المعنى المختصر للكلمة
érchomai:
to come or go (in a great variety of applications, literally and
figuratively)
اللفظ الأصلي
ἔρχομαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
érchomai
(er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
606
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
middle voice of a primary verb (used only in the present and imperfect tenses, the others being supplied by a kindred (middle voice) , or (active) , which do not otherwise occur);
المعنى والشرح المفصل
to come or go (in a great variety of applications, literally and figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
accompany
appear
bring
come
enter
fall out
go
grow
X light
X next
pass
resort
be set
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἦλθεν (63×)
ἔρχεται (54×)
ἦλθον (37×)
ἐλθὼν (30×)
ἐλθεῖν (25×)
ἔλθῃ (24×)
καὶ ; ἦλθεν (17×)
ἐλθόντες (13×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (606 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 7: 20
Luk.7.20
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ الرَّجُلاَنِ قَالاَ: يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ أَرْسَلَنَا إِلَيْكَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
δὲ Παραγενόμενοι πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες εἶπαν· Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν; ἡμᾶς πρὸς ; σὲ λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, ἢ προσδοκῶμεν; ἄλλον
لوقا 7: 33
Luk.7.33
لأَنَّهُ جَاءَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ لاَ يَأْكُلُ خُبْزًا وَلاَ يَشْرَبُ خَمْرًا، فَتَقُولُونَ: بِهِ شَيْطَانٌ.
γὰρ ἐλήλυθεν Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς μὴ ἐσθίων ἄρτον μήτε πίνων οἶνον, καὶ ; λέγετε· ἔχει. δαιμόνιον
لوقا 7: 34
Luk.7.34
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَتَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ.
ἐλήλυθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν.
لوقا 8: 12
Luk.8.12
وَالَّذِينَ عَلَى الطَّرِيقِ هُمُ الَّذِينَ يَسْمَعُونَ، ثُمَّ يَأْتِي إِبْلِيسُ وَيَنْزِعُ الْكَلِمَةَ مِنْ قُلُوبِهِمْ لِئَلاَّ يُؤْمِنُوا فَيَخْلُصُوا.
οἱ ; δὲ παρὰ τὴν ; ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούοντες εἶτα ἔρχεται ὁ ; διάβολος καὶ ; αἴρει τὸν ; λόγον ἀπὸ τῆς ; καρδίας ; αὐτῶν ἵνα ; μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.
لوقا 8: 17
Luk.8.17
لأَنَّهُ لَيْسَ خَفِيٌّ لاَ يُظْهَرُ، وَلاَ مَكْتُومٌ لاَ يُعْلَمُ وَيُعْلَنُ.
γάρ οὐ ; ἐστιν κρυπτὸν ὃ ; οὐ φανερὸν οὐδὲ ἀπόκρυφον ὃ ; οὐ ; μὴ γνωσθήσεται καὶ ; εἰς ; φανερὸν ; ἔλθῃ.¶
لوقا 8: 35
Luk.8.35
فَخَرَجُوا لِيَرَوْا مَا جَرَى. وَجَاءُوا إِلَى يَسُوعَ فَوَجَدُوا الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَتِ الشَّيَاطِينُ قَدْ خَرَجَتْ مِنْهُ لاَبِسًا وَعَاقِلاً، جَالِسًا عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ، فَخَافُوا.
ἐξῆλθον ; δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εὗρον τὸν ; ἄνθρωπον οὗ τὰ ; δαιμόνια ἐξεληλύθει ἀφ᾽ ἱματισμένον καὶ ; σωφρονοῦντα καθήμενον παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ, καὶ ; ἐφοβήθησαν.
لوقا 8: 41
Luk.8.41
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
لوقا 8: 47
Luk.8.47
فَلَمَّا رَأَتِ الْمَرْأَةُ أَنَّهَا لَمْ تَخْتَفِ، جَاءَتْ مُرْتَعِدَةً وَخَرَّتْ لَهُ، وَأَخْبَرَتْهُ قُدَّامَ جَمِيعِ الشَّعْبِ لأَيِّ سَبَبٍ لَمَسَتْهُ، وَكَيْفَ بَرِئَتْ فِي الْحَالِ.
δὲ ἰδοῦσα ἡ ; γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν, ἦλθεν τρέμουσα καὶ ; προσπεσοῦσα αὐτῷ, ἀπήγγειλεν ; αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ ; λαοῦ δι᾽ ; ἣν αἰτίαν ἥψατο ; αὐτοῦ καὶ ; ὡς ἰάθη παραχρῆμα.
لوقا 8: 49
Luk.8.49
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ، جَاءَ وَاحِدٌ مِنْ دَارِ رَئِيسِ الْمَجْمَعِ قَائِلاً لَهُ: قَدْ مَاتَتِ ابْنَتُكَ. لاَ تُتْعِبِ الْمُعَلِّمَ.
Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ; ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι ; τέθνηκεν ἡ ; θυγάτηρ ; σου· μὴ σκύλλε τὸν ; διδάσκαλον.
لوقا 9: 23
Luk.9.23
وَقَالَ لِلْجَمِيعِ: إِنْ أَرَادَ أَحَدٌ أَنْ يَأْتِيَ وَرَائِي، فَلْيُنْكِرْ نَفْسَهُ وَيَحْمِلْ صَلِيبَهُ كُلَّ يَوْمٍ، وَيَتْبَعْنِي.
Ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; πάντας· εἴ θέλει τις ἐλθεῖν ὀπίσω ; μου ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ; ἀράτω τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ καθ᾽ ; ἡμέραν καὶ ; ἀκολουθείτω ; μοι.
لوقا 9: 26
Luk.9.26
لأَنَّ مَنِ اسْتَحَى بِي وَبِكَلاَمِي، فَبِهذَا يَسْتَحِي ابْنُ الإِنْسَانِ مَتَى جَاءَ بِمَجْدِهِ وَمَجْدِ الآبِ وَالْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ ; τοὺς ; ἐμοὺς ; λόγους, τοῦτον ἐπαισχυνθήσεται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὅταν ἔλθῃ τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ καὶ ; τοῦ ; πατρὸς καὶ ; τῶν ; ἀγγέλων. ἁγίων
لوقا 9: 56
Luk.9.56
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
لوقا 10: 1
Luk.10.1
وَبَعْدَ ذلِكَ عَيَّنَ الرَّبُّ سَبْعِينَ آخَرِينَ أَيْضًا، وَأَرْسَلَهُمُ اثْنَيْنِ اثْنَيْنِ أَمَامَ وَجْهِهِ إِلَى كُلِّ مَدِينَةٍ وَمَوْضِعٍ حَيْثُ كَانَ هُوَ مُزْمِعًا أَنْ يَأْتِيَ.
Μετὰ ; δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ ; κύριος ἑβδομήκοντα ἑτέρους καὶ καὶ ; ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς δύο δύο πρὸ αὐτοῦ ; προσώπου εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ ; τόπον οὗ αὐτὸς ἤμελλεν ἔρχεσθαι.
لوقا 10: 32
Luk.10.32
وَكَذلِكَ لاَوِيٌّ أَيْضًا، إِذْ صَارَ عِنْدَ الْمَكَانِ جَاءَ وَنَظَرَ وَجَازَ مُقَابِلَهُ.
ὁμοίως ; δὲ Λευίτης καὶ γενόμενος ; κατὰ τὸν ; τόπον ἐλθὼν καὶ ; ἰδὼν ἀντιπαρῆλθεν.
لوقا 10: 33
Luk.10.33
وَلكِنَّ سَامِرِيًّا مُسَافِرًا جَاءَ إِلَيْهِ، وَلَمَّا رَآهُ تَحَنَّنَ،
δέ Σαμαρίτης ; τις ὁδεύων ἦλθεν κατ᾽ ; αὐτόν, καὶ ; ἰδὼν ; αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη,
لوقا 11: 2
Luk.11.2
فَقَالَ لَهُمْ: مَتَى صَلَّيْتُمْ فَقُولُوا: أَبَانَا الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، لِيَتَقَدَّسِ اسْمُكَ، لِيَأْتِ مَلَكُوتُكَ، لِتَكُنْ مَشِيئَتُكَ كَمَا فِي السَّمَاءِ كَذلِكَ عَلَى الأَرْضِ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· ὅταν προσεύχησθε, λέγετε· πάτερ ; ἡμῶν ὁ ἐν οὐρανοις, ἁγιασθήτω τὸ ; ὄνομά ; σου· ἐλθέτω ἡ ; βασιλεία ; σου γενηθήτω τὸ ; θέλημά ; σου ὡς ἐν οὐρανῳ καὶ ἐπὶ τῆς ; γῆς·
لوقا 11: 25
Luk.11.25
فَيَأْتِي وَيَجِدُهُ مَكْنُوسًا مُزَيَّنًا.
καὶ ; ἐλθὸν εὑρίσκει σεσαρωμένον καὶ ; κεκοσμημένον.
لوقا 11: 31
Luk.11.31
مَلِكَةُ التَّيْمَنِ سَتَقُومُ فِي الدِّينِ مَعَ رِجَالِ هذَا الْجِيلِ وَتَدِينُهُمْ، لأَنَّهَا أَتَتْ مِنْ أَقَاصِي الأَرْضِ لِتَسْمَعَ حِكْمَةَ سُلَيْمَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ سُلَيْمَانَ ههُنَا.
βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ τῶν ; ἀνδρῶν τῆς ; ταύτης γενεᾶς καὶ ; κατακρινεῖ ; αὐτούς· ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν ; περάτων τῆς ; γῆς ἀκοῦσαι τὴν ; σοφίαν Σολομῶνος, καὶ ; ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε.¶
لوقا 12: 36
Luk.12.36
وَأَنْتُمْ مِثْلُ أُنَاسٍ يَنْتَظِرُونَ سَيِّدَهُمْ مَتَى يَرْجعُ مِنَ الْعُرْسِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ وَقَرَعَ يَفْتَحُونَ لَهُ لِلْوَقْتِ.
καὶ ; ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν ; κύριον ; ἑαυτῶν πότε ἀναλύσει ἐκ τῶν ; γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ ; κρούσαντος ἀνοίξωσιν αὐτῷ. εὐθέως
لوقا 12: 37
Luk.12.37
طُوبَى لأُولَئِكَ الْعَبِيدِ الَّذِينَ إِذَا جَاءَ سَيِّدُهُمْ يَجِدُهُمْ سَاهِرِينَ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَتَمَنْطَقُ وَيُتْكِئُهُمْ وَيَتَقَدَّمُ وَيَخْدُمُهُمْ.
μακάριοι ἐκεῖνοι οἱ ; δοῦλοι οὓς ἐλθὼν ὁ ; κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι περιζώσεται καὶ ; ἀνακλινεῖ ; αὐτούς, καὶ ; παρελθὼν διακονήσει ; αὐτοῖς.
لوقا 12: 38
Luk.12.38
وَإِنْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّانِي أَوْ أَتَى فِي الْهَزِيعِ الثَّالِثِ وَوَجَدَهُمْ هكَذَا، فَطُوبَى لأُولَئِكَ الْعَبِيدِ.
κἂν ἔλθῃ ἐν τῇ ; φυλακῇ δευτέρᾳ καὶ ἐν τῇ ; φυλακῇ τρίτῃ καὶ ; εὕρῃ οὕτως, μακάριοί εἰσιν ; ἐκεῖνοι.¶ οἱ ; δοῦλοι
لوقا 12: 39
Luk.12.39
وَإِنَّمَا اعْلَمُوا هذَا: أَنَّهُ لَوْ عَرَفَ رَبُّ الْبَيْتِ فِي أَيَّةِ سَاعَةٍ يَأْتِي السَّارِقُ لَسَهِرَ، وَلَمْ يَدَعْ بَيْتَهُ يُنْقَبُ.
δὲ γινώσκετε Τοῦτο ὅτι εἰ ᾔδει ὁ ; οἰκοδεσπότης ποίᾳ ὥρᾳ ἔρχεται, ὁ ; κλέπτης ἐγρηγόρησεν ; ἂν οὐκ ; ἂν ἀφῆκεν αὐτοῦ. ; οἶκον ; τὸν διορυγῆναι
لوقا 12: 40
Luk.12.40
فَكُونُوا أَنْتُمْ إِذًا مُسْتَعِدِّينَ، لأَنَّهُ فِي سَاعَةٍ لاَ تَظُنُّونَ يَأْتِي ابْنُ الإِنْسَانِ.
καὶ ; γίνεσθε ὑμεῖς οὖν ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ἔρχεται.¶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου
لوقا 12: 43
Luk.12.43
طُوبَى لِذلِكَ الْعَبْدِ الَّذِي إِذَا جَاءَ سَيِّدُهُ يَجِدُهُ يَفْعَلُ هكَذَا.
μακάριος ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὃν ἐλθὼν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως.
لوقا 12: 45
Luk.12.45
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
لوقا 12: 49
Luk.12.49
جِئْتُ لأُلْقِيَ نَارًا عَلَى الأَرْضِ، فَمَاذَا أُرِيدُ لَوِ اضْطَرَمَتْ.
ἦλθον βαλεῖν Πῦρ εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; τί θέλω εἰ ἤδη ; ἀνήφθη.
لوقا 12: 54
Luk.12.54
ثُمَّ قَالَ أَيْضًا لِلْجُمُوعِ: إِذَا رَأَيْتُمُ السَّحَابَ تَطْلُعُ مِنَ الْمَغَارِبِ فَلِلْوَقْتِ تَقُولُونَ: إِنَّهُ يَأْتِي مَطَرٌ، فَيَكُونُ هكَذَا.
δὲ Ἔλεγεν καὶ τοῖς ; ὄχλοις· ὅταν ἴδητε τὴν ; νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσμῶν, εὐθέως λέγετε ὅτι ἔρχεται, ὄμβρος καὶ ; γίνεται οὕτως.
لوقا 13: 6
Luk.13.6
وَقَالَ هذَا الْمَثَلَ: كَانَتْ لِوَاحِدٍ شَجَرَةُ تِينٍ مَغْرُوسَةٌ فِي كَرْمِهِ، فَأَتَى يَطْلُبُ فِيهَا ثَمَرًا وَلَمْ يَجِدْ.
Ἔλεγεν ; δὲ ταύτην τὴν ; παραβολήν· εἶχέν τις συκῆν πεφυτευμένην ἐν τῷ ; ἀμπελῶνι ; αὐτοῦ καὶ ; ἦλθεν ζητῶν ἐν ; αὐτῇ καρπὸν καὶ ; οὐχ εὗρεν.
لوقا 13: 7
Luk.13.7
فَقَالَ لِلْكَرَّامِ: هُوَذَا ثَلاَثُ سِنِينَ آتِي أَطْلُبُ ثَمَرًا فِي هذِهِ التِّينَةِ وَلَمْ أَجِدْ. اِقْطَعْهَا. لِمَاذَا تُبَطِّلُ الأَرْضَ أَيْضًا.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὸν ; ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἀφ᾽ ; οὗ ; ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν ταύτῃ τῇ ; συκῇ καὶ ; οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον ; αὐτήν· ἱνατί καταργεῖ;¶ τὴν ; γῆν καὶ
لوقا 13: 14
Luk.13.14
فَأَجابَ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ، وَهُوَ مُغْتَاظٌ لأَنَّ يَسُوعَ أَبْرَأَ فِي السَّبْتِ، وَقَالَ لِلْجَمْعِ: هِيَ سِتَّةُ أَيَّامٍ يَنْبَغِي فِيهَا الْعَمَلُ، فَفِي هذِهِ ائْتُوا وَاسْتَشْفُوا، وَلَيْسَ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς, ἐθεράπευσεν τῷ σαββάτῳ ἔλεγεν τῷ ; ὄχλῳ ὅτι ; εἰσὶν ἓξ ἡμέραι δεῖ ἐν ; αἷς ἐργάζεσθαι· ἐν ; οὖν ταύταις ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε καὶ ; μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου.¶