ك
إصحاح
G434
G435. anḗr
G436
المعنى المختصر للكلمة
anḗr: a man (properly as an individual male)
اللفظ الأصلي ἀνήρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anḗr (an-ayr)
تكرار الورود في الكتاب 198 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a man (properly as an individual male)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
fellow husband man sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἄνδρες (31×) ἀνὴρ (25×) ἄνδρας (13×) ἄνδρα (12×) ἀνδρὶ (11×) ἄνδρες, (9×) ἀνδρὸς (8×) Ἄνδρες (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (198 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ بَنِي جِنْسِ إِبْرَاهِيمَ، وَالَّذِينَ بَيْنَكُمْ يَتَّقُونَ اللهَ، إِلَيْكُمْ أُرْسِلَتْ كَلِمَةُ هذَا الْخَلاَصِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, υἱοὶ γένους Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ἐν ; ὑμῖν φοβούμενοι τὸν ; θεόν, ὑμῖν ἀπεστάλη ὁ ; λόγος ταύτης τῆς ; σωτηρίας
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَّهُ بِهذَا يُنَادَى لَكُمْ بِغُفْرَانِ الْخَطَايَا،
οὖν ; ἔστω Γνωστὸν ὑμῖν, ἄνδρες ἀδελφοί, ὅτι διὰ ; τούτου καταγγέλλεται· ὑμῖν ἄφεσις ἁμαρτιῶν
وَكَانَ يَجْلِسُ فِي لِسْتْرَةَ رَجُلٌ عَاجِزُ الرِّجْلَيْنِ مُقْعَدٌ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ، وَلَمْ يَمْشِ قَطُّ.
Καί ἐκάθητο, ἐν Λύστροις τις ; ἀνὴρ ἀδύνατος τοῖς ; ποσὶν χωλὸς ; ὑπάρχων, ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὃς ; οὐδέποτε ; περιπεπατήκει
وقائلينِ: أيُّها الرِّجالُ، لِمَاذَا تَفْعَلُونَ هذَا. نَحْنُ أَيْضًا بَشَرٌ تَحْتَ آلاَمٍ مِثْلُكُمْ، نُبَشِّرُكُمْ أَنْ تَرْجِعُوا مِنْ هذِهِ الأَبَاطِيلِ إِلَى الإِلهِ الْحَيِّ الَّذِي خَلَقَ السَّمَاءَ وَالأَرْضَ وَالْبَحْرَ وَكُلَّ مَا فِيهَا،
καὶ ; λέγοντες· ἄνδρες, τί ποιεῖτε; ταῦτα ἡμεῖς καὶ ἄνθρωποι, ὁμοιοπαθεῖς ; ἐσμεν ; ὑμῖν εὐαγγελιζόμενοι ; ὑμᾶς ἐπιστρέφειν ἀπὸ τούτων τῶν ; ματαίων ἐπὶ τὸν ; θεὸν τὸν ; ζῶντα, ὃς ἐποίησεν τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; τὴν ; γῆν καὶ ; τὴν ; θάλασσαν καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτοῖς,
فَبَعْدَ مَا حَصَلَتْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ قَامَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ مُنْذُ أَيَّامٍ قَدِيمَةٍ اخْتَارَ اللهُ بَيْنَنَا أَنَّهُ بِفَمِي يَسْمَعُ الأُمَمُ كَلِمَةَ الإِنْجِيلِ وَيُؤْمِنُونَ.
γενομένης, ; δὲ συζητήσεως πολλῆς ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾽ ἡμερῶν ἀρχαίων ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς ἐν ; ἡμῖν διὰ τοῦ ; στόματός ; μου ἀκοῦσαι τὰ ; ἔθνη τὸν ; λόγον τοῦ ; εὐαγγελίου καὶ ; πιστεῦσαι.
وَبَعْدَمَا سَكَتَا أَجَابَ يَعْقُوبُ قِائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، اسْمَعُونِي.
Μετὰ ; δὲ τὸ ; σιγῆσαι αὐτοὺς ; ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων· ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκούσατέ ; μου.
حِينَئِذٍ رَأَى الرُّسُلُ وَالْمَشَايِخُ مَعَ كُلِّ الْكَنِيسَةِ أَنْ يَخْتَارُوا رَجُلَيْنِ مِنْهُمْ، فَيُرْسِلُوهُمَا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ مَعَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا: يَهُوذَا الْمُلَقَّبَ بَرْسَابَا، وَسِيلاَ، رَجُلَيْنِ مُتَقَدِّمَيْنِ فِي الإِخْوَةِ.
Τότε ἔδοξεν τοῖς ; ἀποστόλοις καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ ; αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν ; ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ ; Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ; ἀδελφοῖς,
حِينَئِذٍ رَأَى الرُّسُلُ وَالْمَشَايِخُ مَعَ كُلِّ الْكَنِيسَةِ أَنْ يَخْتَارُوا رَجُلَيْنِ مِنْهُمْ، فَيُرْسِلُوهُمَا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ مَعَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا: يَهُوذَا الْمُلَقَّبَ بَرْسَابَا، وَسِيلاَ، رَجُلَيْنِ مُتَقَدِّمَيْنِ فِي الإِخْوَةِ.
Τότε ἔδοξεν τοῖς ; ἀποστόλοις καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ ; αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν ; ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ ; Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ; ἀδελφοῖς,
رَأَيْنَا وَقَدْ صِرْنَا بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ أَنْ نَخْتَارَ رَجُلَيْنِ وَنُرْسِلَهُمَا إِلَيْكُمْ مَعَ حَبِيبَيْنَا بَرْنَابَا وَبُولُسَ،
ἔδοξεν ; ἡμῖν γενομένοις ὁμοθυμαδὸν ἐκλεξαμένους ἄνδρας πέμψαι πρὸς ; ὑμᾶς σὺν τοῖς ; ἀγαπητοῖς ; ἡμῶν Βαρναβᾷ καὶ ; Παύλῳ,
وَظَهَرَتْ لِبُولُسَ رُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ قَائِمٌ يَطْلُبُ إِلَيْهِ وَيَقُولُ: اعْبُرْ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ وَأَعِنَّا..
καὶ ; ὤφθη· τῷ ; Παύλῳ ὅραμα διὰ τῆς ; νυκτὸς ἀνὴρ Μακεδών ; τις ἦν ; ἑστὼς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ; λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν ἡμῖν. ; βοήθησον
فَآمَنَ مِنْهُمْ كَثِيرُونَ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْيُونَانِيَّاتِ الشَّرِيفَاتِ، وَمِنَ الرِّجَالِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
μὲν ; οὖν ; ἐπίστευσαν, ἐξ ; αὐτῶν Πολλοὶ καὶ τῶν ; γυναικῶν Ἑλληνίδων τῶν ; εὐσχημόνων καὶ ἀνδρῶν οὐκ ; ὀλίγοι.¶
فَوَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِ أَرِيُوسَ بَاغُوسَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَثِينِوِيُّونَ. أَرَاكُمْ مِنْ كُلِّ وَجْهٍ كَأَنَّكُمْ مُتَدَيِّنُونَ كَثِيرًا،
Σταθεὶς ; δὲ ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ ; Ἀρείου πάγου ἔφη· ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὑμᾶς ; θεωρῶ· κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
ثُمَّ أَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ يَهُودِيٌّ اسْمُهُ أَبُلُّوسُ، إِسْكَنْدَرِيُّ الْجِنْسِ، رَجُلٌ فَصِيحٌ مُقْتَدِرٌ فِي الْكُتُبِ.
δέ κατήντησεν εἰς Ἔφεσον Ἰουδαῖος ; τις ὀνόματι, Ἀπολλῶς Ἀλεξανδρεὺς τῷ ; γένει, ἀνὴρ λόγιος, δυνατὸς ; ὢν ἐν ταῖς ; γραφαῖς.
وَكَانَ جَمِيعُ الرِّجَالِ نَحْوَ اثْنَيْ عَشَرَ.
ἦσαν ; δὲ οἱ ; πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο
فَجَمَعَهُمْ وَالْفَعَلَةَ فِي مِثْلِ ذلِكَ الْعَمَلِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ سِعَتَنَا إِنَّمَا هِيَ مِنْ هذِهِ الصِّنَاعَةِ.
οὓς ; συναθροίσας καὶ ; τοὺς ; ἐργάτας περὶ τὰ τοιαῦτα εἶπεν· ἄνδρες, ἐπίστασθε ὅτι ἡ ; εὐπορία ; ἡμῶν ἐστιν, ἐκ ταύτης τῆς ; ἐργασίας
ثُمَّ سَكَّنَ الْكَاتِبُ الْجَمْعَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَفَسُسِيُّونَ، مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ أَنَّ مَدِينَةَ الأَفَسُسِيِّينَ مُتَعَبِّدَةٌ لأَرْطَامِيسَ الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ وَالتِّمْثَالِ الَّذِي هَبَطَ مِنْ زَفْسَ.
δὲ καταστείλας ὁ ; γραμματεὺς τὸν ; ὄχλον φησίν· ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς ; γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν ; πόλιν Ἐφεσίων νεωκόρον τῆς ; Ἀρτέμιδος θεᾶς μεγάλης καὶ ; τοῦ ; διοπετοῦς;
لأَنَّكُمْ أَتَيْتُمْ بِهذَيْنِ الرَّجُلَيْنِ، وَهُمَا لَيْسَا سَارِقَيْ هَيَاكِلَ، وَلاَ مُجَدِّفَيْنِ عَلَى إِلهَتِكُمْ.
γὰρ ἠγάγετε τούτους τοὺς ; ἄνδρας οὔτε ἱεροσύλους οὔτε βλασφημοῦντας τὴν ; θεὰν; ὑμῶν
وَمِنْكُمْ أَنْتُمْ سَيَقُومُ رِجَالٌ يَتَكَلَّمُونَ بِأُمُورٍ مُلْتَوِيَةٍ لِيَجْتَذِبُوا التَّلاَمِيذَ وَرَاءَهُمْ.
καὶ ; ἐξ ; ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ; ἀποσπᾶν τοὺς ; μαθητὰς ὀπίσω ; αὐτῶν.
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
فَافْعَلْ هذَا الَّذِي نَقُولُ لَكَ: عِنْدَنَا أَرْبَعَةُ رِجَال عَلَيْهِمْ نَذْرٌ.
οὖν ; ποίησον τοῦτο ὅ λέγομεν· σοι εἰσὶν ; ἡμῖν τέσσαρες ἄνδρες ἔχοντες ; ἐφ᾽ ; ἑαυτῶν· εὐχὴν
حِينَئِذٍ أَخَذَ بُولُسُ الرِّجَالَ فِي الْغَدِ، وَتَطَهَّرَ مَعَهُمْ وَدَخَلَ الْهَيْكَلَ، مُخْبِرًا بِكَمَالِ أَيَّامِ التَّطْهِيرِ، إِلَى أَنْ يُقَرَّبَ عَنْ كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمُ الْقُرْبَانُ.
Τότε παραλαβὼν ὁ ; Παῦλος τοὺς ; ἄνδρας τῇ ; ἐχομένῃ ; ἡμέρᾳ ἁγνισθεὶς σὺν ; αὐτοῖς εἰσῄει εἰς ; τὸ ; ἱερὸν διαγγέλλων τὴν ; ἐκπλήρωσιν τῶν ; ἡμερῶν τοῦ ; ἁγνισμοῦ, ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑκάστου ἑνὸς αὐτῶν ἡ ; προσφορά.
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
أَفَلَسْتَ أَنْتَ الْمِصْرِيَّ الَّذِي قَبْلَ هذِهِ الأَيَّامِ فِتْنَةً، وَأَخْرَجَ إِلَى الْبَرِّيَّةِ أَرْبَعَةَ الآلاَفِ الرَّجُلِ مِنَ الْقَتَلَةِ..
οὐκ ; ἄρα σὺ ; εἶ ὁ ; Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ ; ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ; ἔρημον τοὺς ; τετρακισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων;¶
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ وَالآبَاءُ، اسْمَعُوا احْتِجَاجِي الآنَ لَدَيْكُمْ.
Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ ; πατέρες, ἀκούσατέ μου ; τῆς ; ἀπολογίας. νῦν πρὸς ; ὑμᾶς
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
ثُمَّ إِنَّ حَنَانِيَّا رَجُلاً تَقِيًّا حَسَبَ النَّامُوسِ، وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِ السُّكَّانِ
δέ Ἁνανίας τις, ; ἀνὴρ εὐσεβὴς κατὰ τὸν ; νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν ; Ἰουδαίων, κατοικούντων
فَتَفَرَّسَ بُولُسُ فِي الْمَجْمَعِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنِّي بِكُلِّ ضَمِيرٍ صَالِحٍ قَدْ عِشْتُ للهِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
Ἀτενίσας ; δὲ ὁ ; Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ ; θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας.
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶