ك
إصحاح
G2442
G2443. hína
G2444
المعنى المختصر للكلمة
hína: compare )
اللفظ الأصلي ἵνα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hína (hin-ah)
تكرار الورود في الكتاب 446 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 compare )
2 in order that (denoting the purpose or the result)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
albeit because to the intent (that) lest so as (so) that (for) to

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἵνα (432×) καὶ ; ἵνα (7×) Ἵνα (2×) ἐστιν ; ἵνα (1×) σε ; ἐρωτᾷ. ; ἵνα (1×) μόνον ; ἵνα (1×) μηδενὶ ; εἴπωσιν ; ἵνα (1×) μαρτυρήσω ; ἵνα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (446 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ أَيْضًا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ قَدْ أَصْدَرُوا أَمْرًا أَنَّهُ إِنْ عَرَفَ أَحَدٌ أَيْنَ هُوَ فَلْيَدُلَّ عَلَيْهِ، لِكَيْ يُمْسِكُوهُ.
δὲ καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι δεδώκεισαν ἐντολήν ἵνα ἐάν γνῷ τις ποῦ ἐστιν μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
أَنَا قَدْ جِئْتُ نُورًا إِلَى الْعَالَمِ، حَتَّى كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِي لاَ يَمْكُثُ فِي الظُّلْمَةِ.
ἐγὼ ἐλήλυθα, φῶς εἰς τὸν ; κόσμον ἵνα πᾶς ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ μὴ μείνῃ. ἐν τῇ ; σκοτίᾳ
فَحِينَ كَانَ الْعَشَاءُ، وَقَدْ أَلْقَى الشَّيْطَانُ قَلْبِ يَهُوذَا سِمْعَانَ الإِسْخَرْيُوطِيِّ أَنْ يُسَلِّمَهُ،
καὶ ; γενομένου δείπνου ἤδη βεβληκότος τοῦ ; διαβόλου τὴν ; καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου, ἵνα παραδοῖ ; αὐτὸν
لأَنِّي أَعْطَيْتُكُمْ مِثَالاً، حَتَّى كَمَا صَنَعْتُ أَنَا بِكُمْ تَصْنَعُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا.
γὰρ ἔδωκα ; ὑμῖν, ὑπόδειγμα ἵνα καθὼς ἐποίησα ἐγὼ ὑμῖν ποιῆτε. ὑμεῖς καὶ
أَقُولُ لَكُمُ الآنَ قَبْلَ أَنْ يَكُونَ، حَتَّى مَتَى كَانَ تُؤْمِنُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ.
λέγω ὑμῖν ἄρτι πρὸ τοῦ ; γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι.
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
وَصِيَّةً جَدِيدَةً أَنَا أُعْطِيكُمْ: أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا. كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ تُحِبُّونَ أَنْتُمْ أَيْضًا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς ἀγαπᾶτε ὑμεῖς καὶ ἀλλήλους.
وَإِنْ مَضَيْتُ وَأَعْدَدْتُ لَكُمْ مَكَانًا آتِي أَيْضًا وَآخُذُكُمْ إِلَيَّ، حَتَّى حَيْثُ أَكُونُ أَنَا تَكُونُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا،
καὶ ; ἐὰν πορευθῶ καὶ ; ἑτοιμάσω ὑμῖν, τόπον ἔρχομαι πάλιν καὶ ; παραλήμψομαι ; ὑμᾶς πρὸς ; ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ ἦτε. ὑμεῖς καὶ
وَقُلْتُ لَكُمُ الآنَ قَبْلَ أَنْ يَكُونَ، حَتَّى مَتَى كَانَ تُؤْمِنُونَ.
καὶ ; εἴρηκα ὑμῖν νῦν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται, πιστεύσητε.¶
بِهذَا يَتَمَجَّدُ أَبِي: أَنْ تَأْتُوا بِثَمَرٍ كَثِيرٍ فَتَكُونُونَ تَلاَمِيذِي.
ἐν ; τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ ; πατήρ ; μου, ἵνα φέρητε καρπὸν πολὺν καὶ ; γενήσεσθε ἐμοὶ ; μαθηταί.
كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا لِكَيْ يَثْبُتَ فَرَحِي فِيكُمْ وَيُكْمَلَ فَرَحُكُمْ.
λελάληκα ; ὑμῖν Ταῦτα ἵνα μείνῃ ἡ ; χαρὰ ; ἡ ; ἐμὴ ἐν ; ὑμῖν καὶ ; πληρωθῇ. ἡ ; χαρὰ ; ὑμῶν
هذِهِ هِيَ وَصِيَّتِي أَنْ تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا كَمَا أَحْبَبْتُكُمْ.
αὕτη ἐστὶν ἡ ; ἐντολὴ ; ἡ ; ἐμὴ ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ; ὑμᾶς.
لَيْسَ أَنْتُمُ اخْتَرْتُمُونِي بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ، وَأَقَمْتُكُمْ لِتَذْهَبُوا وَتَأْتُوا بِثَمَرٍ، وَيَدُومَ ثَمَرُكُمْ، لِكَيْ يُعْطِيَكُمُ الآبُ كُلَّ مَا طَلَبْتُمْ بِاسْمِي.
Οὐχ ὑμεῖς με ; ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς καὶ ; ἔθηκα ; ὑμᾶς ἵνα ; ὑμεῖς ; ὑπάγητε καὶ ; φέρητε, καρπὸν καὶ ; μένῃ· ὁ ; καρπὸς ; ὑμῶν ἵνα δῷ ; ὑμῖν.¶ τὸν ; πατέρα ὅ ; τι ; ἂν αἰτήσητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου,
بِهذَا أُوصِيكُمْ حَتَّى تُحِبُّوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ταῦτα ἐντέλλομαι ; ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.
لكِنْ لِكَيْ تَتِمَّ الْكَلِمَةُ الْمَكْتُوبَةُ فِي نَامُوسِهِمْ: إِنَّهُمْ أَبْغَضُونِي بِلاَ سَبَبٍ.
ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῇ ὁ ; λόγος ὁ ; γεγραμμένος ἐν τῷ ; νόμῳ ; αὐτῶν ὅτι ἐμίσησάν ; με δωρεάν.¶
قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا لِكَيْ لاَ تَعْثُرُوا.
λελάληκα ; ὑμῖν, Ταῦτα ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε.
سَيُخْرِجُونَكُمْ مِنَ الْمَجَامِعِ، بَلْ تَأْتِي سَاعَةٌ فِيهَا يَظُنُّ كُلُّ مَنْ يَقْتُلُكُمْ أَنَّهُ يُقَدِّمُ خِدْمَةً ِللهِ.
ποιήσουσιν ; ὑμᾶς· ἀποσυναγώγους ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ἵνα δόξῃ πᾶς ὁ ; ἀποκτείνας ; ὑμᾶς προσφέρειν λατρείαν τῷ ; θεῷ.
لكِنِّي قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا حَتَّى إِذَا جَاءَتِ السَّاعَةُ تَذْكُرُونَ أَنِّي أَنَا قُلْتُهُ لَكُمْ. وَلَمْ أَقُلْ لَكُمْ مِنَ الْبِدَايَةِ لأَنِّي كُنْتُ مَعَكُمْ.
ἀλλὰ λελάληκα ; ὑμῖν, ταῦτα ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ; ὥρα μνημονεύητε ὅτι ἐγὼ αὐτῶν ; εἶπον ὑμῖν. δὲ ; οὐκ ταῦτα ; εἶπον, ὑμῖν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἤμην. μεθ᾽ ; ὑμῶν
لكِنِّي أَقُولُ لَكُمُ الْحَقَّ: إِنَّهُ خَيْرٌ لَكُمْ أَنْ أَنْطَلِقَ، لأَنَّهُ إِنْ لَمْ أَنْطَلِقْ لاَ يَأْتِيكُمُ الْمُعَزِّي، وَلكِنْ إِنْ ذَهَبْتُ أُرْسِلُهُ إِلَيْكُمْ.
ἀλλ᾽ ἐγὼ ; λέγω ὑμῖν· τὴν ; ἀλήθειαν συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ; ἀπέλθω· γὰρ ἐὰν μὴ ἀπέλθω, οὐκ ἐλεύσεται ὁ ; παράκλητος δὲ ἐὰν πορευθῶ, πέμψω ; αὐτὸν πρὸς ; ὑμᾶς.
اَلآنَ نَعْلَمُ أَنَّكَ عَالِمٌ بِكُلِّ شَيْءٍ، وَلَسْتَ تَحْتَاجُ أَنْ يَسْأَلَكَ أَحَدٌ. لِهذَا نُؤْمِنُ أَنَّكَ مِنَ اللهِ خَرَجْتَ.
νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα καὶ ; οὐ χρείαν ; ἔχεις σε ; ἐρωτᾷ. ; ἵνα τίς ἐν ; τούτῳ πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ θεοῦ ἐξῆλθες.
قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا لِيَكُونَ لَكُمْ فِيَّ سَلاَمٌ. فِي الْعَالَمِ سَيَكُونُ لَكُمْ ضِيقٌ، وَلكِنْ ثِقُوا: أَنَا قَدْ غَلَبْتُ الْعَالَمَ.
λελάληκα ; ὑμῖν, ταῦτα ἵνα ἔχητε. ἐν ; ἐμοὶ εἰρήνην ἐν τῷ ; κόσμῳ ἔχετε· θλῖψιν ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν ; κόσμον.¶
وَهذِهِ هِيَ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ: أَنْ يَعْرِفُوكَ أَنْتَ الإِلهَ الْحَقِيقِيَّ وَحْدَكَ وَيَسُوعَ الْمَسِيحَ الَّذِي أَرْسَلْتَهُ.
δέ ; αὕτη ἐστιν ἡ ; ζωὴ αἰώνιος ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν ; θεὸν τὸν ; ἀληθινὸν μόνον καὶ ; Ἰησοῦν Χριστόν. ὃν ἀπέστειλας
أَمَّا الآنَ فَإِنِّي آتِي إِلَيْكَ. وَأَتَكَلَّمُ بِهذَا فِي الْعَالَمِ لِيَكُونَ لَهُمْ فَرَحِي كَامِلاً فِيهِمْ.
δὲ νῦν ἔρχομαι πρὸς ; σὲ καὶ ; λαλῶ ταῦτα ἐν τῷ ; κόσμῳ, ἵνα ἔχωσιν τὴν ; χαρὰν ; τὴν ; ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν ; αὐτοῖς
لَسْتُ أَسْأَلُ أَنْ تَأْخُذَهُمْ مِنَ الْعَالَمِ بَلْ أَنْ تَحْفَظَهُمْ مِنَ الشِّرِّيرِ.
οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς ; αὐτοὺς ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἵνα τηρήσῃς ; αὐτοὺς ἐκ τοῦ ; πονηροῦ.
لَسْتُ أَسْأَلُ أَنْ تَأْخُذَهُمْ مِنَ الْعَالَمِ بَلْ أَنْ تَحْفَظَهُمْ مِنَ الشِّرِّيرِ.
οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς ; αὐτοὺς ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἵνα τηρήσῃς ; αὐτοὺς ἐκ τοῦ ; πονηροῦ.
وَلأَجْلِهِمْ أُقَدِّسُ أَنَا ذَاتِي، لِيَكُونُوا هُمْ أَيْضًا مُقَدَّسِينَ فِي الْحَقِّ.
καὶ ; ὑπὲρ ; αὐτῶν ἁγιάζω ἐγὼ ἐμαυτόν, ἵνα ὦσιν ; αὐτοὶ καὶ ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ.
لِيَكُونَ الْجَمِيعُ وَاحِدًا، كَمَا أَنَّكَ أَنْتَ أَيُّهَا الآبُ فِيَّ وَأَنَا فِيكَ، لِيَكُونُوا هُمْ أَيْضًا وَاحِدًا فِينَا، لِيُؤْمِنَ الْعَالَمُ أَنَّكَ أَرْسَلْتَنِي.
ἵνα ; ὦσιν πάντες ἓν καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; σοί, ἵνα αὐτοὶ καὶ ἓν ἐν ; ἡμῖν ἵνα ; πιστεύσῃ ὁ ; κόσμος ὅτι ; σύ με ; ἀπέστειλας.
أَيُّهَا الآبُ أُرِيدُ أَنَّ هؤُلاَءِ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي يَكُونُونَ مَعِي حَيْثُ أَكُونُ أَنَا، لِيَنْظُرُوا مَجْدِي الَّذِي أَعْطَيْتَنِي، لأَنَّكَ أَحْبَبْتَنِي قَبْلَ إِنْشَاءِ الْعَالَمِ.
Πάτερ, θέλω ἵνα οὕς δέδωκάς ; μοι κἀκεῖνοι ; ὦσιν μετ᾽ ; ἐμοῦ, ὅπου εἰμὶ ἐγὼ ἵνα ; θεωρῶσιν τὴν ; δόξαν ; τὴν ; ἐμὴν ἣν ἔδωκάς; μοι, ὅτι ἠγάπησάς ; με πρὸ καταβολῆς κόσμου.
وَعَرَّفْتُهُمُ اسْمَكَ وَسَأُعَرِّفُهُمْ، لِيَكُونَ فِيهِمُ الْحُبُّ الَّذِي أَحْبَبْتَنِي بِهِ، وَأَكُونَ أَنَا فِيهِمْ.
καὶ ; ἐγνώρισα ; αὐτοῖς τὸ ; ὄνομά ; σου καὶ ; γνωρίσω, ἵνα ἐν ; αὐτοῖς ἡ ; ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς ; με ᾖ κἀγὼ ἐν ; αὐτοῖς.¶
ثُمَّ جَاءُوا بِيَسُوعَ مِنْ عِنْدِ قَيَافَا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ، وَكَانَ صُبْحٌ. وَلَمْ يَدْخُلُوا هُمْ إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ لِكَيْ لاَ يَتَنَجَّسُوا، فَيَأْكُلُونَ الْفِصْحَ.
Ἄγουσιν ; οὖν τὸν ; Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ ; Καϊάφα εἰς τὸ ; πραιτώριον· ἦν ; δὲ πρωίᾳ καὶ ; οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ ; πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν ἀλλὰ ; φάγωσιν τὸ ; πάσχα.