ك
إصحاح
G434
G435. anḗr
G436
المعنى المختصر للكلمة
anḗr: a man (properly as an individual male)
اللفظ الأصلي ἀνήρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anḗr (an-ayr)
تكرار الورود في الكتاب 198 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a man (properly as an individual male)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
fellow husband man sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἄνδρες (31×) ἀνὴρ (25×) ἄνδρας (13×) ἄνδρα (12×) ἀνδρὶ (11×) ἄνδρες, (9×) ἀνδρὸς (8×) Ἄνδρες (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (198 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلاَ تَنْقَدْ إِلَيْهِمْ، لأَنَّ أَكْثَرَ مِنْ أَرْبَعِينَ رَجُلاً مِنْهُمْ كَامِنُونَ لَهُ، قَدْ حَرَمُوا أَنْفُسَهُمْ أَنْ لاَ يَأْكُلُوا وَلاَ يَشْرَبُوا حَتَّى يَقْتُلُوهُ. وَهُمُ الآنَ مُسْتَعِدُّونَ مُنْتَظِرُونَ الْوَعْدَ مِنْكَ.
οὖν ; μὴ σὺ ; πεισθῇς αὐτοῖς, γὰρ πλείους τεσσεράκοντα, ἄνδρες ἐξ ; αὐτῶν ἐνεδρεύουσιν αὐτὸν οἵτινες ; ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ; ἀνέλωσιν ; αὐτὸν καὶ ; εἰσιν νῦν ἕτοιμοι προσδεχόμενοι τὴν ; ἐπαγγελίαν.¶ ἀπὸ ; σοῦ
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
ثُمَّ لَمَّا أُعْلِمْتُ بِمَكِيدَةٍ عَتِيدَةٍ أَنْ تَصِيرَ عَلَى الرَّجُلِ مِنَ الْيَهُودِ، أَرْسَلْتُهُ لِلْوَقْتِ إِلَيْكَ، آمِرًا الْمُشْتَكِينَ أَيْضًا أَنْ يَقُولُوا لَدَيْكَ مَا عَلَيْهِ. كُنْ مُعَافىً.
δέ μηνυθείσης ; μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ; ἄνδρα ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων ἔπεμψα ἐξαυτῆς πρὸς ; σὲ παραγγείλας τοῖς ; κατηγόροις καὶ λέγειν ἐπὶ ; σοῦ. τὰ ; πρὸς ; αὐτὸν ἔρρωσο¶
فَإِنَّنَا إِذْ وَجَدْنَا هذَا الرَّجُلَ مُفْسِدًا وَمُهَيِّجَ فِتْنَةٍ بَيْنَ جَمِيعِ الْيَهُودِ الَّذِينَ فِي الْمَسْكُونَةِ، وَمِقْدَامَ شِيعَةِ النَّاصِرِيِّينَ،
εὑρόντες ; γὰρ τοῦτον τὸν ; ἄνδρα λοιμὸν καὶ ; κινοῦντα στάσιν πᾶσιν τοῖς ; Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν ; οἰκουμένην πρωτοστάτην ; τε τῆς ; αἱρέσεως· τῶν ; Ναζωραίων
وَقَالَ: فَلْيَنْزِلْ الَّذِينَ هُمْ بَيْنَكُمْ مُقْتَدِرُونَ. وَإِنْ كَانَ فِي هذَا الرَّجُلِ شَيْءٌ فَلْيَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
οὖν ; φησιν συγκαταβάντες, οἱ ἐν ; ὑμῖν δυνατοὶ εἴ ἐστιν ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνδρὶ τί κατηγορείτωσαν αὐτοῦ.
فَلَمَّا اجْتَمَعُوا إِلَى هُنَا جَلَسْتُ مِنْ دُونِ إِمْهَال فِي الْغَدِ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ، وَأَمَرْتُ أَنْ يُؤْتَى بِالرَّجُلِ.
οὖν συνελθόντων ; αὐτῶν ἐνθάδε καθίσας μηδεμίαν ; ποιησάμενος, ἀναβολὴν τῇ ἑξῆς ἐπὶ βήματος ἐκέλευσα ἀχθῆναι τὸν ; ἄνδρα·
فَفِي الْغَدِ لَمَّا جَاءَ أَغْرِيبَاسُ وَبَرْنِيكِي فِي احْتِفَال عَظِيمٍ، وَدَخَلاَ إِلَى دَارِ الاسْتِمَاعِ مَعَ الأُمَرَاءِ وَرِجَالِ الْمَدِينَةِ الْمُقَدَّمِينَ، أَمَرَ فَسْتُوسُ فَأُتِيَ بِبُولُسَ.
Τῇ ; οὖν ἐπαύριον ἐλθόντος τοῦ ; Ἀγρίππα καὶ ; τῆς ; Βερνίκης μετὰ φαντασίας πολλῆς καὶ ; εἰσελθόντων εἰς τὸ ; ἀκροατήριον σύν τε ; τοῖς ; χιλιάρχοις καὶ ; ἀνδράσιν τῆς ; πόλεως τοῖς ; κατ᾽ ; ἐξοχὴν ; οὖσιν καὶ ; κελεύσαντος τοῦ ; Φήστου ἤχθη ὁ ; Παῦλος.¶
فَقَالَ فَسْتُوسُ: أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ وَالرِّجَالُ الْحَاضِرُونَ مَعَنَا أَجْمَعُونَ، أَنْتُمْ تَنْظُرُونَ هذَا الَّذِي تَوَسَّلَ إِلَيَّ مِنْ جِهَتِهِ كُلُّ جُمْهُورِ الْيَهُودِ فِي أُورُشَلِيمَ وَهُنَا، صَارِخِينَ أَنَّهُ لاَ يَنْبَغِي أَنْ يَعِيشَ بَعْدُ.
Καί ; φησιν ὁ ; Φῆστος· βασιλεῦ Ἀγρίππα καὶ ; ἄνδρες, οἱ ; συμπαρόντες ἡμῖν πάντες θεωρεῖτε τοῦτον ἐνέτυχόν μοι περὶ ; οὗ πᾶν τὸ ; πλῆθος τῶν ; Ἰουδαίων ἔν τε ; Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐνθάδε ἐπιβοῶντες μὴ δεῖν αὐτὸν ζῆν μηκέτι.
قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنَا أَرَى أَنَّ هذَا السَّفَرَ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ بِضَرَرٍ وَخَسَارَةٍ كَثِيرَةٍ، لَيْسَ لِلشَّحْنِ وَالسَّفِينَةِ فَقَطْ، بَلْ لأَنْفُسِنَا أَيْضًا.
λέγων ; αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι τὸν ; πλοῦν. μέλλειν ἔσεσθαι μετὰ ; ὕβρεως καὶ ; ζημίας πολλῆς οὐ τοῦ ; φόρτου καὶ ; τοῦ ; πλοίου μόνον ἀλλὰ τῶν ; ψυχῶν ; ἡμῶν καὶ
فَلَمَّا حَصَلَ صَوْمٌ كَثِيرٌ، حِينَئِذٍ وَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِهِمْ وَقَالَ: كَانَ يَنْبَغِي أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْ تُذْعِنُوا لِي، وَلاَ تُقْلِعُوا مِنْ كِرِيتَ، فَتَسْلَمُوا مِنْ هذَا الضَّرَرِ وَالْخَسَارَةِ.
δὲ; ὑπαρχούσης ἀσιτίας πολλῆς τότε σταθεὶς ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ ; αὐτῶν εἶπεν·¶ Ἔδει ; μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς ; Κρήτης, κερδῆσαί τὴν ; ταύτην ὕβριν καὶ ; τὴν ; ζημίαν.
لِذلِكَ سُرُّوا أَيُّهَا الرِّجَالُ، لأَنِّي أُومِنُ بِاللهِ أَنَّهُ يَكُونُ هكَذَا كَمَا قِيلَ لِي.
διὸ εὐθυμεῖτε ἄνδρες· γὰρ πιστεύω τῷ ; θεῷ ὅτι ἔσται οὕτως καθ᾽ ; ὃν ; τρόπον λελάληταί μοι.
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ اسْتَدْعَى بُولُسُ الَّذِينَ كَانُوا وُجُوهَ الْيَهُودِ. فَلَمَّا اجْتَمَعُوا قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، مَعَ أَنِّي لَمْ أَفْعَلْ شَيْئًا ضِدَّ الشَّعْبِ أَوْ عَوَائِدِ الآبَاءِ، أُسْلِمْتُ مُقَيَّدًا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَيْدِي الرُّومَانِيِّينَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλέσασθαι τὸν ; Παῦλον τοὺς ὄντας πρώτους· τῶν ; Ἰουδαίων δὲ συνελθόντων ἔλεγεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγώ, οὐδὲν ; ποιήσας ἐναντίον τῷ ; λαῷ ἢ τοῖς ; ἔθεσιν τοῖς ; πατρῴοις, παρεδόθην δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; Ῥωμαίων,
طُوبَى لِلرَّجُلِ الَّذِي لاَ يَحْسِبُ لَهُ الرَّبُّ خَطِيَّةً.
μακάριος ἀνὴρ ᾧ οὐ ; μὴ λογίσηται κύριος ἁμαρτίαν.¶
فَإِنَّ الْمَرْأَةَ الَّتِي تَحْتَ رَجُل هِيَ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ بِالرَّجُلِ الْحَيِّ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَقَدْ تَحَرَّرَتْ مِنْ نَامُوسِ الرَّجُلِ.
γὰρ ἡ ; γυνὴ ὕπανδρος δέδεται νόμῳ· τῷ ; ἀνδρὶ ζῶντι δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ ; ἀνδρός.
فَإِنَّ الْمَرْأَةَ الَّتِي تَحْتَ رَجُل هِيَ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ بِالرَّجُلِ الْحَيِّ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَقَدْ تَحَرَّرَتْ مِنْ نَامُوسِ الرَّجُلِ.
γὰρ ἡ ; γυνὴ ὕπανδρος δέδεται νόμῳ· τῷ ; ἀνδρὶ ζῶντι δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ ; ἀνδρός.
فَإِنَّ الْمَرْأَةَ الَّتِي تَحْتَ رَجُل هِيَ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ بِالرَّجُلِ الْحَيِّ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَقَدْ تَحَرَّرَتْ مِنْ نَامُوسِ الرَّجُلِ.
γὰρ ἡ ; γυνὴ ὕπανδρος δέδεται νόμῳ· τῷ ; ἀνδρὶ ζῶντι δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ ; ἀνδρός.
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
فَإِذًا مَا دَامَ الرَّجُلُ حَيًّا تُدْعَى زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَهِيَ حُرَّةٌ مِنَ النَّامُوسِ، حَتَّى إِنَّهَا لَيْسَتْ زَانِيَةً إِنْ صَارَتْ لِرَجُل آخَرَ.
ἄρα ; οὖν ζῶντος ; τοῦ ; ἀνδρὸς χρηματίσει, μοιχαλὶς ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· δὲ ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, ἐστὶν ἐλευθέρα ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ εἶναι ; αὐτὴν μὴ μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.¶
لكِنْ مَاذَا يَقُولُ لَهُ الْوَحْيُ. أَبْقَيْتُ لِنَفْسِي سَبْعَةَ آلاَفِ رَجُل لَمْ يُحْنُوا رُكْبَةً لِبَعْل.
ἀλλὰ τί λέγει αὐτῷ ὁ ; χρηματισμός; κατέλιπον ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας οἵτινες ; οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῇ ; Βάαλ.
وَلكِنْ لِسَبَبِ الزِّنَا، لِيَكُنْ لِكُلِّ وَاحِدٍ امْرَأَتُهُ، وَلْيَكُنْ لِكُلِّ وَاحِدَةٍ رَجُلُهَا.
δὲ διὰ τὰς ; πορνείας ἐχέτω, ἕκαστος τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα ἐχέτω. ἑκάστη τὸν ; ἴδιον ; ἄνδρα
لِيُوفِ الرَّجُلُ الْمَرْأَةَ حَقَّهَا الْوَاجِبَ، وَكَذلِكَ الْمَرْأَةُ أَيْضًا الرَّجُلَ.
ἀποδιδότω· ὁ ; ἀνὴρ τῇ ; γυναικὶ τὴν ; ὀφειλομένην εὔνοιαν ὁμοίως ἡ ; γυνὴ καὶ τῷ ; ἀνδρί.
لِيُوفِ الرَّجُلُ الْمَرْأَةَ حَقَّهَا الْوَاجِبَ، وَكَذلِكَ الْمَرْأَةُ أَيْضًا الرَّجُلَ.
ἀποδιδότω· ὁ ; ἀνὴρ τῇ ; γυναικὶ τὴν ; ὀφειλομένην εὔνοιαν ὁμοίως ἡ ; γυνὴ καὶ τῷ ; ἀνδρί.
لَيْسَ لِلْمَرْأَةِ تَسَلُّطٌ عَلَى جَسَدِهَا، بَلْ لِلرَّجُلِ. وَكَذلِكَ الرَّجُلُ أَيْضًا لَيْسَ لَهُ تَسَلُّطٌ عَلَى جَسَدِهِ، بَلْ لِلْمَرْأَةِ.
οὐκ ἡ ; γυνὴ ἐξουσιάζει τοῦ ; ἰδίου ; σώματος ἀλλ᾽ ὁ ; ἀνήρ· ὁμοίως ὁ ; ἀνὴρ καὶ οὐκ ἐξουσιάζει τοῦ ; ἰδίου ; σώματος ἀλλ᾽ ἡ ; γυνή.
لَيْسَ لِلْمَرْأَةِ تَسَلُّطٌ عَلَى جَسَدِهَا، بَلْ لِلرَّجُلِ. وَكَذلِكَ الرَّجُلُ أَيْضًا لَيْسَ لَهُ تَسَلُّطٌ عَلَى جَسَدِهِ، بَلْ لِلْمَرْأَةِ.
οὐκ ἡ ; γυνὴ ἐξουσιάζει τοῦ ; ἰδίου ; σώματος ἀλλ᾽ ὁ ; ἀνήρ· ὁμοίως ὁ ; ἀνὴρ καὶ οὐκ ἐξουσιάζει τοῦ ; ἰδίου ; σώματος ἀλλ᾽ ἡ ; γυνή.
وَأَمَّا الْمُتَزَوِّجُونَ، فَأُوصِيهِمْ، لاَ أَنَا بَلِ الرَّبُّ، أَنْ لاَ تُفَارِقَ الْمَرْأَةُ رَجُلَهَا،
δὲ Τοῖς ; γεγαμηκόσιν παραγγέλλω οὐκ ἐγὼ ἀλλ᾽ ὁ ; κύριος, μὴ χωρισθῆναι· γυναῖκα ἀπὸ ; ἀνδρὸς
وَإِنْ فَارَقَتْهُ، فَلْتَلْبَثْ غَيْرَ مُتَزَوِّجَةٍ، أَوْ لِتُصَالِحْ رَجُلَهَا. وَلاَ يَتْرُكِ الرَّجُلُ امْرَأَتَهُ.
ἐὰν ; δὲ ; καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ καταλλαγήτω· τῷ ; ἀνδρὶ καὶ ; μὴ ἀφιέναι.¶ ἄνδρα γυναῖκα
وَإِنْ فَارَقَتْهُ، فَلْتَلْبَثْ غَيْرَ مُتَزَوِّجَةٍ، أَوْ لِتُصَالِحْ رَجُلَهَا. وَلاَ يَتْرُكِ الرَّجُلُ امْرَأَتَهُ.
ἐὰν ; δὲ ; καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ καταλλαγήτω· τῷ ; ἀνδρὶ καὶ ; μὴ ἀφιέναι.¶ ἄνδρα γυναῖκα
وَالْمَرْأَةُ الَّتِي لَهَا رَجُلٌ غَيْرُ مُؤْمِنٍ، وَهُوَ يَرْتَضِي أَنْ يَسْكُنَ مَعَهَا، فَلاَ تَتْرُكْهُ.
καὶ ; γυνὴ ἥτις; ἔχει ἄνδρα ἄπιστον καὶ ; αὑτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾽ ; αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω ; αὐτόν