُمْ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· ὅρα, μηδενὶ εἴπῃς· μηδὲν ἀλλ᾽ ὕπαγε, δεῖξον σεαυτὸν τῷ ; ἱερεῖ καὶ ; προσένεγκε περὶ τοῦ ; καθαρισμοῦ ; σου ἃ προσέταξεν Μωϋσῆς εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.
وَقَالَ لَهُ: انْظُرْ، لاَ تَقُلْ لأَحَدٍ شَيْئًا، بَلِ اذْهَبْ أَرِ نَفْسَكَ لِلْكَاهِنِ وَقَدِّمْ عَنْ تَطْهِيرِكَ مَا أَمَرَ بِهِ مُوسَى، شَهَادَةً لَهُمْ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· ὅρα, μηδενὶ εἴπῃς· μηδὲν ἀλλ᾽ ὕπαγε, δεῖξον σεαυτὸν τῷ ; ἱερεῖ καὶ ; προσένεγκε περὶ τοῦ ; καθαρισμοῦ ; σου ἃ προσέταξεν Μωϋσῆς εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ، قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: يَا بُنَيَّ، مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
δὲ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν λέγει τῷ ; παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ; ἁμαρτίαι ; σου.
فَلِلْوَقْتِ شَعَرَ يَسُوعُ بِرُوحِهِ أَنَّهُمْ يُفَكِّرُونَ هكَذَا فِي أَنْفُسِهِمْ، فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ بِهذَا فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; εὐθὺς ἐπιγνοὺς ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; πνεύματι ; αὐτοῦ ὅτι διαλογίζονται οὕτως ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ταῦτα ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
أَيُّمَا أَيْسَرُ، أَنْ يُقَالَ لِلْمَفْلُوجِ: مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ، أَمْ أَنْ يُقَالَ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ.
τί ; ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ ; παραλυτικῷ· Ἀφέωνταί σοί αἱ ; ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν· Ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; περιπάτει;¶
لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
σοὶ λέγω· ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.¶
لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
σοὶ λέγω· ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.¶
لَكَ أَقُولُ: قُمْ وَاحْمِلْ سَرِيرَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ..
σοὶ λέγω· ἔγειραι καὶ ; ἆρον τὸν ; κράβαττόν ; σου καὶ ; ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.¶
فَنَظَرَ حَوْلَهُ إِلَيْهِمْ بِغَضَبٍ، حَزِينًا عَلَى غِلاَظَةِ قُلُوبِهِمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ: مُدَّ يَدَكَ. فَمَدَّهَا، فَعَادَتْ يَدُهُ صَحِيحَةً كَالأُخْرَى.
περιβλεψάμενος ; καὶ αὐτοὺς μετ᾽ ; ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ ; πωρώσει τῆς ; καρδίας ; αὐτῶν, λέγει τῷ ; ἀνθρώπῳ· ἔκτεινον τὴν ; χεῖρα ; σου. καὶ ; ἐξέτεινεν, καὶ ; ἀπεκατεστάθη ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ; ἡ ; ἄλλη.¶
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ جَمِيعَ الْخَطَايَا تُغْفَرُ لِبَنِي الْبَشَرِ، وَالتَّجَادِيفَ الَّتِي يُجَدِّفُونَهَا.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα τὰ ; ἁμαρτήματα ἀφεθήσεται τοῖς ; υἱοῖς τῶν ; ἀνθρώπων καὶ ; βλασφημίαι ὅσας; ἂν βλασφημήσωσιν·
وَكَانَ الْجَمْعُ جَالِسًا حَوْلَهُ، فَقَالُوا لَهُ: هُوَذَا أُمُّكَ وَإِخْوَتُكَ خَارِجًا يَطْلُبُونَكَ.
καὶ ὄχλος, ἐκάθητο περὶ ; αὐτὸν εἶπον; δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ ; μήτηρ ; σου καὶ ; οἱ ; ἀδελφοί ; σου ἔξω ζητοῦσίν ; σε.¶
وَكَانَ الْجَمْعُ جَالِسًا حَوْلَهُ، فَقَالُوا لَهُ: هُوَذَا أُمُّكَ وَإِخْوَتُكَ خَارِجًا يَطْلُبُونَكَ.
καὶ ὄχλος, ἐκάθητο περὶ ; αὐτὸν εἶπον; δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ ; μήτηρ ; σου καὶ ; οἱ ; ἀδελφοί ; σου ἔξω ζητοῦσίν ; σε.¶
وَكَانَ الْجَمْعُ جَالِسًا حَوْلَهُ، فَقَالُوا لَهُ: هُوَذَا أُمُّكَ وَإِخْوَتُكَ خَارِجًا يَطْلُبُونَكَ.
καὶ ὄχλος, ἐκάθητο περὶ ; αὐτὸν εἶπον; δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ ; μήτηρ ; σου καὶ ; οἱ ; ἀδελφοί ; σου ἔξω ζητοῦσίν ; σε.¶
فَقَالَ لَهُمْ: قَدْ أُعْطِيَ لَكُمْ أَنْ تَعْرِفُوا سِرَّ مَلَكُوتِ اللهِ. وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ خَارِجٍ فَبِالأَمْثَالِ يَكُونُ لَهُمْ كُلُّ شَيْءٍ،
καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· δέδοται ὑμῖν γνῶναι τὸ ; μυστήριον τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ, δὲ ἐκείνοις τοῖς ἔξω ἐν ; παραβολαῖς γίνεται τὰ ; πάντα
وَقَالَ لَهُمُ: انْظُرُوا مَا تَسْمَعُونَ. بِالْكَيْلِ الَّذِي بِهِ تَكِيلُونَ يُكَالُ لَكُمْ وَيُزَادُ لَكُمْ أَيُّهَا السَّامِعُونَ.
Καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· βλέπετε τί ἀκούετε. ἐν ; ᾧ ; μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν καὶ ; προστεθήσεται ὑμῖν τοῖς ἀκούουσιν.
وَقَالَ لَهُمُ: انْظُرُوا مَا تَسْمَعُونَ. بِالْكَيْلِ الَّذِي بِهِ تَكِيلُونَ يُكَالُ لَكُمْ وَيُزَادُ لَكُمْ أَيُّهَا السَّامِعُونَ.
Καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς· βλέπετε τί ἀκούετε. ἐν ; ᾧ ; μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν καὶ ; προστεθήσεται ὑμῖν τοῖς ἀκούουσιν.
وَكَانَ هُوَ فِي الْمُؤَخَّرِ عَلَى وِسَادَةٍ نَائِمًا. فَأَيْقَظُوهُ وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَمَا يَهُمُّكَ أَنَّنَا نَهْلِكُ.
καὶ ; ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ ; πρύμνῃ ἐπὶ τὸ ; προσκεφάλαιον καθεύδων. καὶ ; διεγείρουσιν; αὐτὸν καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει ; σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي.
καὶ ; κράξας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; ὁρκίζω ; σε τὸν ; θεόν, μή με ; βασανίσῃς.
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي.
καὶ ; κράξας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; ὁρκίζω ; σε τὸν ; θεόν, μή με ; βασανίσῃς.
وَسَأَلَهُ: مَا اسْمُكَ. فَأَجَابَ قِائِلاً: اسْمِي لَجِئُونُ، لأَنَّنَا كَثِيرُونَ.
Καὶ ; ἐπηρώτα ; αὐτόν· τί ὄνομά ; σοι; καὶ ; ἀπεκρίθη λέγων ὄνομά ; μοι Λεγεὼν ὅτι πολλοί ; ἐσμεν.
فَلَمْ يَدَعْهُ يَسُوعُ، بَلْ قَالَ لَهُ: اذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ وَإِلَى أَهْلِكَ، وَأَخْبِرْهُمْ كَمْ صَنَعَ الرَّبُّ بِكَ وَرَحِمَكَ.
δὲ ; οὐκ ἀφῆκεν ; αὐτόν, ὁ ; Ἰησοῦς ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου πρὸς τοὺς ; σοὺς καὶ ; ἀνάγγειλον ὅσα ἐποίησεν ὁ ; κύριός σοι καὶ ; ἠλέησέν ; σε.¶
فَلَمْ يَدَعْهُ يَسُوعُ، بَلْ قَالَ لَهُ: اذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ وَإِلَى أَهْلِكَ، وَأَخْبِرْهُمْ كَمْ صَنَعَ الرَّبُّ بِكَ وَرَحِمَكَ.
δὲ ; οὐκ ἀφῆκεν ; αὐτόν, ὁ ; Ἰησοῦς ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου πρὸς τοὺς ; σοὺς καὶ ; ἀνάγγειλον ὅσα ἐποίησεν ὁ ; κύριός σοι καὶ ; ἠλέησέν ; σε.¶
فَلَمْ يَدَعْهُ يَسُوعُ، بَلْ قَالَ لَهُ: اذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ وَإِلَى أَهْلِكَ، وَأَخْبِرْهُمْ كَمْ صَنَعَ الرَّبُّ بِكَ وَرَحِمَكَ.
δὲ ; οὐκ ἀφῆκεν ; αὐτόν, ὁ ; Ἰησοῦς ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου πρὸς τοὺς ; σοὺς καὶ ; ἀνάγγειλον ὅσα ἐποίησεν ὁ ; κύριός σοι καὶ ; ἠλέησέν ; σε.¶
فَلَمْ يَدَعْهُ يَسُوعُ، بَلْ قَالَ لَهُ: اذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ وَإِلَى أَهْلِكَ، وَأَخْبِرْهُمْ كَمْ صَنَعَ الرَّبُّ بِكَ وَرَحِمَكَ.
δὲ ; οὐκ ἀφῆκεν ; αὐτόν, ὁ ; Ἰησοῦς ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου πρὸς τοὺς ; σοὺς καὶ ; ἀνάγγειλον ὅσα ἐποίησεν ὁ ; κύριός σοι καὶ ; ἠλέησέν ; σε.¶
فَقَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَنْتَ تَنْظُرُ الْجَمْعَ يَزْحَمُكَ، وَتَقُولُ: مَنْ لَمَسَنِي.
Καὶ ; ἔλεγον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· βλέπεις τὸν ; ὄχλον συνθλίβοντά ; σε καὶ ; λέγεις· τίς ἥψατο; ; μου
فَقَالَ لَهَا: يَا ابْنَةُ، إِيمَانُكِ قَدْ شَفَاكِ، اذْهَبِي بِسَلاَمٍ وَكُونِي صَحِيحَةً مِنْ دَائِكِ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. ὕπαγε εἰς ; εἰρήνην καὶ ; ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς ; μάστιγός ; σου.
فَقَالَ لَهَا: يَا ابْنَةُ، إِيمَانُكِ قَدْ شَفَاكِ، اذْهَبِي بِسَلاَمٍ وَكُونِي صَحِيحَةً مِنْ دَائِكِ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. ὕπαγε εἰς ; εἰρήνην καὶ ; ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς ; μάστιγός ; σου.
فَقَالَ لَهَا: يَا ابْنَةُ، إِيمَانُكِ قَدْ شَفَاكِ، اذْهَبِي بِسَلاَمٍ وَكُونِي صَحِيحَةً مِنْ دَائِكِ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. ὕπαγε εἰς ; εἰρήνην καὶ ; ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς ; μάστιγός ; σου.