ك
إصحاح
G435
G436. anthístēmi
G437
المعنى المختصر للكلمة
anthístēmi: to stand against, i.e. oppose
اللفظ الأصلي ἀνθίστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anthístēmi (anth-is-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 13 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to stand against, i.e. oppose

الإنجليزية — KJV Translation Tags
resist withstand

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀντιστῆναι (4×) ᾧ ; ἀντίστητε (1×) ἀντίστητε (1×) ἀντέστησαν (1×) ἀντέστην, (1×) ἀνθίστανται (1×) ἀνθέστηκεν· (1×) ἀνθέστηκεν; (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (13 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: لاَ تُقَاوِمُوا الشَّرَّ، بَلْ مَنْ لَطَمَكَ عَلَى خَدِّكَ الأَيْمَنِ فَحَوِّلْ لَهُ الآخَرَ أَيْضًا.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ ; πονηρῷ. ἀλλ᾽ ὅστις σε ; ῥαπίσει ἐπί τὴν ; σιαγόνα ; σου, δεξιὰν στρέψον αὐτῷ τὴν ; ἄλλην· καὶ
لأَنِّي أَنَا أُعْطِيكُمْ فَمًا وَحِكْمَةً لاَ يَقْدِرُ جَمِيعُ مُعَانِدِيكُمْ أَنْ يُقَاوِمُوهَا أَوْ يُنَاقِضُوهَا.
γὰρ ἐγὼ δώσω ; ὑμῖν στόμα καὶ ; σοφίαν ᾗ ; οὐ δυνήσονται πάντες οἱ ; ἀντικείμενοι ; ὑμῖν.¶ ἀντιστῆναι οὐδὲ ἀντειπεῖν
وَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُقَاوِمُوا الْحِكْمَةَ وَالرُّوحَ الَّذِي كَانَ يَتَكَلَّمُ بِهِ.
καὶ ; οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ ; σοφίᾳ καὶ ; τῷ ; πνεύματι ᾧ ; ἐλάλει.¶
فَسَتَقُولُ لِي: لِمَاذَا يَلُومُ بَعْدُ. لأَنْ مَنْ يُقَاوِمُ مَشِيئَتَهُ.
Ἐρεῖς μοι ; οὖν· τί μέμφεται; ἔτι γὰρ τίς ἀνθέστηκεν; τῷ ; βουλήματι ; αὐτοῦ
حَتَّى إِنَّ مَنْ يُقَاوِمُ السُّلْطَانَ يُقَاوِمُ تَرْتِيبَ اللهِ، وَالْمُقَاوِمُونَ سَيَأْخُذُونَ لأَنْفُسِهِمْ دَيْنُونَةً.
ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ; ἐξουσίᾳ ἀνθέστηκεν· τῇ ; διαταγῇ τοῦ ; θεοῦ οἱ ; δὲ ; ἀνθεστηκότες λήμψονται. ἑαυτοῖς κρίμα
حَتَّى إِنَّ مَنْ يُقَاوِمُ السُّلْطَانَ يُقَاوِمُ تَرْتِيبَ اللهِ، وَالْمُقَاوِمُونَ سَيَأْخُذُونَ لأَنْفُسِهِمْ دَيْنُونَةً.
ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ; ἐξουσίᾳ ἀνθέστηκεν· τῇ ; διαταγῇ τοῦ ; θεοῦ οἱ ; δὲ ; ἀνθεστηκότες λήμψονται. ἑαυτοῖς κρίμα
وَلكِنْ لَمَّا أَتَى بُطْرُسُ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ قَاوَمْتُهُ مُواجَهَةً، لأَنَّهُ كَانَ مَلُومًا.
δὲ Ὅτε ἦλθεν Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, ἀντέστην, κατὰ ; πρόσωπον ; αὐτῷ ὅτι ἦν. κατεγνωσμένος
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ احْمِلُوا سِلاَحَ اللهِ الْكَامِلَ لِكَيْ تَقْدِرُوا أَنْ تُقَاوِمُوا فِي الْيَوْمِ الشِّرِّيرِ، وَبَعْدَ أَنْ تُتَمِّمُوا كُلَّ شَيْءٍ أَنْ تَثْبُتُوا.
διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν ; πανοπλίαν ; τοῦ ; θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; πονηρᾷ καὶ κατεργασάμενοι ἅπαντα στῆναι.¶
وَكَمَا قَاوَمَ يَنِّيسُ وَيَمْبِرِيسُ مُوسَى، كَذلِكَ هؤُلاَءِ أَيْضًا يُقَاوِمُونَ الْحَقَّ. أُنَاسٌ فَاسِدَةٌ أَذْهَانُهُمْ، وَمِنْ جِهَةِ الإِيمَانِ مَرْفُوضُونَ.
Ὃν ; τρόπον ἀντέστησαν Ἰάννης καὶ ; Ἰαμβρῆς Μωϋσεῖ, οὕτως οὗτοι καὶ ἀνθίστανται τῇ ; ἀληθείᾳ, ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τὸν ; νοῦν, περὶ τὴν ; πίστιν. ἀδόκιμοι
وَكَمَا قَاوَمَ يَنِّيسُ وَيَمْبِرِيسُ مُوسَى، كَذلِكَ هؤُلاَءِ أَيْضًا يُقَاوِمُونَ الْحَقَّ. أُنَاسٌ فَاسِدَةٌ أَذْهَانُهُمْ، وَمِنْ جِهَةِ الإِيمَانِ مَرْفُوضُونَ.
Ὃν ; τρόπον ἀντέστησαν Ἰάννης καὶ ; Ἰαμβρῆς Μωϋσεῖ, οὕτως οὗτοι καὶ ἀνθίστανται τῇ ; ἀληθείᾳ, ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τὸν ; νοῦν, περὶ τὴν ; πίστιν. ἀδόκιμοι
فَاحْتَفِظْ مِنْهُ أَنْتَ أَيْضًا، لأَنَّهُ قَاوَمَ أَقْوَالَنَا جِدًّا.
φυλάσσου· ὃν σὺ καὶ γὰρ ἀνθέστηκεν τοῖς ; ἡμετέροις ; λόγοις.¶ λίαν
فَاخْضَعُوا ِللهِ. قَاوِمُوا إِبْلِيسَ فَيَهْرُبَ مِنْكُمْ.
ὑποτάγητε ; οὖν τῷ ; θεῷ. ἀντίστητε τῷ ; διαβόλῳ καὶ ; φεύξεται ἀφ᾽ ; ὑμῶν,
فَقَاوِمُوهُ، رَاسِخِينَ فِي الإِيمَانِ، عَالِمِينَ أَنَّ نَفْسَ هذِهِ الآلاَمِ تُجْرَى عَلَى إِخْوَتِكُمُ الَّذِينَ فِي الْعَالَمِ.
ᾧ ; ἀντίστητε στερεοὶ τῇ πίστει εἰδότες τὰ ; αὐτὰ τῶν ; παθημάτων ἐπιτελεῖσθαι.¶ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐν τῷ ; κόσμῳ