ك
إصحاح
G234
G235. allá
G236
المعنى المختصر للكلمة
allá: properly, other things, i.e. (adverbially) contrariwise (in many relations)
اللفظ الأصلي ἀλλά
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق allá (al-lah)
تكرار الورود في الكتاب 613 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

properly, other things, i.e. (adverbially) contrariwise (in many relations)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
and but (even) howbeit indeed nay nevertheless no notwithstanding save therefore yea yet

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀλλ᾽ (335×) ἀλλὰ (270×) Ἀλλ᾽ (4×) ἀλλά (2×) Ἀλλὰ (1×) γάρ, ; ἀλλ᾽ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (613 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
الَّذِي يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَنْ يَرَى حَيَاةً بَلْ يَمْكُثُ عَلَيْهِ غَضَبُ اللهِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; τὸν ; υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ ; δὲ ἀπειθῶν τῷ ; υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾽ μένει ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ ἡ ; ὀργὴ τοῦ ; θεοῦ
مَعَ أَنَّ يَسُوعَ نَفْسَهُ لَمْ يَكُنْ يُعَمِّدُ بَلْ تَلاَمِيذُهُ،
καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν ἀλλ᾽ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ,
وَلكِنْ مَنْ يَشْرَبُ مِنَ الْمَاءِ الَّذِي أُعْطِيهِ أَنَا فَلَنْ يَعْطَشَ إِلَى الأَبَدِ، بَلِ الْمَاءُ الَّذِي أُعْطِيهِ يَصِيرُ فِيهِ يَنْبُوعَ مَاءٍ يَنْبَعُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
δ᾽ ὃς ; ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ; ὕδατος οὗ δώσω ; αὐτῷ, ἐγὼ οὐ ; μὴ διψήσῃ εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ; ὕδωρ ὃ δώσω ; αὐτῷ γενήσεται ἐν ; αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ، وَهِيَ الآنَ، حِينَ السَّاجِدُونَ الْحَقِيقِيُّونَ يَسْجُدُونَ لِلآبِ بِالرُّوحِ وَالْحَقِّ، لأَنَّ الآبَ طَالِبٌ مِثْلَ هؤُلاَءِ السَّاجِدِينَ لَهُ.
ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν, νῦν ὅτε οἱ ; προσκυνηταὶ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσιν τῷ ; πατρὶ ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ· καὶ ; γὰρ ὁ ; πατὴρ ζητεῖ τοιούτους τοὺς ; προσκυνοῦντας αὐτόν.
فَمِنْ أَجْلِ هذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَكْثَرَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ لَمْ يَنْقُضِ السَّبْتَ فَقَطْ، بَلْ قَالَ أَيْضًا إِنَّ اللهَ أَبُوهُ، مُعَادِلاً نَفْسَهُ بِاللهِ.
οὖν διὰ τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν μᾶλλον αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ ἔλυεν τὸ ; σάββατον, μόνον ἀλλὰ ἔλεγεν καὶ τὸν ; θεὸν πατέρα ; ἴδιον ἴσον ; ποιῶν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ.
لأَنَّ الآبَ لاَ يَدِينُ أَحَدًا، بَلْ قَدْ أَعْطَى كُلَّ الدَّيْنُونَةِ لِلابْنِ،
γὰρ ὁ ; πατὴρ οὐδὲ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ δέδωκεν πᾶσαν τὴν ; κρίσιν τῷ ; υἱῷ,
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ يَسْمَعُ كَلاَمِي وَيُؤْمِنُ بِالَّذِي أَرْسَلَنِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَلاَ يَأْتِي إِلَى دَيْنُونَةٍ، بَلْ قَدِ انْتَقَلَ مِنَ الْمَوْتِ إِلَى الْحَيَاةِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ἀκούων τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; πιστεύων τῷ πέμψαντί ; με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ; οὐκ ἔρχεται, εἰς κρίσιν ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ θανάτου εἰς τὴν ; ζωήν.¶
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
وَأَنَا لاَ أَقْبَلُ شَهَادَةً مِنْ إِنْسَانٍ، وَلكِنِّي أَقُولُ هذَا لِتَخْلُصُوا أَنْتُمْ.
ἐγὼ ; δὲ οὐ λαμβάνω τὴν ; μαρτυρίαν παρὰ ἀνθρώπου ἀλλὰ λέγω ταῦτα ἵνα ; σωθῆτε. ὑμεῖς
وَلكِنِّي قَدْ عَرَفْتُكُمْ أَنْ لَيْسَتْ لَكُمْ مَحَبَّةُ اللهِ فِي أَنْفُسِكُمْ.
ἀλλ᾽ ἔγνωκα ; ὑμᾶς ὅτι οὐκ ἔχετε τὴν ; ἀγάπην τοῦ ; θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς.¶
هُنَا غُلاَمٌ مَعَهُ خَمْسَةُ أَرْغِفَةِ شَعِيرٍ وَسَمَكَتَانِ، وَلكِنْ مَا هذَا لِمِثْلِ هؤُلاَءِ.
ἔστιν ; ὧδε παιδάριον ; ἓν ὃ; ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ ; δύο ; ὀψάρια· ἀλλὰ τί ; ἐστιν ταῦτα εἰς ; τοσούτους;
وَفِي الْغَدِ لَمَّا رَأَى الْجَمْعُ الَّذِينَ كَانُوا وَاقِفِينَ فِي عَبْرِ الْبَحْرِ أَنَّهُ لَمْ تَكُنْ هُنَاكَ سَفِينَةٌ أُخْرَى سِوَى وَاحِدَةٍ، وَهِيَ تِلْكَ الَّتِي دَخَلَهَا تَلاَمِيذُهُ، وَأَنَّ يَسُوعَ لَمْ يَدْخُلِ السَّفِينَةَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ بَلْ مَضَى تَلاَمِيذُهُ وَحْدَهُمْ.
Τῇ ; ἐπαύριον ἰδὼν ὁ ; ὄχλος ὁ ; ἑστηκὼς πέραν τῆς ; θαλάσσης ὅτι οὐκ ἦν ἐκεῖ πλοιάριον ἄλλο εἰ ; μὴ ἓν ἐκεῖνο εἰς ; ὃ ἐνέβησαν οἱ ; αὐτοῦ, ; μαθηταὶ καὶ ; ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς οὐ συνεισῆλθεν εἰς ; τὸ ; πλοιάριον τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἀλλὰ ἀπῆλθον· οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ μόνοι
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: أَنْتُمْ تَطْلُبُونَنِي لَيْسَ لأَنَّكُمْ رَأَيْتُمْ آيَاتٍ، بَلْ لأَنَّكُمْ أَكَلْتُمْ مِنَ الْخُبْزِ فَشَبِعْتُمْ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ζητεῖτέ ; με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφάγετε ἐκ ἄρτων ; τῶν καὶ ; ἐχορτάσθητε.
اِعْمَلُوا لاَ لِلطَّعَامِ الْبَائِدِ، بَلْ لِلطَّعَامِ الْبَاقِي لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ الَّذِي يُعْطِيكُمُ ابْنُ الإِنْسَانِ، لأَنَّ هذَا اللهُ الآبُ قَدْ خَتَمَهُ.
ἐργάζεσθε μὴ τὴν ; βρῶσιν τὴν ; ἀπολλυμένην ἀλλὰ τὴν ; βρῶσιν τὴν ; μένουσαν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον ἣν ὑμῖν ; δώσει· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου γὰρ τοῦτον ὁ ; θεός. ὁ ; πατὴρ ἐσφράγισεν
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ مُوسَى أَعْطَاكُمُ الْخُبْزَ مِنَ السَّمَاءِ، بَلْ أَبِي يُعْطِيكُمُ الْخُبْزَ الْحَقِيقِيَّ مِنَ السَّمَاءِ،
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου δίδωσιν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον τὸν ; ἀληθινόν. ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
وَلكِنِّي قُلْتُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ قَدْ رَأَيْتُمُونِي، وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ.
ἀλλ᾽ εἶπον ὑμῖν καὶ ; ἑωράκατέ ἑωράκατέ ; με καὶ ; οὐ πιστεύετε.
لأَنِّي قَدْ نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ، لَيْسَ لأَعْمَلَ مَشِيئَتِي، بَلْ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ; ποιῶ θέλημα ; ἐμὸν ; τὸ ; τὸ ἀλλὰ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με.
وَهذِهِ مَشِيئَةُ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي: أَنَّ كُلَّ مَا أَعْطَانِي لاَ أُتْلِفُ مِنْهُ بَلْ أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
τοῦτο ; δέ ; ἐστιν τὸ ; θέλημα πατρός, τοῦ πέμψαντός ; με ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέν ; μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ ; αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἀναστήσω ; αὐτὸ ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
وَلكِنْ مِنْكُمْ قَوْمٌ لاَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّ يَسُوعَ مِنَ الْبَدْءِ عَلِمَ مَنْ هُمُ الَّذِينَ لاَ يُؤْمِنُونَ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُهُ.
ἀλλ᾽ εἰσὶν ; ἐξ ; ὑμῶν τινες οἳ ; οὐ πιστεύουσιν. γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξ ἀρχῆς ᾔδει τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ ; τίς ἐστιν ὁ παραδώσων ; αὐτόν.
وَلَمَّا كَانَ إِخْوَتُهُ قَدْ صَعِدُوا، حِينَئِذٍ صَعِدَ هُوَ أَيْضًا إِلَى الْعِيدِ، لاَ ظَاهِرًا بَلْ كَأَنَّهُ فِي الْخَفَاءِ.
Ὡς ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ ἀνέβησαν τότε ἀνέβη αὐτὸς καὶ εἰς τὴν ; ἑορτήν, οὐ φανερῶς ἀλλ᾽ ὡς ἐν κρυπτῷ.
وَكَانَ فِي الْجُمُوعِ مُنَاجَاةٌ كَثِيرَةٌ مِنْ نَحْوِهِ. بَعْضُهُمْ يَقُولُونَ: إِنَّهُ صَالِحٌ. وَآخَرُونَ يَقُولُونَ: لاَ، بَلْ يُضِلُّ الشَّعْبَ.
καὶ ; ἦν ἐν τοῖς ; ὄχλοις. γογγυσμὸς πολὺς περὶ αὐτοῦ οἱ ; μὲν ἔλεγον ὅτι ; ἐστιν, ἀγαθός ἄλλοι ; δὲ ἔλεγον· οὔ, ἀλλὰ πλανᾷ τὸν ; ὄχλον.
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: تَعْلِيمِي لَيْسَ لِي بَلْ لِلَّذِي أَرْسَلَنِي.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἡ ; ἐμὴ ; διδαχὴ οὐκ ἔστιν ; ἐμὴ ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός ; με·
لِهذَا أَعْطَاكُمْ مُوسَى الْخِتَانَ، لَيْسَ أَنَّهُ مِنْ مُوسَى، بَلْ مِنَ الآبَاءِ. فَفِي السَّبْتِ تَخْتِنُونَ الإِنْسَانَ.
διὰ ; τοῦτο δέδωκεν ; ὑμῖν Μωϋσῆς τὴν ; περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ ; Μωϋσέως ἀλλ᾽ ἐστὶν ; ἐκ τῶν ; πατέρων, καὶ ; ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον.
لاَ تَحْكُمُوا حَسَبَ الظَّاهِرِ بَلِ احْكُمُوا حُكْمًا عَادِلاً.
μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν, ἀλλὰ κρίνατε κρίσιν τὴν ; δικαίαν
وَلكِنَّ هذَا نَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هُوَ، وَأَمَّا الْمَسِيحُ فَمَتَى جَاءَ لاَ يَعْرِفُ أَحَدٌ مِنْ أَيْنَ هُوَ.
ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· δὲ ὁ ; χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς ; γινώσκει πόθεν ἐστίν.¶
فَنَادَى يَسُوعُ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ قِائِلاً: تَعْرِفُونَنِي وَتَعْرِفُونَ مِنْ أَيْنَ أَنَا، وَمِنْ نَفْسِي لَمْ آتِ، بَلِ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ، الَّذِي أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
Ἔκραξεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; λέγων· κἀμὲ ; οἴδατε καὶ ; οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ; ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἔστιν ἀληθινὸς ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε·
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
وَلكِنَّ هذَا الشَّعْبَ الَّذِي لاَ يَفْهَمُ النَّامُوسَ هُوَ مَلْعُونٌ.
ἀλλ᾽ οὗτος ὁ ; ὄχλος ὁ μὴ γινώσκων τὸν ; νόμον εἰσιν. ἐπικατάρατοί
ثُمَّ كَلَّمَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا قَائِلاً: أَنَا هُوَ نُورُ الْعَالَمِ. مَنْ يَتْبَعْنِي فَلاَ يَمْشِي فِي الظُّلْمَةِ بَلْ يَكُونُ لَهُ نُورُ الْحَيَاةِ.
οὖν αὐτοῖς ; ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς Πάλιν λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ ; φῶς τοῦ ; κόσμου. ὁ ἀκολουθῶν ; ἐμοὶ οὐ ; μὴ περιπατήσει ἐν τῇ ; σκοτίᾳ ἀλλ᾽ ἕξει τὸ ; φῶς τῆς ; ζωῆς.¶
وَإِنْ كُنْتُ أَنَا أَدِينُ فَدَيْنُونَتِي حَقٌّ، لأَنِّي لَسْتُ وَحْدِي، بَلْ أَنَا وَالآبُ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
καὶ ; ἐὰν ἐγώ, κρίνω κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ ἀληθής; ἐστιν, ὅτι οὐκ ; εἰμί, μόνος ἀλλ᾽ ἐγὼ καὶ ; ὁ ; πατήρ. πέμψας ; με