المعنى المختصر للكلمة
eimí:
I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي
εἰμί
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
eimí
(i-mee)
تكرار الورود في الكتاب
2055
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1488
εἶ
•
i
•
(thou art)
المعنى والشرح المفصل
I exist (used only when emphatic)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
am
have been
X it is I
was
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐστιν (216×)
ἦν (160×)
ἔσται (89×)
ἐστὶν (53×)
ἦσαν (45×)
καὶ ; ἦν (43×)
οὐκ ; ἔστιν (37×)
εἰσιν (35×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 1: 7
Luk.1.7
وَلَمْ يَكُنْ لَهُمَا وَلَدٌ، إِذْ كَانَتْ أَلِيصَابَاتُ عَاقِرًا. وَكَانَا كِلاَهُمَا مُتَقَدِّمَيْنِ فِي أَيَّامِهِمَا.
καὶ ; οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἦν ἡ ; Ἐλισάβετ στεῖρα καὶ ; ἦσαν.¶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; αὐτῶν
لوقا 1: 10
Luk.1.10
وَكَانَ كُلُّ جُمْهُورِ الشَّعْبِ يُصَلُّونَ خَارِجًا وَقْتَ الْبَخُورِ.
καὶ ; ἦν πᾶν τὸ ; πλῆθος τοῦ ; λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ; ὥρᾳ τοῦ ; θυμιάματος.¶
لوقا 1: 14
Luk.1.14
وَيَكُونُ لَكَ فَرَحٌ وَابْتِهَاجٌ، وَكَثِيرُونَ سَيَفْرَحُونَ بِوِلاَدَتِهِ،
καὶ ; ἔσται σοι χαρά καὶ ; ἀγαλλίασις, καὶ ; πολλοὶ χαρήσονται. ἐπὶ ; τῇ ; γεννήσει; αὐτοῦ
لوقا 1: 15
Luk.1.15
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
لوقا 1: 18
Luk.1.18
فَقَالَ زَكَرِيَّا لِلْمَلاَكِ: كَيْفَ أَعْلَمُ هذَا، لأَنِّي أَنَا شَيْخٌ وَامْرَأَتِي مُتَقَدِّمَةٌ فِي أَيَّامِهَا.
Καὶ ; εἶπεν Ζαχαρίας πρὸς ; τὸν ; ἄγγελον· κατὰ ; τί γνώσομαι τοῦτο; γάρ ; εἰμι ἐγὼ ; εἰμι πρεσβύτης, καὶ ; ἡ ; γυνή ; μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; αὐτῆς.¶
لوقا 1: 18
Luk.1.18
فَقَالَ زَكَرِيَّا لِلْمَلاَكِ: كَيْفَ أَعْلَمُ هذَا، لأَنِّي أَنَا شَيْخٌ وَامْرَأَتِي مُتَقَدِّمَةٌ فِي أَيَّامِهَا.
Καὶ ; εἶπεν Ζαχαρίας πρὸς ; τὸν ; ἄγγελον· κατὰ ; τί γνώσομαι τοῦτο; γάρ ; εἰμι ἐγὼ ; εἰμι πρεσβύτης, καὶ ; ἡ ; γυνή ; μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; αὐτῆς.¶
لوقا 1: 19
Luk.1.19
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَهُ: أَنَا جِبْرَائِيلُ الْوَاقِفُ قُدَّامَ اللهِ، وَأُرْسِلْتُ لأُكَلِّمَكَ وَأُبَشِّرَكَ بِهذَا.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ ; εἰμι Γαβριὴλ ὁ ; παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἀπεστάλην λαλῆσαι ; πρὸς ; σὲ καὶ ; εὐαγγελίσασθαί ; σοι ταῦτα.
لوقا 1: 20
Luk.1.20
وَهَا أَنْتَ تَكُونُ صَامِتًا وَلاَ تَقْدِرُ أَنْ تَتَكَلَّمَ، إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي يَكُونُ فِيهِ هذَا، لأَنَّكَ لَمْ تُصَدِّقْ كَلاَمِي الَّذِي سَيَتِمُّ فِي وَقْتِهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ ; μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἡμέρας ἧς γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς ; λόγοις ; μου οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν ; καιρὸν ; αὐτῶν.¶
لوقا 1: 21
Luk.1.21
وَكَانَ الشَّعْبُ مُنْتَظِرِينَ زَكَرِيَّا وَمُتَعّجِّبِينَ مِنْ إِبْطَائِهِ فِي الْهَيْكَلِ.
Καὶ ; ἦν ὁ ; λαὸς προσδοκῶν τὸν ; Ζαχαρίαν καὶ ; ἐθαύμαζον ἐν τῷ ; χρονίζειν ; αὐτόν. ἐν τῷ ; ναῷ
لوقا 1: 22
Luk.1.22
فَلَمَّا خَرَجَ لَمْ يَسْتَطِعْ أَنْ يُكَلِّمَهُمْ، فَفَهِمُوا أَنَّهُ قَدْ رَأَى رُؤْيَا فِي الْهَيْكَلِ. فَكَانَ يُومِئُ إِلَيْهِمْ وَبَقِيَ صَامِتًا.
δὲ ἐξελθὼν οὐκ ἐδύνατο λαλῆσαι ; αὐτοῖς· καὶ ; ἐπέγνωσαν ὅτι ἑώρακεν ὀπτασίαν ἐν τῷ ; ναῷ. καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διανεύων αὐτοῖς διέμενεν κωφός.¶
لوقا 1: 29
Luk.1.29
فَلَمَّا رَأَتْهُ اضْطَرَبَتْ مِنْ كَلاَمِهِ، وَفَكَّرَتْ: مَا عَسَى أَنْ تَكُونَ هذِهِ التَّحِيَّةُ.
ἡ ; δὲ ; ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ; αὐτοῦ καὶ ; διελογίζετο ποταπὸς εἴη οὗτος. ὁ ; ἀσπασμὸς
لوقا 1: 32
Luk.1.32
هذَا يَكُونُ عَظِيمًا، وَابْنَ الْعَلِيِّ يُدْعَى، وَيُعْطِيهِ الرَّبُّ الإِلهُ كُرْسِيَّ دَاوُدَ أَبِيهِ،
οὗτος ἔσται μέγας καὶ ; υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ; δώσει ; αὐτῷ κύριος ὁ ; θεὸς τὸν ; θρόνον Δαυὶδ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ,
لوقا 1: 33
Luk.1.33
وَيَمْلِكُ عَلَى بَيْتِ يَعْقُوبَ إِلَى الأَبَدِ، وَلاَ يَكُونُ لِمُلْكِهِ نِهَايَةٌ.
καὶ ; βασιλεύσει ἐπὶ τὸν ; οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς ; αἰῶνας, καὶ ; οὐκ ἔσται τῆς ; βασιλείας ; αὐτοῦ τέλος.¶
لوقا 1: 34
Luk.1.34
فَقَالَتْ مَرْيَمُ لِلْمَلاَكِ: كَيْفَ يَكُونُ هذَا وَأَنَا لَسْتُ أَعْرِفُ رَجُلاً.
Εἶπεν ; δὲ Μαριὰμ πρὸς ; τὸν ; ἄγγελον· πῶς ἔσται τοῦτο ἐπεὶ οὐ γινώσκω;¶ ἄνδρα
لوقا 1: 36
Luk.1.36
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
لوقا 1: 61
Luk.1.61
فَقَالُوا لَهَا: لَيْسَ أَحَدٌ فِي عَشِيرَتِكِ تَسَمَّى بِهذَا الاسْمِ.
καὶ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτὴν ὅτι ; οὐδείς ; ἐστιν ἐν τῇ; συγγενείᾳ; σου ὃς ; καλεῖται τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι
لوقا 1: 63
Luk.1.63
فَطَلَبَ لَوْحًا وَكَتَبَ قِائِلاً: اسْمُهُ يُوحَنَّا. فَتَعَجَّبَ الْجَمِيعُ.
καὶ ; αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψεν λέγων· τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ. Ἰωάννης ; ἐστὶν καὶ ; ἐθαύμασαν πάντες.¶
لوقا 1: 66
Luk.1.66
فَأَوْدَعَهَا جَمِيعُ السَّامِعِينَ فِي قُلُوبِهِمْ قَائِلِينَ: أَتَرَى مَاذَا يَكُونُ هذَا الصَّبِيُّ. وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُ.
καὶ ; ἔθεντο πάντες οἱ ; ἀκούσαντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῶν λέγοντες· τί ; ἄρα ἔσται; τοῦτο τὸ ; παιδίον καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
لوقا 1: 66
Luk.1.66
فَأَوْدَعَهَا جَمِيعُ السَّامِعِينَ فِي قُلُوبِهِمْ قَائِلِينَ: أَتَرَى مَاذَا يَكُونُ هذَا الصَّبِيُّ. وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُ.
καὶ ; ἔθεντο πάντες οἱ ; ἀκούσαντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῶν λέγοντες· τί ; ἄρα ἔσται; τοῦτο τὸ ; παιδίον καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
لوقا 1: 80
Luk.1.80
أَمَّا الصَّبِيُّ فَكَانَ يَنْمُو وَيَتَقَوَّى بِالرُّوحِ، وَكَانَ فِي الْبَرَارِي إِلَى يَوْمِ ظُهُورِهِ لإِسْرَائِيلَ.
δὲ Τὸ ; παιδίον ηὔξανεν καὶ ; ἐκραταιοῦτο πνεύματι καὶ ; ἦν ἐν ταῖς ; ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως ; αὐτοῦ πρὸς ; τὸν ; Ἰσραήλ.¶
لوقا 2: 5
Luk.2.5
لِيُكْتَتَبَ مَعَ مَرْيَمَ امْرَأَتِهِ الْمَخْطُوبَةِ وَهِيَ حُبْلَى.
ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ γυναικί τῇ ; ἐμνηστευμένῃ ; αὐτῷ οὔσῃ ἐγκύῳ.¶
لوقا 2: 7
Luk.2.7
فَوَلَدَتِ ابْنَهَا الْبِكْرَ وَقَمَّطَتْهُ وَأَضْجَعَتْهُ فِي الْمِذْوَدِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُمَا مَوْضِعٌ فِي الْمَنْزِلِ.
καὶ ; ἔτεκεν τὸν ; υἱὸν ; αὐτῆς τὸν ; πρωτότοκον καὶ ; ἐσπαργάνωσεν ; αὐτὸν καὶ ; ἀνέκλινεν ; αὐτὸν ἐν τῇ ; φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ ; καταλύματι.¶
لوقا 2: 8
Luk.2.8
وَكَانَ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ رُعَاةٌ مُتَبَدِّينَ يَحْرُسُونَ حِرَاسَاتِ اللَّيْلِ عَلَى رَعِيَّتِهِمْ،
Καὶ ; ἦσαν ἐν τῇ ; αὐτῇ τῇ ; χώρᾳ ποιμένες ἀγραυλοῦντες καὶ ; φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς ; νυκτὸς ἐπὶ τὴν ; ποίμνην ; αὐτῶν.
لوقا 2: 10
Luk.2.10
فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافُوا. فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ:
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ; γὰρ εὐαγγελίζομαι ; ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ; ἔσται παντὶ τῷ ; λαῷ
لوقا 2: 11
Luk.2.11
أَنَّهُ وُلِدَ لَكُمُ الْيَوْمَ فِي مَدِينَةِ دَاوُدَ مُخَلِّصٌ هُوَ الْمَسِيحُ الرَّبُّ.
ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον ἐν πόλει Δαυίδ. σωτὴρ ὅς ; ἐστιν χριστὸς κύριος
لوقا 2: 25
Luk.2.25
وَكَانَ رَجُلٌ فِي أُورُشَلِيمَ اسْمُهُ سِمْعَانُ، وَهَذَا الرَّجُلُ كَانَ بَارًّا تَقِيًّا يَنْتَظِرُ تَعْزِيَةَ إِسْرَائِيلَ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ كَانَ عَلَيْهِ.
Καὶ ; ἰδοὺ ; ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσαλὴμ ᾧ ; ὄνομα Συμεὼν καὶ ; οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ; εὐλαβὴς προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ; Ἰσραήλ· καὶ ; πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
لوقا 2: 25
Luk.2.25
وَكَانَ رَجُلٌ فِي أُورُشَلِيمَ اسْمُهُ سِمْعَانُ، وَهَذَا الرَّجُلُ كَانَ بَارًّا تَقِيًّا يَنْتَظِرُ تَعْزِيَةَ إِسْرَائِيلَ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ كَانَ عَلَيْهِ.
Καὶ ; ἰδοὺ ; ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσαλὴμ ᾧ ; ὄνομα Συμεὼν καὶ ; οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ; εὐλαβὴς προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ; Ἰσραήλ· καὶ ; πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
لوقا 2: 26
Luk.2.26
وَكَانَ قَدْ أُوحِيَ إِلَيْهِ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ أَنَّهُ لاَ يَرَى الْمَوْتَ قَبْلَ أَنْ يَرَى مَسِيحَ الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν κεχρηματισμένον αὐτῷ ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν ; χριστὸν κυρίου
لوقا 2: 33
Luk.2.33
وَكَانَ يُوسُفُ وَأُمُّهُ يَتَعَجَّبَانِ مِمَّا قِيلَ فِيهِ.
Καὶ ; ἦν Ἰωσὴφ αὐτοῦ ; καὶ ; ἡ ; μήτηρ θαυμάζοντες ἐπὶ ; τοῖς λαλουμένοις περὶ ; αὐτοῦ.
لوقا 2: 36
Luk.2.36
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας