ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ الصَّبِيُّ يَنْمُو وَيَتَقَوَّى بِالرُّوحِ، مُمْتَلِئًا حِكْمَةً، وَكَانَتْ نِعْمَةُ اللهِ عَلَيْهِ.
δὲ Τὸ ; παιδίον ηὔξανεν καὶ ; ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας καὶ ; ἦν χάρις θεοῦ ἐπ᾽ ; αὐτό.¶
ثُمَّ نَزَلَ مَعَهُمَا وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ وَكَانَ خَاضِعًا لَهُمَا. وَكَانَتْ أُمُّهُ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذِهِ الأُمُورِ فِي قَلْبِهَا.
καὶ κατέβη μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ἦλθεν εἰς Ναζαρὲθ καὶ ; ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ διετήρει πάντα ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῆς.¶
كُلُّ وَادٍ يَمْتَلِئُ، وَكُلُّ جَبَل وَأَكَمَةٍ يَنْخَفِضُ، وَتَصِيرُ الْمُعْوَجَّاتُ مُسْتَقِيمَةً، وَالشِّعَابُ طُرُقًا سَهْلَةً،
πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ ; πᾶν ὄρος καὶ ; βουνὸς ταπεινωθήσεται· καὶ ; ἔσται τὰ ; σκολιὰ εἰς ; εὐθείαν καὶ ; αἱ ; τραχεῖαι εἰς ; ὁδοὺς λείας·
وَإِذْ كَانَ الشَّعْبُ يَنْتَظِرُ، وَالْجَمِيعُ يُفَكِّرُونَ فِي قُلُوبِهِمْ عَنْ يُوحَنَّا لَعَلَّهُ الْمَسِيحُ،
δὲ τοῦ ; λαοῦ Προσδοκῶντος καὶ ; πάντων διαλογιζομένων ἐν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν περὶ τοῦ ; Ἰωάννου, μήποτε ; αὐτὸς ; εἴη ὁ ; χριστός,
أَجَابَ يُوحَنَّا الْجَمِيعَ قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ، وَلكِنْ يَأْتِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἀπεκρίνατο ὁ ; Ἰωάννης· ἅπασιν λέγων ἐγὼ μὲν ; βαπτίζω ; ὑμᾶς· ὕδατι δὲ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων ; αὐτοῦ. αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί,
وَنَزَلَ عَلَيْهِ الرُّوحُ الْقُدُسُ بِهَيْئَةٍ جِسْمِيَّةٍ مِثْلِ حَمَامَةٍ. وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ، بِكَ سُرِرْتُ.
καταβῆναι ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον εἴδει σωματικῷ ὡσεὶ περιστερὰν καὶ φωνὴν ἐξ ; γενέσθαι οὐρανοῦ λέγουσαν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν ; σοὶ εὐδόκησα.¶
وَلَمَّا ابْتَدَأَ يَسُوعُ كَانَ لَهُ نَحْوُ ثَلاَثِينَ سَنَةً، وَهُوَ عَلَى مَا كَانَ يُظَنُّ ابْنَ يُوسُفَ، بْنِ هَالِي،
Καὶ ἀρχόμενος ὁ ; Ἰησοῦς ἦν αὐτὸς ὡσεὶ τριάκοντα ἐτῶν ὢν ὡς ἐνομίζετο, υἱός, Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἠλὶ
وَلَمَّا ابْتَدَأَ يَسُوعُ كَانَ لَهُ نَحْوُ ثَلاَثِينَ سَنَةً، وَهُوَ عَلَى مَا كَانَ يُظَنُّ ابْنَ يُوسُفَ، بْنِ هَالِي،
Καὶ ἀρχόμενος ὁ ; Ἰησοῦς ἦν αὐτὸς ὡσεὶ τριάκοντα ἐτῶν ὢν ὡς ἐνομίζετο, υἱός, Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἠλὶ
وَقَالَ لَهُ إِبْلِيسُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ، فَقُلْ لِهذَا الْحَجَرِ أَنْ يَصِيرَ خُبْزًا.
Καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; διάβολος· εἰ εἶ υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, εἰπὲ τῷ ; τούτῳ λίθῳ ἵνα γένηται ἄρτος.
فَإِنْ سَجَدْتَ أَمَامِي يَكُونُ لَكَ الْجَمِيعُ.
οὖν ; ἐὰν σὺ ; προσκυνήσῃς ἐνώπιον ; μοῦ ἔσται σοῦ πάντα
ثُمَّ جَاءَ بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَأَقَامَهُ عَلَى جَنَاحِ الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ فَاطْرَحْ نَفْسَكَ مِنْ هُنَا إِلَى أَسْفَلُ،
Καὶ Ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἔστησεν ; αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; πτερύγιον τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· εἰ εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω·
وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ حَيْثُ كَانَ قَدْ تَرَبَّى. وَدَخَلَ الْمَجْمَعَ حَسَبَ عَادَتِهِ يَوْمَ السَّبْتِ وَقَامَ لِيَقْرَأَ،
Καὶ ; ἦλθεν εἰς τὴν ; Ναζαρὰ οὗ ἦν τεθραμμένος, καὶ ; εἰσῆλθεν τὴν ; συναγωγὴν κατὰ τὸ ; εἰωθὸς ; αὐτῷ ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ τῶν ; σαββάτων καὶ ; ἀνέστη ἀναγνῶναι.
فَدُفِعَ إِلَيْهِ سِفْرُ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ. وَلَمَّا فَتَحَ السِّفْرَ وَجَدَ الْمَوْضِعَ الَّذِي كَانَ مَكْتُوبًا فِيهِ:
καὶ ; ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἠσαΐου· τοῦ ; προφήτου καὶ ἀναπτύξας τὸ ; βιβλίον εὗρεν τὸν ; τόπον οὗ ἦν γεγραμμένον
ثُمَّ طَوَى السِّفْرَ وَسَلَّمَهُ إِلَى الْخَادِمِ، وَجَلَسَ. وَجَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ كَانَتْ عُيُونُهُمْ شَاخِصَةً إِلَيْهِ.
καὶ πτύξας τὸ ; βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν, καὶ ; πάντων ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἦσαν οἱ ; ὀφθαλμοὶ ἀτενίζοντες αὐτῷ.
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَشْهَدُونَ لَهُ وَيَتَعَجَّبُونَ مِنْ كَلِمَاتِ النِّعْمَةِ الْخَارِجَةِ مِنْ فَمِهِ، وَيَقُولُونَ: أَلَيْسَ هذَا ابْنَ يُوسُفَ.
καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ; ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς ; λόγοις τῆς ; χάριτος τοῖς ; ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ καὶ ; ἔλεγον· Οὐχ; ἐστιν οὗτος; υἱός ὁ ; Ἰωσὴφ
وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ نَبِيٌّ مَقْبُولاً فِي وَطَنِهِ.
Εἶπεν ; δέ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς προφήτης δεκτός ; ἐστιν ἐν τῇ ; πατρίδι ; αὐτοῦ.
وَبِالْحَقِّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ أَرَامِلَ كَثِيرَةً كُنَّ فِي إِسْرَائِيلَ فِي أَيَّامِ إِيلِيَّا حِينَ أُغْلِقَتِ السَّمَاءُ مُدَّةَ ثَلاَثِ سِنِينَ وَسِتَّةِ أَشْهُرٍ، لَمَّا كَانَ جُوعٌ عَظِيمٌ فِي الأَرْضِ كُلِّهَا،
ἐπ᾽ ; ἀληθείας ; δὲ λέγω ὑμῖν· χῆραι πολλαὶ ἦσαν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἠλίου ὅτε ἐκλείσθη ὁ ; οὐρανὸς ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ; ἕξ, μῆνας ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; γῆν· πᾶσαν
وَبُرْصٌ كَثِيرُونَ كَانُوا فِي إِسْرَائِيلَ فِي زَمَانِ أَلِيشَعَ النَّبِيِّ، وَلَمْ يُطَهَّرْ مِنْهُمْ إِلاَّ نُعْمَانُ السُّرْيَانِيُّ.
καὶ ; λεπροὶ πολλοὶ ἦσαν ἐν Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἐλισαίου τοῦ ; προφήτου· καὶ ; οὐδεὶς ἐκαθαρίσθη αὐτῶν εἰ ; μὴ Ναιμὰν ὁ ; Σύρος.¶
وَانْحَدَرَ إِلَى كَفْرِنَاحُومَ، مَدِينَةٍ مِنَ الْجَلِيلِ، وَكَانَ يُعَلِّمُهُمْ فِي السُّبُوتِ.
Καὶ ; κατῆλθεν εἰς Καφαρναοὺμ πόλιν τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; ἦν διδάσκων ; αὐτοὺς ἐν τοῖς ; σάββασιν.
فَبُهِتُوا مِنْ تَعْلِيمِهِ، لأَنَّ كَلاَمَهُ كَانَ بِسُلْطَانٍ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ ὅτι ὁ ; λόγος ; αὐτοῦ. ἦν ἐν ; ἐξουσίᾳ
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
قِائِلاً: آهِ. مَا لَنَا وَلَكَ يَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ. أَتَيْتَ لِتُهْلِكَنَا. أَنَا أَعْرِفُكَ مَنْ أَنْتَ: قُدُّوسُ اللهِ..
λέγων ἔα, τί ἡμῖν καὶ ; σοί, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ; ἡμᾶς; οἶδά ; σε τίς ; εἶ, ὁ ; ἅγιος τοῦ ; θεοῦ.
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
فَكَانَ يَكْرِزُ فِي مَجَامِعِ الْجَلِيلِ.
καὶ ; ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς; συναγωγαῖς τῆς ; Γαλιλαίας
وَإِذْ كَانَ الْجَمْعُ يَزْدَحِمُ عَلَيْهِ لِيَسْمَعَ كَلِمَةَ اللهِ، كَانَ وَاقِفًا عِنْدَ بُحَيْرَةِ جَنِّيسَارَتَ.
Ἐγένετο ; δὲ τὸν ; ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ καὶ ; ἀκούειν τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν ; λίμνην Γεννησαρὲτ
فَدَخَلَ إِحْدَى السَّفِينَتَيْنِ الَّتِي كَانَتْ لِسِمْعَانَ، وَسَأَلَهُ أَنْ يُبْعِدَ قَلِيلاً عَنِ الْبَرِّ. ثُمَّ جَلَسَ وَصَارَ يُعَلِّمُ الْجُمُوعَ مِنَ السَّفِينَةِ.
ἐμβὰς ; δὲ εἰς ; ἓν τῶν ; πλοίων ὃ ἦν τοῦ ; Σίμωνος, ἠρώτησεν ; αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. ἀπὸ τῆς ; γῆς καὶ ; δὲ καθίσας ἐδίδασκεν τοὺς ; ὄχλους.¶ ἐκ τοῦ ; πλοίου
فَلَمَّا رَأَى سِمْعَانُ بُطْرُسُ خَرَّ عِنْدَ رُكْبَتَيْ يَسُوعَ قَائِلاً: اخْرُجْ مِنْ سَفِينَتِي يَا رَبُّ، لأَنِّي رَجُلٌ خَاطِئٌ..
δὲ Ἰδὼν Σίμων Πέτρος προσέπεσεν τοῖς ; γόνασιν τοῦ ; Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, κύριε. ὅτι ; εἰμι, ἀνὴρ ἁμαρτωλός
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους