ك
إصحاح
G1536
G1537. ek
G1538
المعنى المختصر للكلمة
ek: literal or figurative
اللفظ الأصلي ἐκ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ek (ek)
تكرار الورود في الكتاب 726 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary preposition denoting origin (the point whence action or motion proceeds), from, out (of place, time, or cause;

المعنى والشرح المفصل
1 literal or figurative
2 direct or remote)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
after among X are at betwixt(-yond) by (the means of) exceedingly (+ abundantly above) for(- th) from (among, forth, up) + grudgingly + heartily X heavenly X hereby + very highly in …ly (because, by reason) of off (from) on out among (from, of) over since X thenceforth through X unto X vehemently with(-out)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐκ (589×) ἐξ (95×) καὶ ; ἐκ (17×) καὶ ; ἐξ (9×) ὢν ; ἐκ (1×) ὅτι ; ἐκ (1×) ἢ ; ἐξ (1×) Ἐφώνησαν ; οὖν ; ἐκ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (726 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَنَا أُعْطِيهَا حَيَاةً أَبَدِيَّةً، وَلَنْ تَهْلِكَ إِلَى الأَبَدِ، وَلاَ يَخْطَفُهَا أَحَدٌ مِنْ يَدِي.
κἀγὼ δίδωμι ; αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; οὐ ; μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; οὐχ ἁρπάσει ; αὐτὰ τις ἐκ τῆς ; χειρός ; μου.
أَبِي الَّذِي أَعْطَانِي إِيَّاهَا هُوَ أَعْظَمُ مِنَ الْكُلِّ، وَلاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْطَفَ مِنْ يَدِ أَبِي.
ὁ ; πατήρ ; μου ὃς δέδωκέν ; μοι ἐστιν, μείζων πάντων καὶ δύναται οὐδεὶς ἁρπάζειν ἐκ τῆς ; χειρὸς τοῦ ; πατρός ; μου.
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَعْمَالاً كَثِيرَةً حَسَنَةً أَرَيْتُكُمْ مِنْ عِنْدِ أَبِي. بِسَبَبِ أَيِّ عَمَل مِنْهَا تَرْجُمُونَنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἔργα πολλὰ καλὰ ἔδειξα ; ὑμῖν ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου· διὰ ποῖον ἔργον αὐτῶν ἐμὲ ; λιθάζετε;¶
فَطَلَبُوا أَيْضًا أَنْ يُمْسِكُوهُ فَخَرَجَ مِنْ أَيْدِيهِمْ،
Ἐζήτουν ; οὖν πάλιν αὐτὸν ; πιάσαι· καὶ ; ἐξῆλθεν ἐκ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν
وَكَانَ إِنْسَانٌ مَرِيضًا وَهُوَ لِعَازَرُ، مِنْ بَيْتِ عَنْيَا مِنْ قَرْيَةِ مَرْيَمَ وَمَرْثَا أُخْتِهَا.
Ἦν ; δέ τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς ; κώμης Μαρίας καὶ ; Μάρθας τῆς ; ἀδελφῆς ; αὐτῆς·
وَكَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ قَدْ جَاءُوا إِلَى مَرْثَا وَمَرْيَمَ لِيُعَزُّوهُمَا عَنْ أَخِيهِمَا.
καὶ ; Πολλοὶ ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς Μάρθαν καὶ ; Μαριὰμ ἵνα ; παραμυθήσωνται ; αὐτὰς περὶ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτῶν.¶
فَكَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ جَاءُوا إِلَى مَرْيَمَ، وَنَظَرُوا مَا فَعَلَ يَسُوعُ، آمَنُوا بِهِ.
Πολλοὶ ; οὖν ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων οἱ ; ἐλθόντες πρὸς τὴν ; Μαριὰμ καὶ ; θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτόν.
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا. فَصَعِدَ كَثِيرُونَ مِنَ الْكُوَرِ إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبْلَ الْفِصْحِ لِيُطَهِّرُوا أَنْفُسَهُمْ.
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς ; χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ ; πάσχα ἵνα ; ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.
ثُمَّ قَبْلَ الْفِصْحِ بِسِتَّةِ أَيَّامٍ أَتَى يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ عَنْيَا، حَيْثُ كَانَ لِعَازَرُ الْمَيْتُ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν πρὸ τοῦ ; πάσχα ἓξ ἡμερῶν ἦλθεν Ὁ ; Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ ; τεθνηκώς ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν
فَأَخَذَتْ مَرْيَمُ مَنًا مِنْ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ، وَدَهَنَتْ قَدَمَيْ يَسُوعَ، وَمَسَحَتْ قَدَمَيْهِ بِشَعْرِهَا، فَامْتَلأَ الْبَيْتُ مِنْ رَائِحَةِ الطِّيبِ.
οὖν ; λαβοῦσα ἡ ; Μαριὰμ λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου ἤλειψεν τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ; ἐξέμαξεν τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ· ταῖς ; θριξὶν ; αὐτῆς δὲ ; ἐπληρώθη ἡ ; οἰκία ἐκ τῆς ; ὀσμῆς τοῦ ; μύρου.
فَقَالَ وَاحِدٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَهُوَ يَهُوذَا سِمْعَانُ الإِسْخَرْيُوطِيُّ، الْمُزْمِعُ أَنْ يُسَلِّمَهُ:
λέγει ; οὖν εἷς ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος ὁ ; Ἰσκαριώτης ὁ ; μέλλων αὐτὸν ; παραδιδόναι·
فَعَلِمَ جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ أَنَّهُ هُنَاكَ، فَجَاءُوا لَيْسَ لأَجْلِ يَسُوعَ فَقَطْ، بَلْ لِيَنْظُرُوا أَيْضًا لِعَازَرَ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; Ἔγνω ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων ὅτι ; ἐστιν, ἐκεῖ καὶ ; ἦλθον οὐ διὰ τὸν ; Ἰησοῦν μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; ἴδωσιν καὶ τὸν ; Λάζαρον ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
فَعَلِمَ جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ أَنَّهُ هُنَاكَ، فَجَاءُوا لَيْسَ لأَجْلِ يَسُوعَ فَقَطْ، بَلْ لِيَنْظُرُوا أَيْضًا لِعَازَرَ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; Ἔγνω ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων ὅτι ; ἐστιν, ἐκεῖ καὶ ; ἦλθον οὐ διὰ τὸν ; Ἰησοῦν μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; ἴδωσιν καὶ τὸν ; Λάζαρον ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
وَكَانَ الْجَمْعُ الَّذِي مَعَهُ يَشْهَدُ أَنَّهُ دَعَا لِعَازَرَ مِنَ الْقَبْرِ وَأَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; ὢν ὁ ; ὄχλος ὁ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ, Ἐμαρτύρει ὅτε ; ἐφώνησεν τὸν ; Λάζαρον ἐκ τοῦ ; μνημείου καὶ ; ἤγειρεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
وَكَانَ الْجَمْعُ الَّذِي مَعَهُ يَشْهَدُ أَنَّهُ دَعَا لِعَازَرَ مِنَ الْقَبْرِ وَأَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; ὢν ὁ ; ὄχλος ὁ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ, Ἐμαρτύρει ὅτε ; ἐφώνησεν τὸν ; Λάζαρον ἐκ τοῦ ; μνημείου καὶ ; ἤγειρεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
اَلآنَ نَفْسِي قَدِ اضْطَرَبَتْ. وَمَاذَا أَقُولُ. أَيُّهَا الآبُ نَجِّنِي مِنْ هذِهِ السَّاعَةِ.. وَلكِنْ لأَجْلِ هذَا أَتَيْتُ إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ
Νῦν ἡ ; ψυχή ; μου τετάρακται, καὶ ; τί εἴπω; πάτερ, σῶσόν ; με ἐκ ταύτης; τῆς ; ὥρας ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς ταύτην. τὴν ; ὥραν
أَيُّهَا الآبُ مَجِّدِ اسْمَكَ.. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ: مَجَّدْتُ، وَأُمَجِّدُ أَيْضًا..
πάτερ, δόξασόν σου ; τὸ ; ὄνομα. ἦλθεν ; οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ· καὶ ; ἐδόξασα καὶ ; δοξάσω. πάλιν
وَأَنَا إِنِ ارْتَفَعْتُ عَنِ الأَرْضِ أَجْذِبُ إِلَيَّ الْجَمِيعَ.
κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς ; γῆς, ἑλκύσω πρὸς ; ἐμαυτόν. πάντας
فَأَجَابَهُ الْجَمْعُ: نَحْنُ سَمِعْنَا مِنَ النَّامُوسِ أَنَّ الْمَسِيحَ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَفِعَ ابْنُ الإِنْسَانِ. مَنْ هُوَ هذَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ ὁ ; ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; χριστὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; πῶς λέγεις σὺ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου;¶
وَلكِنْ مَعَ ذلِكَ آمَنَ بِهِ كَثِيرُونَ مِنَ الرُّؤَسَاءِ أَيْضًا، غَيْرَ أَنَّهُمْ لِسَبَبِ الْفَرِّيسِيِّينَ لَمْ يَعْتَرِفُوا بِهِ، لِئَلاَّ يَصِيرُوا خَارِجَ الْمَجْمَعِ،
ὅμως ; μέντοι ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτόν, πολλοὶ ἐκ τῶν ; ἀρχόντων καὶ ἀλλὰ διὰ τοὺς ; Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα ; μὴ γένωνται. ἀποσυνάγωγοι
لأَنِّي لَمْ أَتَكَلَّمْ مِنْ نَفْسِي، لكِنَّ الآبَ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ أَعْطَانِي وَصِيَّةً: مَاذَا أَقُولُ وَبِمَاذَا أَتَكَلَّمُ.
ὅτι ; ἐγὼ οὐκ ἐλάλησα, ἐξ ἐμαυτοῦ ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ, πέμψας ; με αὐτός μοι ; ἔδωκεν ἐντολὴν τί εἴπω καὶ ; τί λαλήσω.
أَمَّا يَسُوعُ قَبْلَ عِيدِ الْفِصْحِ، وَهُوَ عَالِمٌ أَنَّ سَاعَتَهُ قَدْ جَاءَتْ لِيَنْتَقِلَ مِنْ هذَا الْعَالَمِ إِلَى الآبِ، إِذْ كَانَ قَدْ أَحَبَّ خَاصَّتَهُ الَّذِينَ فِي الْعَالَمِ، أَحَبَّهُمْ إِلَى الْمُنْتَهَى.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Πρὸ τῆς ; ἑορτῆς τοῦ ; πάσχα εἰδὼς ὅτι αὐτοῦ ; ἡ ; ὥρα ἐλήλυθεν ἵνα ; μεταβῇ ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου πρὸς τὸν ; πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ; ἰδίους τοὺς ἐν τῷ ; κόσμῳ ἠγάπησεν ; αὐτούς. εἰς τέλος
قَامَ عَنِ الْعَشَاءِ، وَخَلَعَ ثِيَابَهُ، وَأَخَذَ مِنْشَفَةً وَاتَّزَرَ بِهَا،
ἐγείρεται ἐκ τοῦ ; δείπνου καὶ ; τίθησιν τὰ ; ἱμάτια, καὶ ; λαβὼν λέντιον διέζωσεν ; ἑαυτόν.
وَكَانَ مُتَّكِئًا فِي حِضْنِ يَسُوعَ وَاحِدٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، كَانَ يَسُوعُ يُحِبُّهُ.
Ἦν ; δὲ ἀνακείμενος ἐν τῷ ; κόλπῳ τοῦ ; Ἰησοῦ εἷς ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ὃν ὁ ; Ἰησοῦς· ἠγάπα
لَوْ كُنْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ لَكَانَ الْعَالَمُ يُحِبُّ خَاصَّتَهُ. وَلكِنْ لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ، بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ مِنَ الْعَالَمِ، لِذلِكَ يُبْغِضُكُمُ الْعَالَمُ.
εἰ ἦτε, ἐκ τοῦ ; κόσμου ἂν ὁ ; κόσμος ἐφίλει· τὸ ; ἴδιον δὲ ὅτι ; ἐστέ, οὐκ ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς ἐκ τοῦ ; κόσμου, διὰ ; τοῦτο μισεῖ ; ὑμᾶς ὁ ; κόσμος.¶
لَوْ كُنْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ لَكَانَ الْعَالَمُ يُحِبُّ خَاصَّتَهُ. وَلكِنْ لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ، بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ مِنَ الْعَالَمِ، لِذلِكَ يُبْغِضُكُمُ الْعَالَمُ.
εἰ ἦτε, ἐκ τοῦ ; κόσμου ἂν ὁ ; κόσμος ἐφίλει· τὸ ; ἴδιον δὲ ὅτι ; ἐστέ, οὐκ ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς ἐκ τοῦ ; κόσμου, διὰ ; τοῦτο μισεῖ ; ὑμᾶς ὁ ; κόσμος.¶
لَوْ كُنْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ لَكَانَ الْعَالَمُ يُحِبُّ خَاصَّتَهُ. وَلكِنْ لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنَ الْعَالَمِ، بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ مِنَ الْعَالَمِ، لِذلِكَ يُبْغِضُكُمُ الْعَالَمُ.
εἰ ἦτε, ἐκ τοῦ ; κόσμου ἂν ὁ ; κόσμος ἐφίλει· τὸ ; ἴδιον δὲ ὅτι ; ἐστέ, οὐκ ἐκ τοῦ ; κόσμου ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς ἐκ τοῦ ; κόσμου, διὰ ; τοῦτο μισεῖ ; ὑμᾶς ὁ ; κόσμος.¶
لكِنِّي قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا حَتَّى إِذَا جَاءَتِ السَّاعَةُ تَذْكُرُونَ أَنِّي أَنَا قُلْتُهُ لَكُمْ. وَلَمْ أَقُلْ لَكُمْ مِنَ الْبِدَايَةِ لأَنِّي كُنْتُ مَعَكُمْ.
ἀλλὰ λελάληκα ; ὑμῖν, ταῦτα ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ; ὥρα μνημονεύητε ὅτι ἐγὼ αὐτῶν ; εἶπον ὑμῖν. δὲ ; οὐκ ταῦτα ; εἶπον, ὑμῖν ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἤμην. μεθ᾽ ; ὑμῶν
فَقَالَ قَوْمٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: مَا هُوَ هذَا الَّذِي يَقُولُهُ لَنَا: بَعْدَ قَلِيل لاَ تُبْصِرُونَنِي، ثُمَّ بَعْدَ قَلِيل أَيْضًا تَرَوْنَنِي، وَلأَنِّي ذَاهِبٌ إِلَى الآبِ..
εἶπαν ; οὖν ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ πρὸς ; ἀλλήλους· τί ἐστιν τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν· μικρὸν καὶ ; οὐ θεωρεῖτέ ; με, καὶ μικρὸν πάλιν καὶ ; ὄψεσθέ ; με; καὶ ; ὅτι ; ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν ; πατέρα;
أَنَا أَظْهَرْتُ اسْمَكَ لِلنَّاسِ الَّذِينَ أَعْطَيْتَنِي مِنَ الْعَالَمِ. كَانُوا لَكَ وَأَعْطَيْتَهُمْ لِي، وَقَدْ حَفِظُوا كَلاَمَكَ.
Ἐφανέρωσά σου ; τὸ ; ὄνομα τοῖς ; ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς; μοι ἐκ τοῦ ; κόσμου· ἦσαν σοὶ αὐτοὺς ; δέδωκας κἀμοὶ καὶ ; τετήρηκαν. τὸν ; λόγον ; σου