المعنى المختصر للكلمة
erōtáō:
to interrogate
اللفظ الأصلي
ἐρωτάω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
erōtáō
(er-o-tah-o)
تكرار الورود في الكتاب
28
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to interrogate
2
by implication,
to request
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ask
beseech
desire
intreat
pray
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐρωτῶ (5×)
ἠρώτησεν (2×)
ἠρώτα (2×)
ἐρωτήσω (2×)
ὑμᾶς ; ἐρωτᾷ· (1×)
ἠρώτων (1×)
ἠρώτουν (1×)
ἠρώτησαν (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (28 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 15: 23
Mat.15.23
فَلَمْ يُجِبْهَا بِكَلِمَةٍ. فَتَقَدَّمَ تَلاَمِيذُهُ وَطَلَبُوا إِلَيْهِ قَائِلِينَ: اصْرِفْهَا، لأَنَّهَا تَصِيحُ وَرَاءَنَا.
δὲ ; οὐκ Ὁ ; ἀπεκρίθη λόγον. καὶ ; προσελθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἠρώτουν αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον ; αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ; ἡμῶν.¶
متى 16: 13
Mat.16.13
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى نَوَاحِي قَيْصَرِيَّةِ فِيلُبُّسَ سَأَلَ تَلاَمِيذَهُ قِائِلاً: مَنْ يَقُولُ النَّاسُ إِنِّي أَنَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
δὲ Ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὰ ; μέρη Καισαρείας τῆς ; Φιλίππου ἠρώτα τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ λέγων· τίνα λέγουσιν οἱ ; ἄνθρωποι με ; εἶναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου;
لوقا 8: 37
Luk.8.37
فَطَلَبَ إِلَيْهِ كُلُّ جُمْهُورِ كُورَةِ الْجَدَرِيِّينَ أَنْ يَذْهَبَ عَنْهُمْ، لأَنَّهُ اعْتَرَاهُمْ خَوْفٌ عَظِيمٌ. فَدَخَلَ السَّفِينَةَ وَرَجَعَ.
καὶ ; ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ ; πλῆθος τῆς ; περιχώρου τῶν ; Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῶν, ὅτι συνείχοντο.¶ φόβῳ μεγάλῳ ἐμβὰς εἰς ; τὸ ; πλοῖον ὑπέστρεψεν.
لوقا 14: 32
Luk.14.32
وَإِلاَّ فَمَا دَامَ ذلِكَ بَعِيدًا، يُرْسِلُ سِفَارَةً وَيَسْأَلُ مَا هُوَ لِلصُّلْحِ.
εἰ ; δὲ ; μή γε, ; ἔτι αὐτοῦ πόρρω ; ὄντος ἀποστείλας πρεσβείαν ἐρωτᾷ τὰ πρὸς ; εἰρήνην.¶
لوقا 19: 31
Luk.19.31
وَإِنْ سَأَلَكُمَا أَحَدٌ: لِمَاذَا تَحُّلاَنِهِ. فَقُولاَ لَهُ هكَذَا: إِنَّ الرَّبَّ مُحْتَاجٌ إِلَيْهِ.
καὶ ; ἐάν ὑμᾶς ; ἐρωτᾷ· τις διὰ ; τί λύετε; ἐρεῖτε αὐτῷ· οὕτως ὅτι ὁ ; κύριος χρείαν ; ἔχει.¶ αὐτοῦ
لوقا 22: 68
Luk.22.68
وَإِنْ سَأَلْتُ لاَ تُجِيبُونَنِي وَلاَ تُطْلِقُونَنِي.
ἐὰν ; δὲ καὶ ; ἐρωτήσω, οὐ ; μὴ ἀποκριθῆτε ; μοι, ἢ ἀπολύσητε.
يوحنا 9: 21
Jhn.9.21
وَأَمَّا كَيْفَ يُبْصِرُ الآنَ فَلاَ نَعْلَمُ. أَوْ مَنْ فَتَحَ عَيْنَيْهِ فَلاَ نَعْلَمُ. هُوَ كَامِلُ السِّنِّ. اسْأَلُوهُ فَهُوَ يَتَكَلَّمُ عَنْ نَفْسِهِ.
δὲ πῶς βλέπει νῦν οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς οὐκ ἡμεῖς ; οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ; ἔχει· αὐτὸν ; ἐρωτήσατε, αὐτὸς λαλήσει.¶ περὶ ἑαυτοῦ
يوحنا 9: 23
Jhn.9.23
لِذلِكَ قَالَ أَبَوَاهُ: إِنَّهُ كَامِلُ السِّنِّ، اسْأَلُوهُ.
διὰ ; τοῦτο εἶπαν οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ὅτι ἡλικίαν ; ἔχει, αὐτὸν ; ἐρωτήσατε
يوحنا 14: 16
Jhn.14.16
وَأَنَا أَطْلُبُ مِنَ الآبِ فَيُعْطِيكُمْ مُعَزِّيًا آخَرَ لِيَمْكُثَ مَعَكُمْ إِلَى الأَبَدِ،
κἀγὼ ἐρωτήσω τὸν ; πατέρα, καὶ ; δώσει ; ὑμῖν, παράκλητον ἄλλον ἵνα ; μένῃ μεθ᾽ ; ὑμῶν εἰς τὸν ; αἰῶνα
يوحنا 16: 19
Jhn.16.19
فَعَلِمَ يَسُوعُ أَنَّهُمْ كَانُوا يُرِيدُونَ أَنْ يَسْأَلُوهُ، فَقَالَ لَهُمْ: أَعَنْ هذَا تَتَسَاءَلُونَ فِيمَا بَيْنَكُمْ، لأَنِّي قُلْتُ: بَعْدَ قَلِيل لاَ تُبْصِرُونَنِي، ثُمَّ بَعْدَ قَلِيل أَيْضًا تَرَوْنَنِي
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ; ἐρωτᾶν, καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· περὶ τούτου ζητεῖτε μετ᾽ ἀλλήλων ὅτι εἶπον· μικρὸν καὶ ; οὐ θεωρεῖτέ ; με, καὶ μικρὸν πάλιν καὶ ; ὄψεσθέ ; με;¶
يوحنا 16: 23
Jhn.16.23
وَفِي ذلِكَ الْيَوْمِ لاَ تَسْأَلُونَنِي شَيْئًا. اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ مَا طَلَبْتُمْ مِنَ الآبِ بِاسْمِي يُعْطِيكُمْ.
καὶ ; ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ οὐκ ἐμὲ ; ἐρωτήσετε οὐδέν.¶ Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὅτι ἄν ; ὅσα αἰτήσητε τὸν ; πατέρα τῷ ; ὀνόματί ; μου δώσει ; ὑμῖν.
يوحنا 16: 26
Jhn.16.26
فِي ذلِكَ الْيَوْمِ تَطْلُبُونَ بِاسْمِي. وَلَسْتُ أَقُولُ لَكُمْ إِنِّي أَنَا أَسْأَلُ الآبَ مِنْ أَجْلِكُمْ،
ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ αἰτήσεσθε· ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου καὶ ; οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν ; πατέρα περὶ ; ὑμῶν·
يوحنا 17: 9
Jhn.17.9
مِنْ أَجْلِهِمْ أَنَا أَسْأَلُ. لَسْتُ أَسْأَلُ مِنْ أَجْلِ الْعَالَمِ، بَلْ مِنْ أَجْلِ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي لأَنَّهُمْ لَكَ.
περὶ ; αὐτῶν Ἐγὼ ἐρωτῶ· οὐ ἐρωτῶ περὶ τοῦ ; κόσμου ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς ; μοι, ὅτι ; εἰσιν· σοί
يوحنا 17: 9
Jhn.17.9
مِنْ أَجْلِهِمْ أَنَا أَسْأَلُ. لَسْتُ أَسْأَلُ مِنْ أَجْلِ الْعَالَمِ، بَلْ مِنْ أَجْلِ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي لأَنَّهُمْ لَكَ.
περὶ ; αὐτῶν Ἐγὼ ἐρωτῶ· οὐ ἐρωτῶ περὶ τοῦ ; κόσμου ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς ; μοι, ὅτι ; εἰσιν· σοί
يوحنا 17: 15
Jhn.17.15
لَسْتُ أَسْأَلُ أَنْ تَأْخُذَهُمْ مِنَ الْعَالَمِ بَلْ أَنْ تَحْفَظَهُمْ مِنَ الشِّرِّيرِ.
οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς ; αὐτοὺς ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἵνα τηρήσῃς ; αὐτοὺς ἐκ τοῦ ; πονηροῦ.
يوحنا 17: 20
Jhn.17.20
وَلَسْتُ أَسْأَلُ مِنْ أَجْلِ هؤُلاَءِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا مِنْ أَجْلِ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِي بِكَلاَمِهِمْ،
οὐ ; δὲ ἐρωτῶ περὶ τούτων μόνον ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων εἰς ; ἐμέ· διὰ ; τοῦ ; λόγου ; αὐτῶν
يوحنا 18: 19
Jhn.18.19
فَسَأَلَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ يَسُوعَ عَنْ تَلاَمِيذِهِ وَعَنْ تَعْلِيمِهِ.
οὖν ; ἠρώτησεν Ὁ ; ἀρχιερεὺς τὸν ; Ἰησοῦν περὶ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ τῆς ; διδαχῆς ; αὐτοῦ.
يوحنا 19: 31
Jhn.19.31
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
يوحنا 19: 38
Jhn.19.38
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
أعمال الرسل 3: 3
Act.3.3
فَهذَا لَمَّا رَأَى بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا مُزْمِعَيْنِ أَنْ يَدْخُلاَ الْهَيْكَلَ، سَأَلَ لِيَأْخُذَ صَدَقَةً.
ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἠρώτα λαβεῖν. ἐλεημοσύνην
أعمال الرسل 16: 39
Act.16.39
فَجَاءُوا وَتَضَرَّعُوا إِلَيْهِمَا وَأَخْرَجُوهُمَا، وَسَأَلُوهُمَا أَنْ يَخْرُجَا مِنَ الْمَدِينَةِ.
καὶ ; ἐλθόντες παρεκάλεσαν αὐτούς, καὶ ; ἐξαγαγόντες ἠρώτων ἐξελθεῖν ἀπὸ τῆς ; πόλεως.¶
أعمال الرسل 18: 20
Act.18.20
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ زَمَانًا أَطْوَلَ لَمْ يُجِبْ.
δὲ αὐτῶν ἐρωτώντων μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς χρόνον πλείονα οὐκ ἐπένευσεν·
أعمال الرسل 23: 18
Act.23.18
فَأَخَذَهُ وَأَحْضَرَهُ إِلَى الأَمِيرِ وَقَالَ: اسْتَدْعَانِي الأَسِيرُ بُولُسُ، وَطَلَبَ أَنْ أُحْضِرَ هذَا الشَّابَّ إِلَيْكَ، وَهُوَ عِنْدَهُ شَيْءٌ لِيَقُولَهُ لَكَ.
ὁ ; μὲν ; οὖν ; παραλαβὼν ; αὐτὸν ἤγαγεν πρὸς τὸν ; χιλίαρχον καὶ ; φησίν· προσκαλεσάμενός ; με ὁ ; δέσμιος Παῦλος ἠρώτησεν ἀγαγεῖν τοῦτον τὸν ; νεανίαν πρὸς ; σὲ ἔχοντά τι λαλῆσαί σοι.
أعمال الرسل 23: 20
Act.23.20
فَقَالَ: إِنَّ الْيَهُودَ تَعَاهَدُوا أَنْ يَطْلُبُوا مِنْكَ أَنْ تُنْزِلَ بُولُسَ غَدًا إِلَى الْمَجْمَعِ، كَأَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَسْتَخْبِرُوا عَنْهُ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
εἶπεν ; δὲ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ; ἐρωτῆσαί σε καταγάγῃς τὸν ; Παῦλον αὔριον εἰς τὸ ; συνέδριον ὡς μέλλοντές πυνθάνεσθαι περὶ ; αὐτοῦ. τι ; ἀκριβέστερον
فيلبي 4: 3
Php.4.3
نَعَمْ أَسْأَلُكَ أَنْتَ أَيْضًا، يَا شَرِيكِي الْمُخْلِصَ، سَاعِدْ هَاتَيْنِ اللَّتَيْنِ جَاهَدَتَا مَعِي فِي الإِنْجِيلِ، مَعَ أَكْلِيمَنْدُسَ أَيْضًا وَبَاقِي الْعَامِلِينَ مَعِي، الَّذِينَ أَسْمَاؤُهُمْ فِي سِفْرِ الْحَيَاةِ.
ναὶ ἐρωτῶ σέ, καὶ σύζυγε, γνήσιε συλλαμβάνου αὐταῖς, αἵτινες συνήθλησάν μοι ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ μετὰ Κλήμεντος καὶ καὶ ; τῶν ; λοιπῶν συνεργῶν ; μου ὧν ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς.¶
تسالونيكي الأولى 5: 12
1Th.5.12
ثُمَّ نَسْأَلُكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَعْرِفُوا الَّذِينَ يَتْعَبُونَ بَيْنَكُمْ وَيُدَبِّرُونَكُمْ فِي الرَّبِّ وَيُنْذِرُونَكُمْ،
δὲ Ἐρωτῶμεν ὑμᾶς, ἀδελφοί, εἰδέναι τοὺς κοπιῶντας ἐν ; ὑμῖν καὶ ; προϊσταμένους ; ὑμῶν ἐν κυρίῳ καὶ ; νουθετοῦντας ; ὑμᾶς
يوحنا الأولى 5: 16
1Jn.5.16
إِنْ رَأَى أَحَدٌ أَخَاهُ يُخْطِئُ خَطِيَّةً لَيْسَتْ لِلْمَوْتِ، يَطْلُبُ، فَيُعْطِيهِ حَيَاةً لِلَّذِينَ يُخْطِئُونَ لَيْسَ لِلْمَوْتِ. تُوجَدُ خَطِيَّةٌ لِلْمَوْتِ. لَيْسَ لأَجْلِ هذِهِ أَقُولُ أَنْ يُطْلَبَ.
Ἐάν ἴδῃ τις ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ θάνατον, αἰτήσει δώσει ; αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσιν μὴ θάνατον.¶ Ἔστιν ἁμαρτία θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ.
يوحنا الثانية 1: 5
2Jn.1.5
وَالآنَ أَطْلُبُ مِنْكِ يَا كِيرِيَّةُ، لاَ كَأَنِّي أَكْتُبُ إِلَيْكِ وَصِيَّةً جَدِيدَةً، بَلِ الَّتِي كَانَتْ عِنْدَنَا مِنَ الْبَدْءِ: أَنْ يُحِبَّ بَعْضُنَا بَعْضًا.
καὶ ; νῦν ἐρωτῶ σε, κυρία, οὐχ ὡς γράφων σοι, ἐντολὴν καινὴν ἀλλ᾽ ἣν εἴχομεν ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους.