ك
إصحاح
G434
G435. anḗr
G436
المعنى المختصر للكلمة
anḗr: a man (properly as an individual male)
اللفظ الأصلي ἀνήρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anḗr (an-ayr)
تكرار الورود في الكتاب 198 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a man (properly as an individual male)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
fellow husband man sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἄνδρες (31×) ἀνὴρ (25×) ἄνδρας (13×) ἄνδρα (12×) ἀνδρὶ (11×) ἄνδρες, (9×) ἀνδρὸς (8×) Ἄνδρες (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (198 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالرِّجَالُ الَّذِينَ كَانُوا ضَابِطِينَ يَسُوعَ كَانُوا يَسْتَهْزِئُونَ بِهِ وَهُمْ يَجْلِدُونَهُ،
Καὶ ; οἱ ; ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν ; Ἰησοῦν ἐνέπαιζον ; αὐτῷ δέροντες.
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ مُشِيرًا وَرَجُلاً صَالِحًا بَارًّا .
Καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσὴφ ὑπάρχων, βουλευτὴς ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; δίκαιος·
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ مُشِيرًا وَرَجُلاً صَالِحًا بَارًّا .
Καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσὴφ ὑπάρχων, βουλευτὴς ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; δίκαιος·
وَفِيمَا هُنَّ مُحْتَارَاتٌ فِي ذلِكَ، إِذَا رَجُلاَنِ وَقَفَا بِهِنَّ بِثِيَابٍ بَرَّاقَةٍ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; διαπορεῖσθαι; αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ; ἰδοὺ δύο ; ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ; ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις
فَقَالَ لَهُمَا: وَمَا هِيَ. فَقَالاَ: الْمُخْتَصَّةُ بِيَسُوعَ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي كَانَ إِنْسَانًا نَبِيًّا مُقْتَدِرًا فِي الْفِعْلِ وَالْقَوْلِ أَمَامَ اللهِ وَجَمِيعِ الشَّعْبِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ποῖα; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· τὰ ; περὶ Ἰησοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ ; λόγῳ ἐναντίον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; παντὸς τοῦ ; λαοῦ,
اَلَّذِينَ وُلِدُوا لَيْسَ مِنْ دَمٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ جَسَدٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ رَجُل، بَلْ مِنَ اللهِ.
οἳ ἐγεννήθησαν. οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ
هذَا هُوَ الَّذِي قُلْتُ عَنْهُ: يَأْتِي بَعْدِي، رَجُلٌ صَارَ قُدَّامِي، لأَنَّهُ كَانَ قَبْلِي.
οὗτός ἐστιν οὗ εἶπον· ; ἐγὼ περὶ ἔρχεται ὀπίσω ; μου ἀνὴρ ὃς ; γέγονεν ἔμπροσθέν ; μου ὅτι ἦν. πρῶτός ; μου
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
لأَنَّهُ كَانَ لَكِ خَمْسَةُ أَزْوَاجٍ، وَالَّذِي لَكِ الآنَ لَيْسَ هُوَ زَوْجَكِ. هذَا قُلْتِ بِالصِّدْقِ.
γὰρ ἔσχες, πέντε ἄνδρας καὶ ; ὃν ἔχεις νῦν οὐκ ἔστιν σου ; ἀνήρ· τοῦτο εἴρηκας.¶ ἀληθὲς
لأَنَّهُ كَانَ لَكِ خَمْسَةُ أَزْوَاجٍ، وَالَّذِي لَكِ الآنَ لَيْسَ هُوَ زَوْجَكِ. هذَا قُلْتِ بِالصِّدْقِ.
γὰρ ἔσχες, πέντε ἄνδρας καὶ ; ὃν ἔχεις νῦν οὐκ ἔστιν σου ; ἀνήρ· τοῦτο εἴρηκας.¶ ἀληθὲς
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
وَقَالاَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْجَلِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ وَاقِفِينَ تَنْظُرُونَ إِلَى السَّمَاءِ. إِنَّ يَسُوعَ هذَا الَّذِي ارْتَفَعَ عَنْكُمْ إِلَى السَّمَاءِ سَيَأْتِي هكَذَا كَمَا رَأَيْتُمُوهُ مُنْطَلِقًا إِلَى السَّمَاءِ.
οἳ ; καὶ ; εἶπαν· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν ; οὐρανόν; ὁ ; Ἰησοῦς οὗτος ὁ ἀναλημφθεὶς ὑμῶν ; ἀφ᾽ εἰς τὸν ; οὐρανὸν ἐλεύσεται οὕτως ὃν ; τρόπον ἐθεάσασθε ; αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν ; οὐρανόν.¶
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
فَيَنْبَغِي أَنَّ الرِّجَالَ الَّذِينَ اجْتَمَعُوا مَعَنَا كُلَّ الزَّمَانِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ إِلَيْنَا الرَّبُّ يَسُوعُ وَخَرَجَ،
δεῖ οὖν ἀνδρῶν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἐν ; παντὶ χρόνῳ ᾧ ἐν εἰσῆλθεν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς ὁ ; κύριος Ἰησοῦς, ἐξῆλθεν
وَكَانَ يَهُودٌ رِجَالٌ أَتْقِيَاءُ مِنْ كُلِّ أُمَّةٍ تَحْتَ السَّمَاءِ سَاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
Ἦσαν ; δὲ Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ; ὑπὸ τὸν ; οὐρανόν. κατοικοῦντες ἐν Ἰερουσαλὴμ
فَوَقَفَ بُطْرُسُ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ وَرَفَعَ صَوْتَهُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْيَهُودُ وَالسَّاكِنُونَ فِي أُورُشَلِيمَ أَجْمَعُونَ، لِيَكُنْ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ وَأَصْغُوا إِلَى كَلاَمِي،
Σταθεὶς ; δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ; ἕνδεκα ἐπῆρεν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ ; οἱ ; κατοικοῦντες Ἰερουσαλὴμ ἅπαντες ἔστω τοῦτο γνωστὸν ὑμῖν καὶ ; ἐνωτίσασθε τὰ ; ῥήματά ; μου.
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ اسْمَعُوا هذِهِ الأَقْوَالَ: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ رَجُلٌ قَدْ تَبَرْهَنَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ بِقُوَّاتٍ وَعَجَائِبَ وَآيَاتٍ صَنَعَهَا اللهُ بِيَدِهِ فِي وَسْطِكُمْ، كَمَا أَنْتُمْ أَيْضًا تَعْلَمُونَ.
Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τούτους· τοὺς ; λόγους Ἰησοῦν τὸν ; Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀποδεδειγμένον εἰς ; ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ δυνάμεσιν καὶ ; τέρασιν καὶ ; σημείοις οἷς ; ἐποίησεν ὁ ; θεὸς δι᾽ ; αὐτοῦ ἐν μέσῳ ; ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ καὶ οἴδατε,
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ اسْمَعُوا هذِهِ الأَقْوَالَ: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ رَجُلٌ قَدْ تَبَرْهَنَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ بِقُوَّاتٍ وَعَجَائِبَ وَآيَاتٍ صَنَعَهَا اللهُ بِيَدِهِ فِي وَسْطِكُمْ، كَمَا أَنْتُمْ أَيْضًا تَعْلَمُونَ.
Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τούτους· τοὺς ; λόγους Ἰησοῦν τὸν ; Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀποδεδειγμένον εἰς ; ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ δυνάμεσιν καὶ ; τέρασιν καὶ ; σημείοις οἷς ; ἐποίησεν ὁ ; θεὸς δι᾽ ; αὐτοῦ ἐν μέσῳ ; ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ καὶ οἴδατε,
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، يَسُوغُ أَنْ يُقَالَ لَكُمْ جِهَارًا عَنْ رَئِيسِ الآبَاءِ دَاوُدَ إِنَّهُ مَاتَ وَدُفِنَ، وَقَبْرُهُ عِنْدَنَا حَتَّى هذَا الْيَوْمِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν πρὸς ; ὑμᾶς μετὰ ; παρρησίας περὶ τοῦ ; πατριάρχου Δαυὶδ ὅτι καὶ ; ἐτελεύτησεν καὶ ; ἐτάφη καὶ ; τὸ ; μνῆμα ; αὐτοῦ ἔστιν ; ἐν ; ἡμῖν ἄχρι ταύτης. τῆς ; ἡμέρας
فَلَمَّا سَمِعُوا نُخِسُوا فِي قُلُوبِهِمْ، وَقَالُوا لِبُطْرُسَ وَلِسَائِرَ الرُّسُلِ: مَاذَا نَصْنَعُ أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ.
δὲ Ἀκούσαντες κατενύγησαν τῇ; καρδίᾳ εἶπόν ; τε πρὸς ; τὸν ; Πέτρον καὶ ; τοὺς ; λοιποὺς ἀποστόλους· τί ποιήσομεν ἄνδρες ἀδελφοί;
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
فَلَمَّا رَأَى بُطْرُسُ أَجَابَ الشَّعْبَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ تَتَعَجَّبُونَ مِنْ هذَا. وَلِمَاذَا تَشْخَصُونَ إِلَيْنَا، كَأَنَّنَا بِقُوَّتِنَا أَوْ تَقْوَانَا قَدْ جَعَلْنَا هذَا يَمْشِي.
ἰδὼν ; δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς ; τὸν ; λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ; τί ἀτενίζετε ἡμῖν ὡς ἰδίᾳ ; δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ ; αὐτόν; περιπατεῖν
وَلكِنْ أَنْتُمْ أَنْكَرْتُمُ الْقُدُّوسَ الْبَارَّ، وَطَلَبْتُمْ أَنْ يُوهَبَ لَكُمْ رَجُلٌ قَاتِلٌ.
δὲ ὑμεῖς ἠρνήσασθε τὸν ; ἅγιον καὶ ; δίκαιον καὶ ; ᾐτήσασθε χαρισθῆναι ὑμῖν, ἄνδρα φονέα
وَكَثِيرُونَ مِنَ الَّذِينَ سَمِعُوا الْكَلِمَةَ آمَنُوا، وَصَارَ عَدَدُ الرِّجَالِ نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
πολλοὶ ; δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν ; λόγον ἐπίστευσαν· καὶ ; ἐγενήθη ὁ ; ἀριθμὸς τῶν ; ἀνδρῶν ὡσεὶ πέντε.¶ χιλιάδες
وَكَانَ مُؤْمِنُونَ يَنْضَمُّونَ لِلرَّبِّ أَكْثَرَ، جَمَاهِيرُ مِنْ رِجَال وَنِسَاءٍ،
δὲ πιστεύοντες προσετίθεντο τῷ ; κυρίῳ, μᾶλλον πλήθη ἀνδρῶν καὶ ; γυναικῶν,
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، احْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ مِنْ جِهَةِ هؤُلاَءِ النَّاسِ فِي مَا أَنْتُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْعَلُوا.
τε εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τούτοις τοῖς ; ἀνθρώποις τί μέλλετε πράσσειν.
لأَنَّهُ قَبْلَ هذِهِ الأَيَّامِ قَامَ ثُودَاسُ قَائِلاً عَنْ نَفْسِهِ إِنَّهُ شَيْءٌ، الَّذِي الْتَصَقَ بِهِ عَدَدٌ مِنَ الرِّجَالِ نَحْوُ أَرْبَعِمِئَةٍ، الَّذِي قُتِلَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَبَدَّدُوا وَصَارُوا لاَ شَيْءَ.
γὰρ πρὸ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς λέγων ἑαυτόν, εἶναί τινα ᾧ προσεκολλήθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ; ἐγένοντο εἰς ; οὐδέν.
فَانْتَخِبُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ سَبْعَةَ رِجَال مِنْكُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ وَمَمْلُوِّينَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَحِكْمَةٍ، فَنُقِيمَهُمْ عَلَى هذِهِ الْحَاجَةِ.
οὖν; ἐπισκέψασθε ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρας ἐξ ; ὑμῶν μαρτυρουμένους πλήρεις πνεύματος ἁγίου σοφίας οὓς ; καταστήσομεν ἐπὶ ταύτης· τῆς ; χρείας