المعنى المختصر للكلمة
anḗr:
a man (properly as an individual
male)
اللفظ الأصلي
ἀνήρ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
anḗr
(an-ayr)
تكرار الورود في الكتاب
198
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
a man (properly as an individual male)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
fellow
husband
man
sir
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἄνδρες (31×)
ἀνὴρ (25×)
ἄνδρας (13×)
ἄνδρα (12×)
ἀνδρὶ (11×)
ἄνδρες, (9×)
ἀνδρὸς (8×)
Ἄνδρες (6×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (198 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 1: 16
Mat.1.16
وَيَعْقُوبُ وَلَدَ يُوسُفَ رَجُلَ مَرْيَمَ الَّتِي وُلِدَ مِنْهَا يَسُوعُ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ.
Ἰακὼβ ; δὲ ἐγέννησεν τὸν ; Ἰωσὴφ τὸν ; ἄνδρα Μαρίας ἧς ἐγεννήθη ἐξ Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός.¶
متى 7: 24
Mat.7.24
فَكُلُّ مَنْ يَسْمَعُ أَقْوَالِي هذِهِ وَيَعْمَلُ بِهَا، أُشَبِّهُهُ بِرَجُل عَاقِل، بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الصَّخْرِ.
Πᾶς ; οὖν ὅστις ἀκούει μου ; τοὺς ; λόγους τούτους καὶ ; ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ ὅστις ; ᾠκοδόμησεν αὐτοῦ ; τὴν ; οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; πέτραν.
متى 7: 26
Mat.7.26
وَكُلُّ مَنْ يَسْمَعُ أَقْوَالِي هذِهِ وَلاَ يَعْمَلُ بِهَا، يُشَبَّهُ بِرَجُل جَاهِل، بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الرَّمْلِ.
Καὶ ; πᾶς ὁ ἀκούων μου ; τοὺς ; λόγους τούτους καὶ ; μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ μωρῷ ὅστις ; ᾠκοδόμησεν αὐτοῦ ; τὴν ; οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; ἄμμον.
متى 12: 41
Mat.12.41
رِجَالُ نِينَوَى سَيَقُومُونَ فِي الدِّينِ مَعَ هذَا الْجِيلِ وَيَدِينُونَهُ، لأَنَّهُمْ تَابُوا بِمُنَادَاةِ يُونَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ يُونَانَ ههُنَا.
Ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ ταύτης τῆς ; γενεᾶς καὶ ; κατακρινοῦσιν ; αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς ; τὸ ; κήρυγμα Ἰωνᾶ· ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.¶
متى 14: 21
Mat.14.21
وَالآكِلُونَ كَانُوا نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُل، مَا عَدَا النِّسَاءَ وَالأَوْلاَدَ.
οἱ ; δὲ ; ἐσθίοντες ἦσαν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ ; παιδίων.¶
متى 14: 35
Mat.14.35
فَعَرَفَهُ رِجَالُ ذلِكَ الْمَكَانِ. فَأَرْسَلُوا إِلَى جَمِيعِ تِلْكَ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ وَأَحْضَرُوا إِلَيْهِ جَمِيعَ الْمَرْضَى،
καὶ ; ἐπιγνόντες ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες ἐκείνου τοῦ ; τόπου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην ἐκείνην περίχωρον ; τὴν καὶ ; προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας
متى 15: 38
Mat.15.38
وَالآكِلُونَ كَانُوا أَرْبَعَةَ آلاَفِ رَجُل مَا عَدَا النِّسَاءَ وَالأَوْلاَدَ.
οἱ ; δὲ ; ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ ; παιδίων.¶
مرقس 6: 20
Mrk.6.20
لأَنَّ هِيرُودُسَ كَانَ يَهَابُ يُوحَنَّا عَالِمًا أَنَّهُ رَجُلٌ بَارٌّ وَقِدِّيسٌ، وَكَانَ يَحْفَظُهُ. وَإِذْ سَمِعَهُ، فَعَلَ كَثِيرًا، وَسَمِعَهُ بِسُرُورٍ.
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν ; Ἰωάννην εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ; ἅγιον καὶ ; συνετήρει ; αὐτόν. καὶ ; ἀκούσας ; αὐτοῦ ἐποίει πολλὰ καὶ ; αὐτοῦ ; ἤκουεν.¶ ἡδέως
مرقس 6: 44
Mrk.6.44
وَكَانَ الَّذِينَ أَكَلُوا مِنَ الأَرْغِفَةِ نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُلٍ.
ἦσαν ; οἱ οἱ φαγόντες τοὺς ; ἄρτους ὡσεὶ πεντακισχίλιοι ἄνδρες.¶
مرقس 10: 2
Mrk.10.2
فَتَقَدَّمَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَسَأَلُوهُ: هَلْ يَحِلُّ لِلرَّجُلِ أَنْ يُطَلِّقَ امْرَأَتَهُ. لِيُجَرِّبُوهُ.
καὶ ; προσελθόντες οἱ ; Φαρισαῖοι ἐπηρώτησαν; αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ ἀπολῦσαι γυναῖκα πειράζοντες ; αὐτόν.
لوقا 1: 27
Luk.1.27
إِلَى عَذْرَاءَ مَخْطُوبَةٍ لِرَجُل مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ اسْمُهُ يُوسُفُ. وَاسْمُ الْعَذْرَاءِ مَرْيَمُ.
πρὸς παρθένον ἐμνηστευμένην ἀνδρὶ ἐξ οἴκου Δαυίδ, ᾧ ; ὄνομα Ἰωσὴφ καὶ ; τὸ ; ὄνομα τῆς ; παρθένου Μαριάμ.¶
لوقا 1: 34
Luk.1.34
فَقَالَتْ مَرْيَمُ لِلْمَلاَكِ: كَيْفَ يَكُونُ هذَا وَأَنَا لَسْتُ أَعْرِفُ رَجُلاً.
Εἶπεν ; δὲ Μαριὰμ πρὸς ; τὸν ; ἄγγελον· πῶς ἔσται τοῦτο ἐπεὶ οὐ γινώσκω;¶ ἄνδρα
لوقا 2: 36
Luk.2.36
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας
لوقا 5: 8
Luk.5.8
فَلَمَّا رَأَى سِمْعَانُ بُطْرُسُ خَرَّ عِنْدَ رُكْبَتَيْ يَسُوعَ قَائِلاً: اخْرُجْ مِنْ سَفِينَتِي يَا رَبُّ، لأَنِّي رَجُلٌ خَاطِئٌ..
δὲ Ἰδὼν Σίμων Πέτρος προσέπεσεν τοῖς ; γόνασιν τοῦ ; Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, κύριε. ὅτι ; εἰμι, ἀνὴρ ἁμαρτωλός
لوقا 5: 12
Luk.5.12
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
لوقا 5: 18
Luk.5.18
وَإِذَا بِرِجَال يَحْمِلُونَ عَلَى فِرَاشٍ إِنْسَانًا مَفْلُوجًا، وَكَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا بِهِ وَيَضَعُوهُ أَمَامَهُ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ; ἦν ; παραλελυμένος, καὶ ; ἐζήτουν εἰσενεγκεῖν αὐτὸν καὶ ; θεῖναι ; αὐτὸν ἐνώπιον ; αὐτοῦ.
لوقا 6: 8
Luk.6.8
أَمَّا هُوَ فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي يَدُهُ يَابِسَةٌ: قُمْ وَقِفْ فِي الْوَسْطِ. فَقَامَ وَوَقَفَ.
δὲ αὐτὸς ᾔδει τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν. καὶ ; εἶπεν τῷ ; ἀνδρὶ τῷ ; ἔχοντι τὴν ; χεῖρα· ξηρὰν Ἔγειραι καὶ ; στῆθι εἰς τὸ ; μέσον. δὲ ; ἀναστὰς ἔστη.
لوقا 7: 20
Luk.7.20
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ الرَّجُلاَنِ قَالاَ: يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ أَرْسَلَنَا إِلَيْكَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
δὲ Παραγενόμενοι πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες εἶπαν· Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν; ἡμᾶς πρὸς ; σὲ λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, ἢ προσδοκῶμεν; ἄλλον
لوقا 8: 38
Luk.8.38
أَمَّا الرَّجُلُ الَّذِي خَرَجَتْ مِنْهُ الشَّيَاطِينُ فَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَكُونَ مَعَهُ، وَلكِنَّ يَسُوعَ صَرَفَهُ قَائِلاً:
δὲ ὁ ; ἀνὴρ οὗ ἐξεληλύθει ἀφ᾽ τὰ ; δαιμόνια ἐδέετο αὐτοῦ εἶναι σὺν ; αὐτῷ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπέλυσεν ; αὐτὸν λέγων·
لوقا 8: 41
Luk.8.41
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
لوقا 9: 14
Luk.9.14
لأَنَّهُمْ كَانُوا نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُل. فَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: أَتْكِئُوهُمْ فِرَقًا خَمْسِينَ خَمْسِينَ.
γὰρ ἦσαν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.¶ ἄνδρες Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ· κατακλίνατε ; αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ ; πεντήκοντα.
لوقا 9: 32
Luk.9.32
وَأَمَّا بُطْرُسُ وَاللَّذَانِ مَعَهُ فَكَانُوا قَدْ تَثَقَّلُوا بِالنَّوْمِ. فَلَمَّا اسْتَيْقَظُوا رَأَوْا مَجْدَهُ، وَالرَّجُلَيْنِ الْوَاقِفَيْنِ مَعَهُ.
δὲ ὁ ; Πέτρος καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ. διαγρηγορήσαντες δὲ ; εἶδον τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἄνδρας τοὺς ; συνεστῶτας αὐτῷ.¶
لوقا 9: 38
Luk.9.38
وَإِذَا رَجُلٌ مِنَ الْجَمْعِ صَرَخَ قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، أَطْلُبُ إِلَيْكَ. اُنْظُرْ إِلَى ابْنِي، فَإِنَّهُ وَحِيدٌ لِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου ἀνεβόησεν λέγων· διδάσκαλε, δέομαί σου ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν ; υἱόν ; μου ὅτι ; ἐστιν· μονογενής μοί
لوقا 11: 31
Luk.11.31
مَلِكَةُ التَّيْمَنِ سَتَقُومُ فِي الدِّينِ مَعَ رِجَالِ هذَا الْجِيلِ وَتَدِينُهُمْ، لأَنَّهَا أَتَتْ مِنْ أَقَاصِي الأَرْضِ لِتَسْمَعَ حِكْمَةَ سُلَيْمَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ سُلَيْمَانَ ههُنَا.
βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ τῶν ; ἀνδρῶν τῆς ; ταύτης γενεᾶς καὶ ; κατακρινεῖ ; αὐτούς· ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν ; περάτων τῆς ; γῆς ἀκοῦσαι τὴν ; σοφίαν Σολομῶνος, καὶ ; ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε.¶
لوقا 11: 32
Luk.11.32
رِجَالُ نِينَوَى سَيَقُومُونَ فِي الدِّينِ مَعَ هذَا الْجِيلِ وَيَدِينُونَهُ، لأَنَّهُمْ تَابُوا بِمُنَادَاةِ يُونَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ يُونَانَ ههُنَا.
Ἄνδρες Νινευῒ ἀναστήσονται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ τῆς ; ταύτης γενεᾶς καὶ ; κατακρινοῦσιν ; αὐτήν· ὅτι μετενόησαν εἰς ; τὸ ; κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ; ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.¶
لوقا 14: 24
Luk.14.24
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ وَاحِدٌ مِنْ أُولئِكَ الرِّجَالِ الْمَدْعُوِّينَ يَذُوقُ عَشَائِي.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς ἐκείνων τῶν ; ἀνδρῶν τῶν ; κεκλημένων γεύσεταί μου ; τοῦ ; δείπνου
لوقا 16: 18
Luk.16.18
كُلُّ مَنْ يُطَلِّقُ امْرَأَتَهُ وَيَتَزَوَّجُ بِأُخْرَى يَزْنِي، وَكُلُّ مَنْ يَتَزَوَّجُ بِمُطَلَّقَةٍ مِنْ رَجُل يَزْنِي.
Πᾶς ὁ ; ἀπολύων τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; γαμῶν ἑτέραν μοιχεύει, καὶ ; πᾶς ὁ γαμῶν ἀπολελυμένην ἀπὸ ἀνδρὸς μοιχεύει.¶
لوقا 17: 12
Luk.17.12
وَفِيمَا هُوَ دَاخِلٌ إِلَى قَرْيَةٍ اسْتَقْبَلَهُ عَشَرَةُ رِجَال بُرْصٍ، فَوَقَفُوا مِنْ بَعِيدٍ
καὶ ; εἰσερχομένου ; αὐτοῦ εἴς τινα ; κώμην ἀπήντησαν ; αὐτῷ δέκα ἄνδρες, λεπροὶ οἳ ; ἔστησαν πόρρωθεν.
لوقا 19: 2
Luk.19.2
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ زَكَّا، وَهُوَ رَئِيسٌ لِلْعَشَّارِينَ وَكَانَ غَنِيًّا،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι ; καλούμενος Ζακχαῖος καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἀρχιτελώνης καὶ ; οὗτος; ἦν πλούσιος·
لوقا 19: 7
Luk.19.7
فَلَمَّا رَأَى الْجَمِيعُ ذلِكَ تَذَمَّرُوا قَائِلِينَ: إِنَّهُ دَخَلَ لِيَبِيتَ عِنْدَ رَجُل خَاطِئٍ.
καὶ ἰδόντες ἅπαντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι εἰσῆλθεν καταλῦσαι.¶ παρὰ ἀνδρὶ ἁμαρτωλῷ